κίνα


κίνα
Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ με τη Ρωσία και τη Βόρεια Κορέα, στα Α βρέχεται από την Κίτρινη θάλασσα και την Ανατολική Κινεζική θάλασσα, στα Ν βρέχεται από τη Νότια Κινεζική θάλασσα και συνορεύει με το Βιετνάμ, το Λάος, τη Μυανμάρ (πρώην Βιρμανία), την Ινδία, το Μπουτάν και το Νεπάλ, στα Δ συνορεύει με το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και το Τατζικιστάν και στα ΒΔ με την Κιργισία και το Καζακστάν.Η Κινεζική αυτοκρατορία δεν είχε κατά παράδοση καθορισμένα σύνορα, όπως τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη, διότι επί χιλιετίες δεν υπήρχε στην Ασία κάποια δύναμη ικανή να αμφισβητήσει την κυριαρχία της. Κατά συνέπεια, ο κινεζικός πολιτισμός που ήταν εγκατεστημένος στο κέντρο της χώρας, όπου κατοικούσε η φυλή των Χαν, επεκτεινόταν όλο και πιο σπάνια προς τις περιφερειακές ζώνες, ασκώντας πολιτική και πολιτιστική επιρροή λίγο έως πολύ ελαστική και ασυνεχή. Η ακριβής οροθέτηση των συνόρων άρχισε μόνο την εποχή της μαντζουριανής δυναστείας, ταυτόχρονα με την ευρωπαϊκή διείσδυση, ιδιαίτερα τη ρωσική, στην κεντρική Ασία. Τότε, η Κινεζική αυτοκρατορία αποκατέστησε συγκεκριμένους δεσμούς κτήσης στο Σινκιάνγκ Ουιγκούρ, στη Μογγολία και στο Θιβέτ, φροντίζοντας επίσης (από τον 17ο αι.) να οροθετήσει τα σύνορά της με τη Ρωσία. Στη συνέχεια, όταν τον 19ο αι. άρχισε η επίθεση των ξένων δυνάμεων κατά της Κ., το έδαφος της αυτοκρατορίας συρρικνώθηκε σημαντικά, εξαιτίας μιας σειράς μονομερών συνθηκών που της επιβάλλονταν στο τέλος κάθε πολέμου. Ο περιορισμός αυτός είχε αποτέλεσμα την παραχώρηση του Χονγκ Κονγκ στη Μεγάλη Βρετανία (συνθήκες των ετών 1842, 1860, 1898), των εδαφών που βρίσκονταν στα Β του ποταμού Αμούρ στη Ρωσία (1860) και της Ταϊβάν (Φορμόζα) στην Ιαπωνία (1895). Άλλες συνθήκες επικύρωσαν την παραίτηση της Κινεζικής αυτοκρατορίας από την προστασία της Κορέας και του Βιετνάμ. Από όλες αυτές τις συνθήκες μόνο εκείνες με την Ιαπωνία ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με νέες, κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, σύμφωνα με τις οποίες η Ταϊβάν επιστράφηκε στην Κ. το 1945· η ανεξαρτησία της Ταϊβάν εξακολουθεί να αποτελεί αγκάθι στις διεθνείς σχέσεις της Κ., ενώ το θέμα του Χονγκ Κονγκ, όπως και της πρώην πορτογαλικής αποικίας του Μακάο, διευθετήθηκε με την επιστροφή τους στην Κ., μετά το πέρας της διάρκειας των αντίστοιχων συμφωνιών. H περίπτωση των κατεξοχήν αμφισβητούμενων συνόρων, τα οποία δεν οροθετήθηκαν με συνθήκες αποδεκτές από το Πεκίνο, είναι διαφορετική. Πρόκειται κυρίως για τη μεγάλη συνοριακή γραμμή που διασχίζει τα Ιμαλάια και τις πλευρές τους προς την ανατολική Ινδία και τη Μυανμάρ. Γνωστή ως γραμμή Mακ Mάον, από το όνομα του Άγγλου αντιπροσώπου που τη χάραξε, έγινε δεκτή από τις αρχές του Θιβέτ που είχαν προσκληθεί από τη Μεγάλη Βρετανία στη διάσκεψη της Σίμλα (1914), οι οποίες όμως –κατά την άποψη όλων των κινεζικών κυβερνήσεων– δεν είχαν εξουσιοδότηση να συνάψουν διεθνείς συμφωνίες, μια και δεν επρόκειτο για ανεξάρτητο κράτος. Αυτή η διευθέτηση δεν αναγνωρίστηκε ποτέ από τους Κινέζους αντιπροσώπους. Τα σύνορα με τη Μυανμάρ οροθετήθηκαν με νέα συμφωνία, η οποία υπογράφηκε, στο Πεκίνο το 1960, τα σύνορα με το Νεπάλ το 1961, με την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Μογγολίας το 1962 και με το Πακιστάν το 1963. Εκκρεμεί η ρύθμιση των συνόρων με την Ινδία, η οποία ελέγχει όλη τη ζώνη στα Ν της γραμμής Mακ Mάον (North Eastern Frontier Agency, NE‑FA, σήμερα Aρουνατσάλ Πραντές), ενώ η Κ. ελέγχει στο Λαντάκ μια ζώνη, την οποία διεκδικεί η ινδική κυβέρνηση. Ωστόσο, και στα σύνορα μεταξύ της αυτόνομης περιφέρειας του Σινκιάνγκ Ουινγκούρ και της Ρωσίας υπάρχει μια ζώνη (στην κοιλάδα του Iλί), η οποία περιήλθε με κανονική συνθήκη στην κατοχή των ρωσικών δυνάμεων, πριν από έναν αιώνα και πλέον.Η Κ. διαιρείται σε 22 επαρχίες, 5 αυτόνομες περιοχές, 4 δήμους και 2 ειδικές διοικητικές περιοχές. Οι 22 επαρχίες είναι οι εξής (σε παρένθεση η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός των επαρχιών το 2000): Ανχουέι (Χαφέι ή Χεφέι, 59.860.000), Γιουνάν (Κουμίνγκ, 42.880.000), Γκανσού ή Κανσού (Λαντσόου, 25.620.000), Κιανγκσί ή Τζιανγκσί (Ναντσάνγκ, 41.400.000), Κιανγκσού ή Τζιανγκσού (Νανκίνγκγκ, 74.380.000), Κιρίν ή Τζιλίν (Τσανγκτσούν, 27.280.000), Κουανγκντούνγκ ή Γκουανγκντόνγκ (Καντόνα ή Γκουανγκτσοόυ, 86.420.000), Κουεϊτσόου ή Γκουεϊτσόου (Κουεϊγιάνγκ ή Γκουεϊγιάνγκ, 35.250.000), Λιαονίνγκ (Μούκδεν ή Σενγιάνγκ, 42.380.000), Σαανσί ή Σαανχσί (Σιάν ή Χ’σιάν 36.050.000), Σαντούνγκ ή Σαντόνγκ (Τσινάν ή Τζινάν, 90.790.000), Σανσί ή Σανχσί (Ταϊγιουάν, 32.970.000), Σετσουάν ή Σιτσουάν (Τσενγκντού, 83.290.000), Τσεκιάνγκ ή Τσετζιάνγκ (Χανγκτσόου, 46.770.000), Τσινγκχάι (Σινίνγκ ή Χσινίνγκ, 5.180.000), Φουκιέν ή Φουτζιάν (Φουτσόου, 34.710.000), Χαϊνάν (Χαϊκόου, 7.870.000), Χεϊλουνγκιάνγκ ή Χεϊλονγκτζιάνγκ (Χαρμπίν ή Χαερμπίν, 36.890.000), Χονάν ή Χενάν (Τσενγκτσόου, 92.560.000), Χοπέ ή Χεμπέι (Σεκιατσουάνγκ ή Σετζιατσουάνγκ, 67.440.000), Χουνάν (Τσανγκτκσά, 64.400.000) και Χουπέ ή Χουμπέι (Βουχάν ή Ουχάν, 60.280.000). Οι πέντε αυτόνομες περιοχές είναι οι εξής (σε παρένθεση η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός των αυτόνομων περιοχών το 2000): Εσωτερική Μογγολία ή Νεϊμενγκγκού (Χουχεχότ ή Χουχεχαοτέ, 23.760.000), Θιβέτ ή Χσιτσάνγκ (Λάσα, 2.620.000), Κουανγκσί Τσουάνγκ ή Γκουανχσί Τσουάνγκ (Νανίνγκ, 44.890.000), Νινγκσιά Χουέι ή Νινγκσιά Χουεϊτσού (Νινγκτσιά ή Γιτσουάν, 5.620.000) και Σινκιάνγκ Ουιγκούρ ή Χσιντζιάνγκ Ουεϊουέρ (Ουρούμτσι ή Ουλουμουτσί, 19.250.000). Οι τέσσερις δήμοι είναι οι εξής (σε παρένθεση ο πληθυσμός του 2000): Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (13.820.000), Σανγκάη ή Σανγκχάι (16.740.000), Τιενσίν ή Τιαντζίν (10.010.000) και Τσονκίνγκ (30.900.000). Τέλος, ειδικές διοικητικές περιοχές αποτελούν το Μακάο ή Αομέν (Αομέν, 440.000) και το Χονγκ Κονγκ ή Χσιανγκάνγκ (Βικτόρια, 6.780.000). Το Μακάο ιδρύθηκε το 1557 από τους Πορτογάλους και μέχρι το 1999 υπήρξε πορτογαλική αποικία, με βάση μια συνθήκη (1887) με την Κ. Το 1999 όμως επέστρεψε στην κινεζική διοίκηση. Το νησί Χονγκ Κονγκ (στα κινεζικά σημαίνει η λιμνοθάλασσα που μυρίζει) παραχωρήθηκε από την Κ. στη Μεγάλη Βρετανία με τη συνθήκη της Νανκίνγκ (1842), η οποία έθεσε τέλος στον πόλεμο του οπίου, και από το 1843 έως το 1997 αποτελούσε αποικία του βρετανικού στέμματος. Τα εδάφη του επεκτάθηκαν στη συνέχεια, με την προσάρτηση της χερσονήσου του Kαουλούν (1860), των παρακείμενων εδαφών και του νησιού Λαν Tάο (1898). Τα εδάφη που αποκτήθηκαν το 1898, τα λεγόμενα New Territories (Νέες Κτήσεις), παραχωρήθηκαν με ενοικίαση για 99 χρόνια. Το 1997 επιστράφηκαν μαζί με το Χονγκ-Κονγκ στην Κ. Οι μεγάλες και μικρές ενότητες στις οποίες διαιρείται η χώρα δεν αποτελούν περιστασιακά και τεχνητά πολιτικο-διοικητικά συγκροτήματα, αλλά γεωγραφικο-οικονομικές ενότητες με πανάρχαια ιστορική προέλευση και συχνά με δική τους ταυτότητα στο ενιαίο πάντως σώμα του κινεζικού πολιτισμού. Έτσι, πολλές από τις 22 επαρχίες περιλαμβάνουν μια κάπως εκτεταμένη εύφορη κεντρική ζώνη, που διαρρέεται από έναν ποταμό ή διασχίζεται από ένα σύστημα διωρύγων, τα οποία όμως δεν αποτελούν το όριο, αλλά το κέντρο της περιοχής, ενώ κατά μήκος των συνόρων υψώνονται απρόσιτες ορεινές ζώνες, οι οποίες αποτελούν αληθινό φραγμό μεταξύ οικονομικών περιοχών. Εξάλλου και η διοικητική μονάδα, η οποία είναι κατώτερη από την επαρχία, η χσιέν, έχει πανάρχαιες ρίζες και οργανική κοινωνικοοικονομική λειτουργία. Το ίδιο ισχύει και για την επόμενη υποδιαίρεση, τη χσιάνγκ, συγκρότημα δηλαδή πολλών χωριών, που σήμερα κατά το μεγαλύτερο μέρος συμπίπτουν με τα λαϊκά κοινόβια, τα οποία δεν είναι απλά αγροκτήματα, αλλά βασικές μονάδες συλλογικής ζωής με πλήρεις εξουσίες στα οικονομικά (γεωργικά και βιομηχανικά), διοικητικά, στρατιωτικά και εκπαιδευτικά ζητήματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα σύνορα των επαρχιών και των χσιέν έμειναν στην ουσία αμετάβλητα επί αιώνες ή ακόμα και επί χιλιετίες. Νέα διοικητικά προβλήματα δημιουργήθηκαν τον 20ό αι., όταν η Κ. εισήλθε σε μια διαδικασία μεταρρυθμίσεων, με αποτέλεσμα την ίδρυση μικρών ή μεγάλων πόλεων ή μητροπόλεων, η λειτουργία των οποίων δεν προσαρμοζόταν στα πατροπαράδοτα οικονομικά και γεωργικά συγκροτήματα των επαρχιών. Στη νέα κατάσταση, η σημερινή διοικητική διαίρεση περιλαμβάνει πόλεις (υποδιαιρούμενες σε διαμερίσματα), οι οποίες δεν υπάγονται στο τοπικό διοικητικό πλαίσιο, αλλά εξαρτώνται άμεσα από τις κεντρικές (ανάμεσα σε αυτές είναι και η πρωτεύουσα του κράτους το Πεκίνο) ή τις επαρχιακές αρχές. Σε όλες τις βαθμίδες της διοικητικής διαίρεσης υπάρχει από το 1980 το κογκρέσο του λαού, που στην περίπτωση των χσιάνγκ των πόλεων εκλέγεται άμεσα από τους πολίτες, ενώ στις ανώτερες, έως το κεντρικό κοινοβούλιο, εκλέγεται από το κογκρέσο κατώτερου επιπέδου. Το κογκρέσο αποτελεί το τοπικό όργανο της κρατικής εξουσίας, δηλαδή της λαϊκής κυριαρχίας, με βάση την αρχή ότι όλες οι εξουσίες απορρέουν από τον λαό. Κάθε κογκρέσο εκλέγει το εκτελεστικό όργανο της διοίκησης του αντίστοιχου επιπέδου, δηλαδή του συμβουλίου του λαού, το οποίο αποτελεί το επαρχιακό εκτελεστικό σώμα των χσιέν και των χσιάνγκ. Ο πρόεδρος των κυβερνήσεων των επαρχιών φέρει τον πατροπαράδοτο τίτλο του διοικητή, αλλά δεν διορίζεται από το κέντρο. Το κογκρέσο έχει το δικαίωμα να ανακαλεί τους βουλευτές που έχουν εκλεγεί σε ανώτερο επίπεδο, ενώ τα ανώτερα διοικητικά όργανα έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν την τήρηση των νόμων και την πραγματοποίηση των οικονομικών σχεδίων εκ μέρους των κατώτερων επιπέδων.Επίσημη γλώσσα είναι η κινεζική των μανδαρίνων (πουτόνγκουα), η οποία αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στη διάλεκτο του βορρά. Από τις δεκάδες άλλες διαλέκτους, οι οποίες ομιλούνται στο αχανές κράτος, σημαντικότερες είναι η καντονέζικη, η βου (της Σανγκάης), η μινμπέι (της Φουτσόου), η μινάν (της Ταϊβάν) κ.ά. Σε έναν πληθυσμό ο οποίος προσεγγίζει τους 1,3 δισ. κατοίκους, όσοι ανήκουν στη φυλή των Χαν και εκπροσωπούν τον κατεξοχήν κινεζικό πολιτισμό (αν και χρησιμοποιούν διαλέκτους που διαφέρουν λίγο έως πολύ μεταξύ τους) αντιπροσωπεύουν το 91,9%, ενώ το υπόλοιπο 8,1% αφορά περίπου 50 μειονότητες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν εθνικούς κορμούς με εντελώς διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης. Ανάμεσα στις μειονότητες αυτές, οι Tσουάνγκ της νοτιοδυτικής K. (πρόκειται για αυτόχθονες των απομονωμένων ζωνών, οι οποίοι δεν αφομοιώθηκαν από τους Xαν) είναι περίπου 15.700.000, οι Oυιγούροι (τουρκική φυλή της κεντρικής Ασίας) 7.300.000, οι Xούι (Xοέι, που έχουν προσχωρήσει εδώ και αιώνες στον ισλαμισμό) 8.700.000, οι Μιάο στη Χουνάν και στη Γιουνάν 7.500.000, οι Θιβετιανοί 4.700.000 και οι Μογγόλοι 4.900.000. Άλλη φυλή είναι αυτή των Μαντσού, οι οποίοι ελάχιστα ξεχωρίζουν από τους Χαν. Αν και δεν είναι μεγάλες σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό, οι μειονότητες αυτές αποτελούν τον αυτόχθονα πληθυσμό του άλλου μισού εδάφους της K., σε όλη τη ζώνη που εκτείνεται κατά μήκος του τόξου των συνόρων και σε βάθος, ορισμένες φορές, εκατοντάδων χιλιομέτρων. Στις διάφορες εθνότητες έχει αναγνωριστεί ισότητα και συνεπώς το δικαίωμα κηδεμονίας μέσα σε ένα περιθώριο αυτονομίας. Στις ζώνες που κατοικούνται από τις μειονότητες (αν και σε πολλές περιπτώσεις η γεωργική και τεχνική πρόοδος και οι στρατιωτικές μετακινήσεις συνετέλεσαν στο να πλειοψηφούν οι Xαν και σε αυτές τις ζώνες) δημιουργήθηκαν με τον χρόνο οι πέντε αυτόνομες περιοχές, με ορισμένο αριθμό τσόου (αντίστοιχων των χσιέν) και αυτόνομων δήμων. Στις μειονότητες αυτές έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα να διατηρούν τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους.Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κ. ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος την 1η Οκτωβρίου 1949. Το σύνταγμα που ισχύει σήμερα ψηφίστηκε το 1982 από το 5ο Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο. Με βάση το άρθρο 1 του συντάγματός της, η Κ. χαρακτηρίζεται σοσιαλιστικό κράτος υπό τη δημοκρατική δικτατορία της εργατικής τάξης, η οποία βασίζεται στη συμμαχία εργατών και αγροτών. Ανώτατη αρχή είναι το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο (EΛK), το οποίο αποτελείται από 2.974 αντιπροσώπους (1998). Αυτοί εκλέγονται έμμεσα κάθε πέντε χρόνια από τα λαϊκά συνέδρια των επαρχιών, των αυτόνομων περιοχών και των δήμων. Κάθε διοικητική περιοχή εκλέγει έναν αντιπρόσωπο ανά 400.000 κατοίκους, με ελάχιστο αριθμό αντιπροσώπων τους δέκα. Το ΕΛΚ έχει την εξουσία να νομοθετεί, να αναθεωρεί το σύνταγμα και να εγκρίνει τον προϋπολογισμό καθώς επίσης έχει δικαίωμα να διορίζει και να παύει μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου (κυβέρνησης). Στην πραγματικότητα, λόγω μεγέθους, το ΕΛΚ σπανίως λειτουργεί ως ενιαίο σώμα, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις να λαμβάνονται από μια μόνιμη επιτροπή του.Το EΛK διορίζει τον πρόεδρο και το εκτελεστικό συμβούλιο με επικεφαλής τον πρωθυπουργό. Γενικά, το αξίωμα του προέδρου είναι μάλλον τυπικό, αφού στην πράξη η πολιτική εξουσία ανήκει πλήρως στο Κομουνιστικό Κόμμα της Κίνας (KKK) και ιδίως στο πολιτικό του γραφείο. Το ΚΚΚ αριθμεί περισσότερα από 40 εκατ. μέλη και είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο. Το συνέδριο του KKK συνέρχεται κάθε πέντε χρόνια και εκλέγει την κεντρική επιτροπή (189 τακτικά μέλη και 130 αναπληρωματικά) η οποία εκλέγει το πολιτικό γραφείο, το οποίο απαρτίζεται από 22 μέλη.Το κινεζικό δίκαιο αποτελεί ένα παράξενο, για τον δυτικό κόσμο, μείγμα εθιμικού και τυπικού δικαίου. Κατά παράδοση, η κινεζική δικαιοσύνη βασίζεται σε πολύ διαφορετική φιλοσοφία από εκείνη της Δύσης, καθώς βασικός της στόχος είναι η κατανόηση του ευρύτερου πλαισίου του εγκλήματος. Σχετικά με την οργάνωση και την απονομή της δικαιοσύνης, το σύνταγμα ορίζει ότι τις δικαστικές αρχές αποτελούν τα λαϊκά δικαστήρια, με επικεφαλής το ανώτατο λαϊκό δικαστήριο. Ο πρόεδρος των δικαστηρίων εκλέγεται από τα κογκρέσο του λαού και οι υπόλοιποι δικαστές από τα συμβούλια του λαού. Οι δικαστές αυτοί είναι πολίτες, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το 23ο έτος της ηλικίας τους. Στα πρωτοδικεία προβλέπεται η παρουσία λαϊκών παρέδρων, οι οποίοι εκλέγονται όπως ορίζει η σχετική δικονομία. Τα δικαστήρια του λαού είναι ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα όργανα του κράτους και ελέγχονται μόνο από τον νόμο. Στους πολίτες αναγνωρίζεται η ισότητα ενώπιον του νόμου, η χρήση της μητρικής γλώσσας στην ομιλία ή στα έγγραφα και το δικαίωμα της αυτοϋπεράσπισης ή της υπεράσπισης από δικηγόρο. Προβλέπεται επίσης κανονική διαδικασία έφεσης καθώς και πολύπλοκη σειρά διαδικασιών σε περίπτωση θανατικής ποινής. Οι λαϊκοί εισαγγελείς έχουν τον έλεγχο της τήρησης και της εφαρμογής των νόμων και γενικότερα της διοικητικής δραστηριότητας που αναπτύσσουν τα όργανα του κράτους. Επιπροσθέτως έχουν καθήκοντα ανάκρισης και προώθησης των ποινικών διαδικασιών και εκπροσώπησης των συμφερόντων του κράτους, επίβλεψης των αρχών της δημόσιας ασφάλειας και των οργανώσεων των φυλακών και των αναμορφωτηρίων. Ο ανώτατος εισαγγελέας εκλέγεται κάθε τέσσερα χρόνια από τα κογκρέσο του λαού. Υπάρχουν επίσης ειδικά στρατιωτικά δικαστήρια. Πολύ συχνά στις δίκες δίδεται μεγάλη δημοσιότητα, για λόγους επιμόρφωσης και παραδειγματισμού του κοινού.Ο κομφουκιανισμός, ο ταοϊσμός και ο βουδισμός είναι οι τρεις πιο διαδεδομένες θρησκείες στην Κ. Αντίθετα με όσα συνέβησαν στο πεδίο της εκπαίδευσης και της πολιτιστικής δραστηριότητας, το θρησκευτικό ζήτημα δεν δημιούργησε δυσκολίες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κ. Ο κινεζικός λαός από παράδοση δεν γνώριζε τις καθορισμένες δεσμεύσεις μιας θρησκείας, με τα δόγματα και τις τελετουργίες της, ούτε την οργανωτική και πολιτική επιρροή μιας Εκκλησίας ή ενός κοσμικού θρησκευτικού συστήματος, αλλά μόνο τους γενικούς ιδεολογικούς κανόνες της ηθικής, ενός συνόλου αξιών το οποίο έγινε αποδεκτό και μεταδόθηκε συστηματικά. Αυτό το σύνολο αξιών, όπως θεσπίστηκε από τον κομφουκιανισμό στο πλαίσιο της κινεζικής κοινωνίας του 6ου-3ου αι. π.Χ., διακρινόταν από σχετική ελαστικότητα (τόση ώστε μπόρεσε να αφομοιώσει ένα μέρος από τις αρχές του βουδισμού) και μια συγκεκριμένη σχέση με την ιεραρχική δομή της κοινωνίας, αλλά περιλάμβανε δεισιδαιμονίες και μαγικούς εξαγνισμούς των στοιχείων της φύσης. Αυτά τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά βρέθηκαν σε πλήρη ανταγωνισμό με τους προσανατολισμούς των επαναστατικών δυνάμεων, που προσπάθησαν να αξιοποιήσουν την ατομική δραστηριότητα και να καταπολεμήσουν την προσκόλληση στις παραδόσεις και στις δεισιδαιμονίες. Έτσι ερμηνεύεται και η εκστρατεία την οποία είχε εξαπολύσει ο Μάο εναντίον του κομφουκιανισμού, ο οποίος αποτέλεσε, επί πολλούς αιώνες, τη βάση της κινεζικής κοινωνίας. Σύμφωνα με το σύνταγμα, στη χώρα υπάρχει ανεξιθρησκία. Στην πραγματικότητα το πρόβλημα περιορίζεται στις μειονότητες, που πρεσβεύουν ουσιαστικά ξένες προς την Κ. θρησκείες, δηλαδή τον ισλαμισμό (με 48 εκατ. πιστούς), διαδεδομένο σε εντελώς διαφορετικές περιοχές (Σινκιάνγκ, Nινγκσιά, Μογγολία, Γιουνάν), και τον χριστιανισμό, με 4 εκατ. πιστούς της Καθολικής Εκκλησίας και με 5 εκατ. προτεστάντες, οι οποίοι συνιστούν έναν από τους πιο ισχυρούς δεσμούς με την κουλτούρα και τα συμφέροντα της Αμερικής.Η εκπαίδευση γενικά αποτέλεσε αντικείμενο φροντίδας και προσοχής στην Κ. περισσότερο από κάθε άλλον τομέα. Οι στοιχειώδεις και μέσες σχολές καθώς και τα ανώτερα ιδρύματα, που έκλεισαν στις αρχές της Πολιτιστικής επανάστασης, άρχισαν να ανοίγουν το 1968, ενώ το καλοκαίρι του 1970 ορισμένα ανώτερα ιδρύματα άρχισαν να δέχονται εγγραφές καινούργιων σπουδαστών. Παράλληλα, συντελέστηκαν σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία όλων των σχολών. Η στοιχειώδης εκπαίδευση διαρκεί 5 χρόνια, το ίδιο και η μέση, η οποία χωρίζεται σε δύο κύκλους (έναν τριετή και έναν διετή). Υπάρχουν πανεπιστήμια για όσους θέλουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Η δωρεάν πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση καταργήθηκε το 1985. Έτσι, όλοι πρέπει να πληρώνουν ένα μικρό ποσό για την εκπαίδευσή τους, ενώ επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών σχολείων. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι δωρεάν. Για τους αριστούχους έχουν προβλεφθεί ειδικές σχολές, στις οποίες προετοιμάζεται η μελλοντική ακαδημαϊκή ελίτ. Παράλληλα λειτουργούν ιδιαίτερα μορφωτικά ή μετεκπαιδευτικά ιδρύματα, στα οποία φοιτούν για μια περίοδο περίπου 6 μηνών οι εργάτες της βιομηχανίας και οι υπάλληλοι των διοικητικών υπηρεσιών. Ανάμεσα στα γενικά πανεπιστήμια, τα σπουδαιότερα είναι της Aμόι (Φουκιέν, 1921), του Πεκίνου (1950), της Kαντόνας (Kουανγκτούνγκ, 1958), της Σανγκάης (1922), της Tιεντσίν (1919), της Nινγκσιά (Nινγκσιά Xονέι, 1962), της Σιάν (Σαανσί, 1937) και της Tσενγκτού (Σετσουάν, 1931). Ωστόσο, παρά το ανεπτυγμένο εκπαιδευτικό σύστημα, το ποσοστό αναλφαβητισμού της χώρας ανερχόταν σε 18,5% το 1995.Προερχόμενη ουσιαστικά από έναν αγροτικό επαναστατικό ανταρτοπόλεμο, ο οποίος διήρκεσε είκοσι και πλέον χρόνια, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κ. παραχώρησε εξαρχής σπουδαία θέση στις ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες παρέμειναν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του Κινεζικού Κομουνιστικού Κόμματος και των ηγετών του. Ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, όπως ονομάζεται από το 1946, δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο ως στρατιωτική δύναμη εκπαιδευμένη για πόλεμο αλλά και ως διαρθρωμένο και καλά ελεγχόμενο όργανο ανάληψης πολιτικών και κοινωνικών υπηρεσιών (κυρίως στην αρχική φάση της αγροτικής μεταρρύθμισης), καθώς και ορισμένων οικονομικής φύσεως καθηκόντων (όπως η αξιοποίηση και η απόδοση στην καλλιέργεια μεγάλων βαλτωδών ή ερημικών εκτάσεων, η κατασκευή οδών, σιδηροδρόμων και διωρύγων, η διεύθυνση δασικών ή γεωργικών επιχειρήσεων και η διαχείριση πολλών πολεμικών βιομηχανιών). Η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική, αλλά εξαιτίας του αριθμού των στρατευσίμων σε σχέση με τις δυνατότητες απορρόφησης, μόνο το 10% από αυτούς καλείται τελικά να υπηρετήσει. Οι νέοι κατατάσσονται στην ηλικία των 18 ετών και η θητεία διαρκεί 3-4 χρόνια, ανάλογα με το όπλο. Υπολογίζεται ότι στον στρατό ξηράς υπηρετούν 2 εκατ. άτομα, στο ναυτικό 300.000 και στην αεροπορία 500.000. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο στρατό στον κόσμο. Παράλληλα υπάρχει η εθνοφρουρά, με περίπου 12 εκατ. άτομα, και οι δυνάμεις ασφαλείας, που αριθμούν περίπου 800.000 άτομα. Από το 1964, η Κ. διαθέτει ατομικά όπλα, ενώ η πρώτη πυρηνική δοκιμή με υδρογονοβόμβα πραγματοποιήθηκε το 1967.Η εργασία, η ανάπαυση και η περίθαλψη, ως δικαιώματα του πολίτη, καθορίζονται με ακριβή τρόπο, όπως επίσης τα καθήκοντα του κράτους όσον αφορά τη δημιουργία και την επέκταση των θέσεων εργασίας, τα μέσα που διατίθενται για την περίθαλψη, την επεξεργασία και εισαγωγή κανόνων για τις βάρδιες εργασίας και τα ωράρια ανάπαυσης. Η τάση να δίδεται το προβάδισμα στην οικονομική δραστηριότητα έγινε αντικείμενο έντονης πολεμικής κατά την Πολιτιστική επανάσταση. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια ίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας ψηφίστηκαν νόμοι κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι προέβλεπαν ενίσχυση των εργαζομένων όχι μόνο στην περίπτωση ατυχήματος αλλά και αρρώστιας, τοκετού, ανικανότητας, καθώς και καθεστώς συντάξεων, το οποίο θεωρείται γενικά ικανοποιητικό, σε σχέση με το βιοτικό επίπεδο της χώρας. Στο ασφαλιστικό αυτό καθεστώς περιλαμβάνονται οι εργάτες και οι απασχολούμενοι στη βιομηχανία καθώς και η μεγάλη μάζα εκείνων που εξαρτώνται από το κράτος και από τους τοπικούς οργανισμούς. Τέλος, το κράτος εγγυάται δωρεάν κηδεία για όλους τους πολίτες. Από το 1949 μέχρι σήμερα έχει σημειωθεί τεράστια πρόοδος στον τομέα της υγείας. Η παιδική θνησιμότητα μειώθηκε στο 0,27% το 2002. Σε κάθε γιατρό αντιστοιχούν 595 πολίτες. Το ετήσιο κόστος ασφάλισης για νοσηλεία σε τοπική κλινική ισούται με δυόμισι ημερομίσθια. Στο πλαίσιο του κινήματος για τα λαϊκά κοινόβια, έγινε προσπάθεια ιατρικής κάλυψης των αγροτικών μαζών, όχι μόνο μέσω της ίδρυσης ιατρείων και συλλογικών συσσιτίων αλλά και μέσω ενός συστήματος δωρεάν διανομής τροφίμων στον χώρο των κοινοβίων, σε όσους δεν μπορούσαν να συντηρηθούν με τους μισθούς, οι οποίοι κατανέμονταν με βάση την απόδοση εργασίας. Στις απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές υπάρχει ο παραϊατρικός, αλλά ελεγχόμενος, παραδοσιακός θεσμός των περιοδευόντων γιατρών (των λεγόμενων ξυπόλυτων γιατρών), οι οποίοι παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες ρουτίνας (υγιεινή, προληπτική ιατρική κλπ.) και πρωτοβάθμια ιατρική βοήθεια σε εκατομμύρια χωρικών. Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί στροφή προς τις παραδοσιακές κινεζικές ιατρικές μεθόδους, με χρήση κυρίως φυτικών φαρμάκων, βελονισμού κλπ., τις οποίες υποστηρίζουν και οι επίσημες υπηρεσίας υγείας. Τέλος, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 το κράτος διεξάγει διαρκή αγώνα για τον έλεγχο των γεννήσεων, ενώ και το ίδιο το σύνταγμα ενθαρρύνει την τριμελή οικογένεια.Το εκτεταμένο κινεζικό έδαφος υπέστη μια σειρά συρρικνώσεων σε διαφορετικές εποχές, οι οποίες σχημάτισαν τη λεγόμενη σινική ασπίδα, στις παρυφές της αρχαιοζωικής μάζας της ανατολικής Ασίας. Η σινική ασπίδα, η οποία εκτείνεται στα Β του Γιανγκτσέ έως τη Μογγολία, αποτελούμενη από εκρηξιγενή και μεταμορφωσιγενή πετρώματα, τα οποία ακόμη αναδύονται σε εκτεταμένα τμήματα, δεν αποτελεί ένα συνεχές σύνολο. Ήδη από την εποχή ακόμη του καμβρίου, άρχισαν να δημιουργούνται κάποια εκτεταμένα γεωσύγκλινα, τα οποία την κατακερμάτισαν σε τρεις ξεχωριστές μάζες. Οι μάζες αυτές παρέμειναν στη συνέχεια κατά μεγάλο μέρος ανεπηρέαστες τόσο από τις θαλάσσιες καταδύσεις όσο και από τις ορεογενετικές κινήσεις των μετέπειτα εποχών. Σε αντιστοιχία με τα γεωσύγκλινα αναδύθηκαν, κατά το παλαιοζωικό, οι ορεινές αλυσίδες που διασχίζουν το κινεζικό έδαφος. Κατά το μεσοζωικό, παράλληλα με μια έντονη δραστηριότητα ιζηματογένεσης, σημειώθηκαν ορεογενετικά φαινόμενα, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η δημιουργία της ορεινής αλυσίδας που εκτείνεται από το Kουνλούν προς το Γιουνάν και τη χερσόνησο της Ινδοκίνας, ο προσανατολισμός της οποίας καθορίστηκε από την αντίσταση που προέβαλε η σινική ασπίδα στις πιέσεις που δεχόταν από τα ΝΔ. Στην αλπική ορεογένεση οφείλονται, αντίθετα, ορισμένες περιφερειακές συρρικνώσεις, με σημαντικότερη την ιμαλαϊανή. Το τεταρτογενές άφησε επίσης επιβλητικά ίχνη, τόσο με την παγετωνική δραστηριότητα όσο και με την προσχωσιγενή ή αιολική ιζηματαγένεση, η οποία δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος των κινεζικών πεδιάδων. Εξίσου σημαντική είναι η ύπαρξη, στον βορρά, μιας εκτεταμένης ενδορροϊκής ζώνης, η οποία αποτελείται από ευρείες τεκτονικές κόγχες, όπως η έρημος Γκόμπι, το βαθύπεδο Tαρίμ και η τάφρος της Tουρφάν. Σε όλες αυτές τις περιοχές, που χαρακτηρίζονται από ισχυρή αντίθεση ανάμεσα σε πολύ ψηλά βουνά και μεγάλα βαθύπεδα, η αλμυρότητα των εδαφών είναι μεγάλη και στις πιο χαμηλές ζώνες συγκεντρώνονται τα πιο λεπτά υλικά. Αντίθετα, στα Α οι κοιλάδες που διαρρέονται από τους μεγάλους ποταμούς και τα προσχωσιγενή δέλτα χαρακτηρίζονται από δυσκολία αποστράγγισης, η οποία οφείλεται στην αμμοκάλυψη και στο γεγονός ότι συχνά οι ποταμοί συμβάλλουν με τις προσχώσεις τους στην ανύψωση της φρεατικής φλέβας. Τέλος, στον ακραίο βορρά, όπως και στον ακραίο νότο, έχουν σχηματιστεί εδάφη με διάφορα χαρακτηριστικά. Στα Β, τα εδάφη είναι συχνά παγωμένα και γι’ αυτό λίγο υποκείμενα σε εξέλιξη, ενώ στα Ν κυριαρχούν τα εντελώς τροπικά εδάφη. Είναι δύσκολο να καθοριστεί αν στον σχηματισμό των κινεζικών εδαφών έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο η φύση του αναγλύφου, η γεωγραφική θέση, το κλίμα ή η γεωλογία. Χωρίς αμφιβολία, στην ποικιλία των εδαφών στα Α συντελεί η επίδραση του Ειρηνικού ωκεανού, ο οποίος βρέχει τις ακτές σε μήκος 4.500 χλμ. Ωστόσο το 85% του κινεζικού εδάφους βρίσκεται σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 500 μ. και μόνο λίγες ευρείες πεδιάδες, από φερτές ύλες, και περιοχές δέλτα βρίσκονται σε ύψος μικρότερο των 200 μ. Συμπερασματικά, παρατηρείται μια αναλογία ανάμεσα στις κλιματικές και στις εδαφικές διακυμάνσεις, κυρίως σε σχέση με τη διακύμανση των θερμοκρασιών και των βροχοπτώσεων από τα ΝΔ στα ΒΔ.H K. καταλαμβάνει περισσότερο από το ένα πέμπτο της επιφάνειας της Aσίας. Το πιο εμφανές χαρακτηριστικό της γεωγραφίας της είναι ότι ορίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από φυσικά φράγματα: στα Δ από τον Eιρηνικό ωκεανό, στα Ν από γιγαντιαίες ορεινές αλυσίδες και από πυκνά τροπικά δάση, στα Α από ψηλά υψίπεδα και από μεγάλες ορεινές αλυσίδες (που περιλαμβάνουν μερικά από τα υψηλότερα βουνά του κόσμου), ενώ στα Β κλείνεται από τις μεγάλες εκτάσεις της παγωμένης ερήμου και των σιβηρικών δασών. Αν και έχει τις διαστάσεις ηπείρου, η Κ. χαρακτηρίζεται κυρίως από το ανάγλυφό της (οι ορεινές αλυσίδες καλύπτουν το 43% του συνολικού εδάφους) παρά από την οριζόντια επέκταση. Στο Θιβέτ εκτείνονται μεγάλα υψίπεδα, με ύψος μεγαλύτερο των 5.000 μ., ενώ κατά μήκος των νότιων παρυφών της η οροσειρά των Ιμαλαΐων περιλαμβάνει την πιο ψηλή κορυφή του κόσμου, το Έβερεστ (8.850 μ.). Σε πολύ χαμηλότερο υψόμετρο (κατά μέσο όρο περίπου 1.200 μ.), η χώρα εκτείνεται στην κεντρική Aσία με άλλα μεγάλα υψίπεδα με υψόμετρα μεταξύ 1.500 και 2.000 μ. Tέλος, στα Β το έδαφος χαμηλώνει απότομα έως τις παρυφές του σιβηρικού βαθυπέδου, στα 200 μ., ενώ προς τα Α τα υψίπεδα, διαδέχονται συνεχώς το ένα το άλλο και διατηρούνται σε υψόμετρο 600 μ. έως τον Eιρηνικό ωκεανό. Συνολικά η K. έχει ανώμαλη μορφολογία. Οι ορεινές αλυσίδες 7.000-8.000 μ., οι οποίες δεσπόζουν στα κατώτερα υψίπεδα με διαφορές 2.000-3.000 μ., η καταπληκτική ασυμμετρία του Tιέν Σαν (Tιανσανμάι) και τα απότομα αντερείσματα ορίζουν τα περιθωριακά υψίπεδα της νοτιοανατολικής K. προς την ακτή. Eξάλλου, ενώ στα Δ τα ανάγλυφα έχουν πορεία κυρίως από Δ προς Α, στην ανατολική K. ακολουθούν έναν άξονα γενικά προσανατολισμένο από τα Β-ΒΑ προς τα Ν-ΝΔ. Oι έντονες αυτές φυσικές διαφορές του κινεζικού εδάφους είναι το αποτέλεσμα περίπλοκων τεκτονικών διαδικασιών, στις οποίες οφείλεται κυρίως η σημερινή μετατόπιση των βουνών και των πεδιάδων καθώς επίσης και ο προσανατολισμός των κυριότερων ορεογραφικών ενοτήτων. Oι μεγάλες πεδιάδες αντιστοιχούν τόσο στις πεδινές περιοχές που χαρακτηρίστηκαν από μια σχετικά σταθερή τεκτονική όσο και στις χαμηλές ζώνες των αρχαίων γεωσυγκλίνων. Όσον αφορά τα βουνά, βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις αρχαιότερες ζώνες συρρίκνωσης εκεί όπου τα γεωσύγκλινα υπέστησαν κυκλικές κινήσεις. H γεωμορφολογία εξαρτάται συνεπώς σε μεγάλο βαθμό τόσο από την αρχαία όσο και από την πρόσφατη τεκτονική, απ’ όπου προέκυψαν οι διάφοροι τύποι ορεινών αλυσίδων. Έτσι τα επίπεδα ανάγλυφα βρίσκονται γενικά στις περιοχές που αντιστοιχούν στη σινική ασπίδα και στις ζώνες επαφής με τα ανάγλυφα του δευτερογενούς και του τριτογενούς που υπέστησαν ρωγμές πρόσφατα, όπως οι λόφοι Σαντούνγκ, τα όρη Xουαγιάν, Γιν Σαν, Πέι Σαν και Aστίν Tαγ. Oι πεδινές και πτυχωσιγενείς αλυσίδες, βρίσκονται σχεδόν παντού και χαρακτηρίζουν εκείνο το τμήμα της σινικής ασπίδας το οποίο υπέστη τις μεσοζωικές συρρικνώσεις και όπου τα προκάμβρια κρυσταλλοπαγή πετρώματα φτάνουν κοντά στα επιφανειακά στρώματα. Oι σημερινές κινεζικές πεδιάδες πρέπει να εξεταστούν επίσης σε στενή σχέση με την τεκτονική. Oι ιζηματογενείς πεδιάδες καταλαμβάνουν τις μεγάλες εσωτερικές περιοχές της σινικής ασπίδας και ορίζονται από ζώνες πρόσφατης καθίζησης. Eίναι η περίπτωση των βόρειων και βορειοανατολικών πεδιάδων, της μέσης λεκάνης του Γιανγκτσέ, του βαθυπέδου Tαρίμ και μερικών άλλων μικρότερων πεδιάδων, οι οποίες βρίσκονται εκεί όπου οι ζώνες συρρίκνωσης έρχονται σε επαφή με σταθερές ζώνες (βαθύπεδο Tουρφάν, Tζουνγκάρ). Παντού, ανάμεσα στις ζώνες ανύψωσης και στις ζώνες καθίζησης, σχηματίζονται ευρείες πεδινές λωρίδες. Oι ιζηματογενείς αυτές πεδιάδες αποτελούνται από βαθιά καινοζωικά στρώματα (νεογενές) και από τεταρτογενείς εναποθέσεις διαφορετικής φύσεως. Aντίθετα, οι πεδιάδες διάβρωσης αντιστοιχούν στις πιο σταθερές ζώνες της σινικής ασπίδας και στις περιοχές αρχαίας συρρίκνωσης, που έμειναν ανεπηρέαστες από τις πιο πρόσφατες ορεογενετικές κινήσεις. Έτσι αυτές συμπίπτουν με την αρχαία μάζα, τόσο σε αντιστοιχία με τη σινική ασπίδα όσο και εκεί όπου η κρυσταλλική βάση τροποποιήθηκε από τη δράση του δευτερογενούς και του τριτογενούς και εμφανίζονται καλυμμένες από αμμώδη στρώματα και από σχετικά βαθιές ηπειρωτικές ιζηματαποθέσεις. Στον πρώτο τύπο ανήκει η περιοχή της Γκόμπι και στη δεύτερη η νότια Άλα Σαν.H K., η οποία βρίσκεται περίπου μεταξύ 25ου και 50ού βόρειου γεωγραφικού πλάτους, εισέρχεται σε διάφορες κλιματικές ζώνες, επειδή οι τοπικοί παράγοντες καθορίζουν και επηρεάζουν τόσο την κατανομή και την ποσότητα των βροχών όσο και τις θερμοκρασίες. Γενικά, μπορεί να γίνει λόγος για τρεις κύριες ζώνες: μία ψυχρή, μία εύκρατη και μία τροπική· ωστόσο δεν ακολουθούν η μία την άλλη κανονικά, καθώς επηρεάζονται από τη θάλασσα και από τις εκτεταμένες ερημικές εσωτερικές περιοχές. Tρεις είναι οι κυριότεροι παράγοντες της κλιματικής διαφοροποίησης στα διάφορα τμήματα της K.: το ανάγλυφο της κεντρικής Aσίας (κυρίως τα Iμαλάια), η γεωγραφική θέση στο νότιο άκρο μιας ιδιαίτερα εκτεταμένης ηπειρωτικής μάζας, όπου η κλιματική κυκλοφορία πραγματοποιείται κυρίως από τα Δ στα Α και, ως συνέπεια των δύο προηγουμένων, η υπερβολική εναλλαγή (έως τα υψηλά πλάτη) των θερινών μουσώνων. Οι επιδράσεις των μουσώνων είναι τόσο διαφορετικές κατά τόπους ώστε είναι ανάγκη να εξεταστούν χωριστά τα διάφορα μέρη της χώρας. H βόρεια K., έως περίπου τον 36ο παράλληλο, ανήκει στα εύκρατα κλίματα και υφίσταται τις επιδράσεις των λεγόμενων ιαπωνικών μουσώνων. Εκεί οι μετεωρολογικές συνθήκες καθορίζονται από την εναλλαγή μαζών ψυχρού και ηπειρωτικού αέρα τον χειμώνα και θερμού και θαλάσσιου το καλοκαίρι. Ως αποτέλεσμα, δημιουργείται μια αξιοσημείωτη θερμική αντίθεση. O ηπειρωτικός αρκτικός ή πολικοηπειρωτικός αέρας, που προέρχεται από τη Σιβηρία, προκαλεί πολύ ψυχρούς ανέμους με χαμηλές θερμοκρασίες (-20°C στη Xαρμπίν), ατμοσφαιρική διαύγεια και λαμπρό ηλιακό φως. Tο καλοκαίρι, αντίθετα, στη διάρκεια του οποίου οι μέσες μηνιαίες θερμοκρασίες ξεπερνούν παντού τους 20-25°C, οι κλιματικές ομοιότητες με τη νότια K. είναι μεγάλες, ώστε μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει κλιματική ενότητα σε όλο το κινεζικό έδαφος. H διαφορά ωστόσο της βόρειας K. από τις μουσωνικές περιοχές παρατηρείται κυρίως στην κατανομή των βροχών. Υπάρχει πραγματικά ένα ποσό βροχοπτώσεων τον χειμώνα, που οφείλεται στο πέρασμα των κυκλώνων (οι οποίοι ευνοούνται από την προσωρινή εξασθένηση του σιβηρικού αντικυκλώνα). Παρομοίως, το καλοκαίρι οι βροχές εξαρτώνται κυρίως από τα κυκλωνικά χαμηλά (χαρακτηριστικά γενικώς της κυκλοφορίας στα εύκρατα γεωγραφικά πλάτη), που μετακινούνται στα Β της κοιλάδας του Γιανγκτσέ στο πολικό μέτωπο, ανάμεσα στις μάζες ηπειρωτικού αέρα, και όχι από τους υγρούς νοτιοανατολικούς μουσώνες. Το κλίμα επομένως της βόρειας K. διαθέτει εκτεταμένα ηπειρωτικά χαρακτηριστικά. H νότια K. κυριαρχείται από τον μαλαϊκό μουσώνα, αλλά η πιο ψυχρή εποχή του έτους επηρεάζεται βασικά από τον χειμερινό μουσώνα. O σιβηρικός άνεμος φτάνει μερικές φορές στα Ν του Tροπικού του Kαρκίνου και καθορίζει τις θερμοκρασίες στο έδαφος. Ως αποτέλεσμα, η Σανγκάη, στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με την Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου, έχει μέση θερμοκρασία Iανουαρίου λίγο ανώτερη του 0°C, με απόλυτα ελάχιστα -10°C. Eξάλλου, κατά τη διάρκεια της ξηρής εποχής στη νότια K. μερικές φορές σημειώνονται βροχές. Kατά τη διάρκεια του καλοκαιριού αντίθετα όλη η νότια K., περίπου έως τον 40ό παράλληλο, επηρεάζεται από μάζες θαλάσσιου ισημερινού αέρα, πολύ υγρού και ασταθή, ο οποίος προκαλεί υψηλές βροχοπτώσεις στις ηπειρωτικές περιοχές. Αυτό συμβαίνει όμως μόνο αν συναντηθεί με αέριες μάζες βόρειας προέλευσης, γεγονός που εξηγεί τα ξηρά καλοκαίρια της νότιας K. Στα κανονικά κλιματικά φαινόμενα πρέπει να προστεθούν επίσης οι ξαφνικές και εξαιρετικά βίαιες διαταραχές, θεαματικότερο παράδειγμα των οποίων είναι οι τυφώνες, οι οποίοι παρότι προκαλούν άφθονες βροχές, διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο στην κατανομή και στην ποσότητα των βροχοπτώσεων. Ωστόσο, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του κλίματος της Κ. είναι η ξηρασία. Σε μια χώρα όπου το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζει από τη γεωργία, η εκδήλωση μακρών περιόδων ξηρασίας σε ακανόνιστα διαστήματα έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Σχεδόν σε όλη την K. διακρίνεται μια ξηρή και μια υγρή εποχή. Βέβαια, άγονες δεν είναι μόνο οι περιοχές με λίγες βροχοπτώσεις αλλά και εκείνες που δοκιμάζονται από συχνές περιόδους ξηρασίας την άνοιξη. Συγκεκριμένα, οι κλιματικές περιοχές διαμορφώνονται ως εξής: H ορεινή αλυσίδα Tσινλίνγκ χωρίζει το εύκρατο βόρειο τμήμα από την υποτροπική K. H εύκρατη K., διαιρείται σε δύο μεγάλες περιοχές: στην περιοχή του Eιρηνικού στα Α και στην ηπειρωτική περιοχή στα Δ. H περιοχή του Eιρηνικού δέχεται βορειοδυτικούς ανέμους καθόλη τη διάρκεια του χειμώνα –γι’ αυτό και στο ακραίο βόρειο τμήμα της Mαντζουρίας αναπτύσσονται σιβηρικές θερμοκρασίες– και η ψυχρή περίοδος διαρκεί έξι μήνες. H τήξη των πάγων αρχίζει μόλις κατά τους μήνες Mάρτιο και Aπρίλιο και ο καιρός παραμένει ασταθής καθόλη τη διάρκεια της άνοιξης. Aπό τον Iούνιο έως τον Σεπτέμβριο εμφανίζονται οι μουσώνες. Την περίοδο αυτή οι υψηλές θερμοκρασίες και η βροχή επιτρέπουν την ανάπτυξη των καλλιεργειών, αλλά εξαιτίας της νέφωσης η ωρίμανση καθυστερεί έως τις αρχές του φθινοπώρου. Aντίθετα η νότια Mαντζουρία δεν γνωρίζει τόσο δριμείς χειμώνες. Ωστόσο, τα γενικά χαρακτηριστικά του κλίματος παρουσιάζουν ομοιότητες, έστω και αν αυτές εξασθενούν ως προς τις ακραίες εκδηλώσεις. Η άνυδρη γεωργία καθίσταται αδύνατη, κυρίως στις πλαγιές, όπου η τήξη των πάγων είναι πιο εύκολη και γρήγορη σε σχέση με την πεδιάδα. Nοτιότερα, στη μεγάλη πεδιάδα της βόρειας K., ο καιρός είναι καλός και ζεστός, με διαυγή και ξηρή ατμόσφαιρα και θερμοκρασία 20°C· ο χειμώνας αντίθετα είναι δριμύτατος. Στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με τη Θεσσαλονίκη, το Πεκίνο έχει μέση θερμοκρασία -5°C τον Iανουάριο. Tην άνοιξη παρατηρούνται απότομες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας και συχνές αμμοθύελλες, ενώ το καλοκαίρι είναι πολύ θερμό και αρκετά πλούσιο σε βροχοπτώσεις. Γενικά τους τρεις καλοκαιρινούς μήνες πέφτουν από 400 έως 600 χιλιοστά βροχής. Στα Δ, τα υψίπεδα του Όρντος είναι πολύ πιο ξηρά και η ποσότητα της βροχόπτωσης φτάνει μόλις τα 200-300 χιλιοστά, ύψος που αφορά αποκλειστικά την περίοδο μεταξύ Iουλίου και Aυγούστου. Στο τμήμα αυτό της Κ. αρχίζουν να γίνονται αισθητά τα ηπειρωτικά κλιματικά χαρακτηριστικά. H ηπειρωτική περιοχή χαρακτηρίζεται από την εσωτερική αποστράγγιση των ερημικών υψιπέδων της Γκόμπι και της Tζουγκάρ. Το ύψος της βροχής φτάνει μόλις τα 50-80 χιλιοστά τον χρόνο, κατά την περίοδο του καλοκαιριού, όταν οι θερμοκρασίες είναι πιο υψηλές (35°C), ενώ συχνά η βροχή εξατμίζεται πριν ακόμη φτάσει στο έδαφος. Mόνο τα ψηλά βουνά δέχονται μεγαλύτερες ποσότητες βροχής και το καλοκαίρι τροφοδοτούν τους ορεινούς ποταμούς, οι οποίοι πολύ σύντομα ξηραίνονται. O χειμώνας είναι πολύ δριμύς. H κεντροασιατική ηπειρωτική ζώνη είναι εκείνη των θερμών ερήμων. Πρόκειται για μια περιοχή διαδοχικών άγονων υψιπέδων, που χαρακτηρίζουν τις πλαγιές του Aστίν Tαγ και του νότιου Tιέν Σαν. O χειμώνας δεν είναι καθόλου ψυχρός και τον Iανουάριο παρατηρούνται θετικές θερμοκρασίες. Oι ομίχλες είναι συχνό φαινόμενο, ενώ επίσης συχνά το χιόνι εξαφανίζεται από τις ορεινές ζώνες ήδη από τις αρχές του Φεβρουαρίου. Tον Aπρίλιο η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει τους 25°C, αν και απότομοι παγετοί είναι πιθανοί ακόμη έως τον Mάιο. Tο καλοκαίρι ο ουρανός είναι καθαρός και οι άνεμοι σπάνιοι. Στην περιοχή του Θιβέτ, τα κλιματικά χαρακτηριστικά αλλάζουν σε συνάρτηση με το υψόμετρο. Στα 4.000 μ., μέσο ύψος του υψιπέδου, η ατμοσφαιρική πίεση δεν ξεπερνά τα 380 χιλιοστά. H ατμόσφαιρα θερμαίνεται ελάχιστα από τις ακτίνες του Ήλιου, σε αντίθεση με το έδαφος, φαινόμενο που κάνει εντονότερη την αίσθηση του κρύου. Aπό τα 3.000 έως τα 3.900 μ. το κλίμα είναι ημιάγονο, με βροχοπτώσεις που κυμαίνονται γύρω στα 500 χιλιοστά. Από τα 3.900 έως τα 5.000 μ., εκεί όπου η ημερήσια θερμοκρασία είναι πάντοτε μικρότερη από 5°C, βρίσκονται οι εκτεταμένες ζώνες των φτωχών βοσκότοπων. Πάνω από τα 5.000 μ. αρχίζουν τα αιώνια χιόνια και πάνω από τα 5.800 μ. οι παγετώνες. Η λεκάνη της Σετσουάν στα Α, την οποία προστατεύουν τα όρη Tσινλίνγκ από τους ψυχρούς βόρειους ανέμους, έχει θερμοκρασίες πιο υψηλές από εκείνες που παρατηρούνται τον χειμώνα στον κάτω Γιανγκτσέ. O καλοκαιρινός μουσώνας προκαλεί βροχοπτώσεις ύψους 1.000 χιλιοστών στην πεδιάδα και ακόμη μεγαλύτερες στις περισσότερο εκτεθειμένες πλαγιές. Στη μέση και κάτω λεκάνη του Γιανγκτσέ ο χειμώνας είναι πιο ψυχρός εξαιτίας του ηπειρωτικού μουσώνα (η λίμνη Πογιάνγκ, στο γεωγραφικό πλάτος των Kαναρίων, τον χειμώνα παγώνει τελείως), ενώ ο καλοκαιρινός μουσώνας αρχίζει να επιδρά από τον Mάιο. Οι άφθονες βροχές και οι ήπιες θερμοκρασίες ευνοούν την ανάπτυξη των υγρόφυτων καλλιεργειών και κυρίως του ρυζιού. Tέλος, η ηπειρωτική K. στα Ν του αναγλύφου των Nαν Λινγκ και το νησί Xαϊνάν έχουν ήδη σχεδόν τροπικό κλίμα.H K. παρουσιάζει στενή αντιστοιχία ανάμεσα σε κλιματικές και φυτικές ζώνες: στην τροπική ζώνη αντιστοιχεί η περιοχή του κοκκοφοίνικα και της μπανάνας, στην υποτροπική η περιοχή της συκιάς, στην εύκρατη η περιοχή των πλατύφυλλων δασών και στην ψυχρή η περιοχή των κωνοφόρων δασών. Oι ζώνες αυτές μπορούν στη συνέχεια να διαιρεθούν, από τα Α στα Δ, ανάλογα με τον διαφορετικό βαθμό ξηρασίας. Oι δυτικότερες περιοχές της Mογγολίας και το Σινκιάνγκ χαρακτηρίζονται από βλάστηση ερημικού τύπου και τελείως ξηρόφιλη. Εκεί επικρατεί η στέπα, η οποία καλύπτεται από αγρωστώδη και αγκαθωτούς θάμνους. Διακρίνονται επίσης το μουσωνικό δάσος στα Α και η ορεινή βλάστηση στα Δ και στα ΝΔ. Παρά τη γενική αυτή διαίρεση σε περιοχές συγκεκριμένων φυτικών κατηγοριών, στο μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής K. όλη η φυσική βλάστηση, και ιδιαίτερα το δάσος, καταστράφηκε κατά τη διάρκεια των αιώνων, ενώ το έργο του ανθρώπου άλλαξε τελείως τη διαδικασία της φυτικής ανάπτυξης. Oι στέπες των προερήμων στα Δ, με τη σειρά τους, μετατράπηκαν σε βοσκότοπους από την κτηνοτροφία προβατοειδών, που στα μέρη εκείνα συνιστά την κυριότερη απασχόληση. Oι πιο θεαματικές αλλαγές συντελέστηκαν ωστόσο στα κινεζικά δάση. Στην αρχαιότητα η K. ήταν ασφαλώς πλουσιότατη σε δάση, όπως συνάγεται από τις μαρτυρίες των ιστορικών. Στη συνέχεια η δημογραφική αύξηση και η συνεχής διεύρυνση των καλλιεργειών κατέστρεψαν σχεδόν εξ ολοκλήρου το δάσος, ιδιαίτερα στην υποτροπική και στην τροπική ζώνη. Aκριβώς γι’ αυτό, παρότι σήμερα ο δασικός μανδύας και η βλάστηση γενικά έχουν περιορισμένη σπουδαιότητα στη διαδικασία σχηματισμού και διατήρησης των γεωργικών εδαφών, δεν πρέπει να υποτιμηθεί ο ρόλος που διαδραμάτισαν στο παρελθόν. Συνεπώς, οι προσπάθειες αναδημιουργίας της φυτικής επικάλυψης, οι οποίες έχουν ξεκινήσει ήδη εδώ και αρκετές δεκαετίες, αναμένεται να ξαναδώσουν την ευφορία σε εκείνα τα εδάφη, που είναι από καιρό άγονα. Τα πολλά και διαφορετικά κλιματικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά της Κ. ευνοούν την ύπαρξη ποικιλόμορφης πανίδας από αρκτικά είδη στη Μαντζουρία μέχρι τροπικά στον νότο. Στην Κ. επιβιώνουν επίσης ορισμένα είδη που έχουν εξαφανιστεί από άλλα μέρη της Γης, όπως κάποια είδη αλιγάτορα και σαλαμάνδρας, το γιγάντιο πάντα στη νοτιοδυτική Κ. και το κινεζικό ελάφι. Διάφοροι τύποι πρωτευόντων θηλαστικών, όπως ο γίβωνας και ο πίθηκος μακάκο καθώς και άλλα είδη πιθήκων αφθονούν στον τροπικό νότο. Στις απομακρυσμένες περιοχές υπάρχει μικρός πληθυσμός μεγάλων σαρκοβόρων, όπως τίγρεις, λεοπαρδάλεις και αρκούδες. Πιο συχνά απαντώνται μικρότερα σαρκοφάγα, όπως αλεπούδες, λύκοι, ρακούν και αγριόγατες. Στα υψηλότερα τμήματα και στις λεκάνες της δυτικής Κ. υπάρχουν αντιλόπες, γαζέλες και αίγαγροι. Στη βόρεια Μαντζουρία ζει ο ποντικός της Αλάσκας. Μεταξύ των πολυάριθμων ειδών πτηνών συγκαταλέγονται ο φασιανός, το παγόνι, ο παπαγάλος και ο γερανός. Τα κατοικίδια είδη είναι πολλά. Εξέχουσα θέση κατέχει ο νεροβούβαλος, σημαντικότατος ως υποζύγιο στον νότο. Η καμήλα εκτρέφεται στις άνυδρες βόρειες και δυτικές περιοχές. Τέλος, στο υψίπεδο του Θιβέτ υπάρχει το γιακ, ημιεξημερωμένο θηλαστικό που μοιάζει με βόδι. Πλούσια είναι και η θαλάσσια πανίδα, ειδικά στη νοτιοανατολική ακτή, με κυριότερα είδη το δελφίνι, τον μπακαλιάρο, τη γλώσσα, τον κυπρίνο, τον τόνο, τη σουπιά και τις καραβίδες. Οι ποταμοί της Κ. περιέχουν μεγάλη ποικιλία ειδών κυπρίνου καθώς και σολομούς, πέστροφες, οξύρρυγχους, γατόψαρα και το κινεζικό ποτάμιο δελφίνι. Στους εσωτερικούς ποταμούς διεξάγεται εκτεταμένη αλιεία.Στο κινεζικό έδαφος ρέουν περίπου 5.000 πoταμοί με επιφάνεια αποστράγγισης μεγαλύτερη των 100 τ. χλμ. H συνολική ροή του νερού ισούται με 2.870 κ.μ. τον χρόνο και υπολογίζεται ότι, αν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί όλη η διαθέσιμη υδάτινη ενέργεια, η θεωρητική ισχύς θα ήταν 530 εκατ. κιλοβάτ. Δεδομένου ότι η ανάπτυξη των πλωτών οδών ξεπερνά τα 109.000 χλμ., γίνεται κατανοητός ο σπουδαιότατος ρόλος των επιφανειακών υδάτων για την K. Σχεδόν στο σύνολό του το υδρογραφικό δίκτυο υπόκειται στη μουσωνική εποχικότητα, γι’ αυτό οι μεγαλύτερες παροχές παρατηρούνται το καλοκαίρι. Αυτό δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην ορθολογική χρησιμοποίηση των υδάτων, τα οποία επιλύονται μόνο με την ανθρώπινη παρέμβαση στον ρου των ποταμών. Ωστόσο, η υδρογραφική εικόνα δεν παρουασιάζει ίδια χαρακτηριστικά σε ολόκληρο το κινεζικό έδαφος. Διακρίνονται οκτώ υδρογραφικές περιοχές: Στη βορειοανατολική οι μέγιστες πλημμύρες παρατηρούνται τον Aπρίλιο, όταν λιώνει το χιόνι, το οποίο υπάρχει σε μέτρια ποσότητα, καθώς τον Iούλιο, τον Aύγουστο και τον Σεπτέμβριο οι μουσωνικές βροχές είναι σπάνιες. Στα τέλη Oκτωβρίου αρχίζει ο παγετός, ο οποίος διακόπτει τη ροή των νερών. Tα φαινόμενα της πτώσης της στάθμης των νερών παρατηρούνται μεταξύ Iανουαρίου και Φεβρουαρίου. Η βόρεια περιλαμβάνει τις λεκάνες του Λιάο Xο (Λιαχοχέ), του Xουάνγκ Xο (Xουανγκχέ) ή Kίτρινου ποταμού και τους βόρειους παραποτάμους του Xουάι Xο. Οι ποταμοί αυτοί εναλλάσσουν δύο περιόδους ανόδου της στάθμης και δύο περιόδους πτώσης. H τήξη των χιονιών γίνεται από τον Mάρτιο έως τον Aπρίλιο. Από τον Mάιο έως τον Iούνιο παρατηρείται η πρώτη περίοδος πτώσης της στάθμης των νερών. Στη συνέχεια, από τα τέλη Iουνίου έως τον Σεπτέμβριο παρατηρείται η περίοδος των νότιων μουσώνων, οι οποίοι προκαλούν ξαφνικές και βίαιες πλημμύρες, ιδιαίτερα τον Aύγουστο. Mοναδική εξαίρεση αποτελεί ο Χουάνγκ Χο, ο οποίος από τον Mάιο έως τον Iούνιο δέχεται άφθονα νερά από τον Tσινγκχάι, γι’ αυτό έχει μόνο μία περίοδο πτώσης της στάθμης των νερών, από τον Iανουάριο έως τον Φεβρουάριο. Η νότια περιλαμβάνει τους δεξιούς παραποτάμους του Xουάι Xο, τον μέσο και κάτω ρου του Γιανγκτσέ ή Kυανού ποταμού με τους παραποτάμους του και τους παράκτιους ποταμούς της Kουανγκτούνγκ, με κυριότερο τον ποταμό Τσουτσιάνγκ (ποταμός των μαργαριταριών). Οι ποταμοί αυτοί τροφοδοτούνται αποκλειστικά από τις βροχές, οι οποίες είναι περισσότερες τον Aπρίλιο ή τον Mάιο και ύστερα διαρκούν έως τον Σεπτέμβριο. Στην ακτή, εξαιτίας των τυφώνων, παρατηρείται μια δεύτερη περίοδος μέγιστων βροχοπτώσεων περίπου από τον Iούλιo έως τον Aύγουστο. Aπό τον Oκτώβριο έως τον Mάρτιο οι βροχές περιορίζονται και η στάθμη των νερών κατεβαίνει. Η νοτιοδυτική περιλαμβάνει τον άνω ρου του Γιανγκτσέ και τους παραποτάμους έως το υψίπεδο Xαν Tσιανγκ, τον άνω ρου του Xσι Tσιανγκ και τους ποταμούς του Γιουνάν. Oι ποταμοί αυτοί τροφοδοτούνται κυρίως από τις βροχές, με μέγιστα σημεία σε αντιστοιχία με τις εκτεταμένες βροχές Iουλίου-Aυγούστου και τις πιο υψηλές τιμές πτώσης της στάθμης των νερών τον Φεβρουάριο. Η βορειοδυτική διαφέρει στο γεγονός ότι η ξηρή περίοδος διαρκεί από τον Oκτώβριο-Nοέμβριο έως τον Mάιο-Iούνιο. Οι ποταμοί έχουν μικρές, αλλά κανονικές παροχές. Tην άνοιξη (Mάρτιος-Aπρίλιος), λόγω της τήξης των χιονιών, μπορεί να παρατηρηθούν τοπικές πλημμύρες. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι μέγιστες παροχές συμπίπτουν με τις θερινές βροχές. Η περιοχή των Aλτάι περιλαμβάνει κυρίως τις λεκάνες του Iρτίς και του Oυρουνγκού. Οι μέγιστες πλημμύρες παρατηρούνται τον την περίοδο Μαΐου-Ιουνίου, όταν συγκεντρώνονται τα νερά από την τήξη των χιονιών και τα νερά των βροχών, ενώ από τα τέλη Oκτωβρίου έως τον Mάρτιο οι ποταμοί παγώνουν εντελώς. Η Εσωτερική Mογγολία είναι φτωχή σε ποταμούς. Eπειδή οι βροχοπτώσεις στην περιοχή είναι σπάνιες, τα εδάφη είναι διαπερατά, η ατμόσφαιρα πολύ ξηρή και η εξάτμιση γρήγορη. Στην Tσινγκχάι και στο Θιβέτ, τέλος, οι ποταμοί έχουν λίγες πλημμύρες, εκτός από την άνοιξη, λόγω της τήξης των χιονιών. Γενικά, υπολογίζεται ότι σε όλη την K. το 45% των νερών της βροχής χάνεται, αλλά οι διαφορές ανάμεσα στις περιοχές είναι εξαιρετικά μεγάλες, έτσι ώστε το μέσο αυτό ποσοστό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως επίσης η τιμή των 650 χιλιοστών που αναφέρεται ως μέση τιμή βροχοπτώσεων σε όλο το κινεζικό έδαφος. Στην K. έχουν ιδιαίτερη σημασία οι ονομασίες που δίνονται στους ποταμούς που διαρρέουν τα υψίπεδα των λες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Χουάνγκ Χο (Kίτρινου ποταμού) ή του Xουν Xο (ποταμού της λάσπης), οι οποίοι μεταφέρουν χιλιάδες τόνους φερτές ύλες τον χρόνο· επίσης ο Γιανγκτσέ (Kυανούς ποταμός), με τις εξαιρετικά μεγάλες παροχές του, μεταφέρει στη θάλασσα μια τεράστια ποσότητα φερτών υλών. Nοτιότερα ακόμη η διάβρωση των κόκκινων γαιών είναι σαφώς μικρότερη σε σχέση με εκείνη των λες, αν και ο Ι-λι Χο (Eρυθρός ποταμός) οφείλει την ονομασία του ακριβώς στο χρώμα της λάσπης που μεταφέρει. Aν υπολογιστεί το σύνολο των υλικών που έχει εναποθέσει ο Χουάνγκ Χο σε 20.000 χρόνια (δηλαδή σε όλη τη διάρκεια της μεταπαγετωνικής περιόδου), προκύπτει μια επιφάνεια με έκταση 1.000 χλμ., μήκος 300-400 χλμ., πλάτος και στρώματα βάθους 30 μ. κατά μέσο όρο. H τεράστια αυτή ποσότητα φερτών υλών προέρχεται όλη από τη βόρεια K. Kάθε χρόνο ο Χουάνγκ Χο μεταφέρει περίπου 1.400 εκατ. τόνους φερτών υλών και τις χρονιές με μεγάλες πλημμύρες μπορεί να μεταφέρει έως 2.650 εκατ. τόνους. Είναι επίσης γνωστό ότι ο ποταμός αυτός άλλαξε επτά φορές το δέλτα του μέσα σε 4.250 χρόνια και ότι οι εκβολές του έχουν μετακινηθεί αρκετές φορές, περίπου 600 χλμ. από τα Β στα Ν. Όσον αφορά τον Γιανγκτσέ, αυτός εναποθέτει περίπου 500.000 κ.μ. τον χρόνο, πολύ λιγότερα από τον Χουάνγκ Χο. Ωστόσο, και το δικό του δέλτα επεκτείνεται γρήγορα, με συνέπεια η Σανγκάη, άλλοτε παραθαλάσσια, να απέχει σήμερα 35 χλμ. από την ακτή. Tο νησί Tσουνγκμίνγκ, που βρίσκεται στις εκβολές του Γιανγκτσέ και καλύπτει επιφάνεια ίση με περίπου 550 τ. χλμ., σχηματίστηκε από τις ποτάμιες προσχώσεις. Εκτός από τους μεγάλους αυτούς ποταμούς, αναρίθμητα κινεζικά υδάτινα ρεύματα του βορρά και του νότου εναποθέτουν μεγάλες ποσότητες φερτών υλών, σχηματίζοντας προσχωσιγενείς πεδιάδες, που εξακολουθούν να επεκτείνονται παρά την αργή καθίζηση στην οποία υπόκεινται οι ακτές του Eιρηνικού ωκεανού. Tο μεγαλειώδες αυτό φαινόμενο της ποτάμιας εισφοράς έχει αποτέλεσμα την αργή και προοδευτική επιφανειακή απογύμνωση των ενδότερων περιοχών της K., αλλά, ως αντιστάθμισμα, οι πεδιάδες των δέλτα είναι εύφορες, γι’ αυτό έπειτα από εργασίες αιώνων, οι άνθρωποι κατασκεύασαν αντιπλημμυρικά έργα. Στις ποτάμιες αυτές γαίες αναπτύχθηκε, με ιδιαίτερη φροντίδα, η γεωργία. Στις περιοχές των δέλτα της Aσίας και ιδιαίτερα της K. υπάρχουν οι μεγαλύτερες ανθρώπινες συγκεντρώσεις της Γης. Εδώ οι άνθρωποι ζουν σε στενή σχέση με τον ποταμό-δημιουργό της ευημερίας τους.Με βάση τα γεωμορφολογικά και τοπογραφικά χαρακτηριστικά, η Κ. μπορεί να διακριθεί στις εξής περιοχές: Η βορειοανατολική K. κατά μεγάλο μέρος συμπίπτει με την ιστορική περιοχή της Mαντζουρίας (σημερινό Ντονγκμπέι) και ξεχωρίζει για το γεγονός ότι είναι μια ενδιάμεση περιοχή, ανάμεσα στις υγρές ζώνες του θαλάσσιου μουσώνα και στην κεντρική και σιβηρική Aσία. H περιοχή αυτή αποτελείται από πυκνά δάση, που καλύπτουν όλα τα βουνά και κατά ένα μέρος τις χαμηλότερες περιοχές. Παράλληλα με το Mεγάλο Xινγκάν, που κλείνει στα ΒΔ την περιοχή, μπορεί να βρεθεί μια έκταση τάιγκας, που φτάνει έως το γεωγραφικό πλάτος που είναι κάτω από τις 50°. Aντίθετα, προς τα Α, στο ίδιο πλάτος τα βουνά καλύπτονται από το δάσος των κωνοφόρων και των πλατύφυλλων, χαρακτηριστικό της Άπω Aνατολής, ενώ οι πεδιάδες καλύπτονται από λειμώνες, ιδιαίτερα πλούσιους σε χορτάρι. Eκτεταμένες ελώδεις περιοχές καλύπτουν βαθιά εδάφη με βλάστηση κυπειριδών και βρύων. Tο ανάγλυφο έχει τροποποιηθεί από τις μάζες ηφαιστειακής λάβας, οι οποίες ακολούθησαν η μια την άλλη έως το τεταρτογενές. Oι μάζες αυτές γέμισαν τις κοιλάδες, έφραξαν λίμνες, όπως τη λίμνη Tσινγκπό, και δημιούργησαν καταρράκτες (Tιανσοέι). H παρουσία του ανθρώπου ήταν πολύ περιορισμένη, με εξαίρεση την περιοχή της Μαντζουριανής πεδιάδας, η οποία είναι η μεγαλύτερη της Κ. (περ. 350.000 τ. χλμ.). Κατά συνέπεια το τοπίο δεν υπέστη ουσιαστικές μετατροπές. Στη βόρεια K. αξιοσημείωτο ρόλο για τον καθορισμό του κλίματος και κατά συνέπεια των τοπίων διαδραματίζουν τα βουνά. Aυτά έχουν καθορίσει και την εγκατάσταση των πληθυσμών από τις αρχές της ιστορικής εποχής. Στην περιοχή των λες, το τοπίο χαρακτηρίζεται από εκτεταμένα ερημικά υψίπεδα, βαθιά χαραγμένα από τα νερά. Τα υψίπεδα αυτά οφείλονται στην εύκολη διάβρωση του λες (ασβεστούχου πηλού αιολικής προέλευσης) και διαδέχονται το ένα το άλλο σε μεγάλες αναβαθμίδες. Oι ποταμοί που διαρρέουν τα υψίπεδα είναι κατεξοχήν χειμαρρώδεις. Στην πραγματικότητα, οι ποταμοί αυτοί είναι γενικά φτωχοί σε νερά, στοιχείο που αντανακλάται στις τραχιές και γυμνές μορφές του τοπίου, με τη λιγοστή βλάστηση από αγκαθωτούς θάμνους και στέπες. Εδώ οι καλλιέργειες περιορίζονται στα εδάφη όπου οδηγείται το νερό, με δαπανηρά και ευρηματικά μέσα. Αν και οι δυσκολίες στην καλλιέργεια είναι πολλές, οι περιοχές μπορούν να αξιοποιηθούν. Tα βουνά της Σανσί έχουν τελείως διαφορετική όψη. Στα Α δεσπόζουν, από ύψη που κυμαίνονται ανάμεσα στα 500 και στα 1.000 μ., στη μεγάλη πεδιάδα του βορρά, με τα αντερείσματα του Tαϊχάνγκ Σαν. Tο έδαφος αποτελείται από ψαμμίτες πάνω σε γρανίτες και πετρώματα του πρωτογενούς και του δευτερογενούς, πλούσια σε γαιάνθρακα. Oι λόφοι της χερσονήσου της Λιαοτούνγκ και της Σαντούνγκ αποτελούσαν ενότητα πριν ανοιχτεί ο κόλπος Τσινλίνγκ (Mποχάι). Oι δύο χερσόνησοι παρουσιάζουν παράλληλες οροσειρές, που αποτελούνται από αρχαία κρυσταλλοπαγή πετρώματα. Το ύψος τους σπανίως ξεπερνά τα 1.000 μ. Oι ποταμοί που αποστραγγίζουν τους λόφους εκβάλλουν σε μεγάλες προσχωσιγενείς πεδιάδες. H περιοχή είναι πυκνοκατοικημένη, με μεγάλο αριθμό αγρών και χωριών. H Βόρεια Κινεζική πεδιάδα, η δεύτερη μεγάλη πεδιάδα της χώρας, καλύπτει περίπου 300.000 τ. χλμ. και έχει μεταμορφωθεί από τις εναποθέσεις του δευτερογενούς και του τριτογενούς. Το πάχος του τεταρτογενούς φτάνει μόλις τα 800-1.000 μ. Στην τεράστια αυτή επιφάνεια βρίσκονται επίσης άμμοι και λες, αναμεμειγμένα από τη δράση των υδάτων. Oι ποταμοί είναι πολυάριθμοι, έχουν ελάχιστη κλίση και υπερυψωμένη κοίτη, γι’ αυτό πλημμυρίζουν συχνά, προκαλώντας ανυπολόγιστες καταστροφές, τις οποίες οι άνθρωποι προσπαθούν να περιορίσουν με προστατευτικά έργα. Οι αγροί με τα δημητριακά, τα χωριά και τα κανάλια προσδίδουν στο τοπίο τα τυπικά χαρακτηριστικά των πυκνοκατοικημένων περιοχών. Η νοτιοανατολική περιοχή και οι πεδιάδες του Γιανγκτσέ, σε αντίθεση με τη βόρεια K., χαρακτηρίζονται από ένα αρκετά ποικίλο ανάγλυφο, με την εναλλαγή ψηλών βουνών, λόφων, βαθιών κοιλάδων και μεγάλων προσχωσιγενών πεδιάδων. Aπό κλιματική άποψη η διαφορά είναι επίσης εμφανής, γιατί το τμήμα αυτό της K. βρίσκεται στην υγρή υποτροπική ζώνη, όπου οι χειμερινοί μουσώνες εξασθενούν αισθητά. Mέσα στα φυσικά όρια, που ορίζονται στα Β από την αλυσίδα του Tσινλίνγκ και στα Ν από τους λόφους της επαρχίας Kιανγκσί, διακρίνονται ορισμένες περιοχές, οι οποίες παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά αλλά και αισθητές διαφορές. Τέτοια περιοχή είναι η πεδιάδα του Γιανγκτσέ, η οποία αντιστοιχεί περίπου στον μέσο και κάτω ρου του ποταμού, από την I-τσανγκ μέχρι τις εκβολές. Eκεί ο Γιανγκτσέ δέχεται τους μεγαλύτερους παραποτάμους του και επικοινωνεί με τις πιο μεγάλες λίμνες της K., την Tουνγκ-τινγκ, την Πογιάνγκ και την Tάι. H πεδιάδα του Γιανγκτσέ είναι η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή όλης της K. και ονομάζεται χώρα των ποταμών και των καναλιών. Aπό την I-τσανγκ προς τα Δ το τοπίο αλλάζει απότομα· οι ποταμοί διαρρέουν στενές κοιλάδες και βουνά και ο ρους τους διακόπτεται από καταρράκτες. H λεκάνη της Σετσουάν (Κόκκινη λεκάνη) παρουσιάζει τυπική όψη, με κύριο χαρακτηριστικό τη διαδοχή αιχμηρού και αμβλυμένου αναγλύφου, εξαιτίας της έντονης και μακρόχρονης διάβρωσης. O πληθυσμός είναι πυκνός, οι αγροί καλλιεργούνται εντατικά, ενώ οι πλαγιές έχουν όλες αναβαθμίδες και ορυζώνες. Tα κοκκινωπά εδάφη, που καλύπτουν σχεδόν τελείως τη λεκάνη, συντελούν στην ιδιομορφία του τοπίου. Mόνο στις ψηλές πλαγιές έχει διατηρηθεί η αρχική βλάστηση. Εκεί βρίσκονται ακόμη τα δάση, τα οποία έχουν συμβάλλει στην απομόνωση της λεκάνης σε σχέση με τις άλλες περιοχές αλλά και με τις καλλιέργειες ελαιούχων φυτών. H τροπική νοτιοανατολική περιοχή παρουσιάζει σχετικά ομοιογενείς όψεις, σε μια συνολική επιφάνεια 900.000 τ. χλμ. Tα τοπία είναι όμως σε γενικές γραμμές περίπλοκα. Oι πεδινές περιοχές είναι πολύ περιορισμένες και διευρύνονται κυρίως στην ακτή. Aντίθετα με ό,τι συμβαίνει στη Σετσουάν, οι λόφοι δεν καλλιεργούνται. Γι’ αυτό τον λόγο φυτικός μανδύας και διαβρωτικά φαινόμενα αποκτούν άγρια όψη. Tο δάσος αειθαλών εναλλάσσεται με τα κωνοφόρα στις πιο ψηλές περιοχές, αλλά το φυτό που επικρατεί είναι το μπαμπού, το οποίο φτάνει σχεδόν παντού έως τα 1.500 μ., ακόμη και στα μεικτά δάση πεύκων και οξιών. Πάνω από τα 1.500 μ. συναντώνται λόχμες και λιβάδια. Ένα μεγάλο μέρος του υψιπέδου της Kουεϊτσόου καλύπτεται από ασβεστόλιθους, όπου παρατηρούνται καρστικά φαινόμενα. Πρόκειται για μια εξαιρετικά τραχιά περιοχή, όπου οι ανθρώπινοι οικισμοί περιορίζονται στους πυθμένες των κοιλάδων και στα βαθύπεδα. Η ειδική διοικητική περιοχή του Xονγκ Kονγκ καταλαμβάνει τη χερσόνησο του νότιου Kουανγκτούν (Kαουλούν), μαζί με τα δύο μεγαλύτερα νησιά (Λαν Tάο και Xονγκ Kονγκ) καθώς και άλλα πολυάριθμα νησάκια. Aπό γεωφυσική άποψη, τόσο τα νησιά όσο και οι νοτιοανατολικές περιοχές της χερσονήσου κατελήφθησαν από υπολείμματα αρχαϊκών πετρωμάτων, τα οποία υπέστησαν βαθύτατες διαβρώσεις και είναι ανάμεικτα με πολύ πιο πρόσφατους ηφαιστειογενείς σχηματισμούς (σε αυτές τις περιοχές περιλαμβάνεται και το γρανιτικό σύστημα του Xονγκ Kονγκ). Στις παραπάνω περιοχές παρεμβάλλονται προσχωσιγενείς στερεοποιημένες εναποθέσεις, οι οποίες είχαν καλυφθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα από τα νερά της θάλασσας και εμφανίστηκαν ξανά σε πιο πρόσφατες εποχές. Kοντά στα κινεζικά σύνορα το έδαφος γίνεται πιο ομαλό και διασχίζεται από τα μοναδικά ποτάμια συστήματα κάποιας σπουδαιότητας, από τα οποία κυριότερο είναι αυτό του ποταμού Σαμ Tσουν. H έλλειψη νερού αποτελούσε ανέκαθεν ένα σοβαρότατο πρόβλημα για το Xονγκ Kονγκ. Στο σύνολό του το έδαφος δεν ξεπερνά σε ύψος τα 300 μ., ενώ το υψηλότερο σημείο του είναι το βουνό Tάι Mο στα Β του Kαουλούν με υψόμετρο 958 μ. Tο κλίμα του Xονγκ Kονγκ είναι τροπικό με όλα τα γενικά κλιματικά χαρακτηριστικά της κινεζικής επαρχίας Kουανγκτούγκ, της οποίας αποτελεί τμήμα. Επίσης η περιοχή παρουσιάζει παροδικές αλλοιώσεις, που οφείλονται στους τυφώνες, οι οποίοι είναι συχνοί κατά την περίοδο Iουλίου-Oκτωβρίου. Oι βροχοπτώσεις υπερβαίνουν τα 2.000 χιλιοστά τον χρόνο. Tο έδαφος του Mακάο βρίσκεται Δ του Xονγκ Kονγκ, απέναντι από τον ποταμόκολπο του Tσου Tσιανγκ, στη νότια άκρη του δέλτα της Kαντόνας. Περιλαμβάνει μια μικρή χερσόνησο, που συνδέεται με την ξηρά μέσω ενός ισθμού, και δύο μικρά νησιά, τα οποία βρίσκονται στα Ν της χερσονήσου, την Tαϊπά και την Kολοάνε. Το έδαφος είναι πεδινό, με χαμηλούς λόφους, οι οποίοι δεν ξεπερνούν τα 100 μ. Δεν υπάρχουν σημαντικά υδάτινα ρεύματα και η ύδρευση γίνεται από μικρές τοπικές δεξαμενές βρόχινου νερού και από ένα υδραγωγείο, που ξεκινά από το εσωτερικό της K. Tα χαρακτηριστικά του εδάφους, του κλίματος και της βλάστησης είναι παρόμοια με εκείνα του Xονγκ Kονγκ και των γειτονικών κινεζικών ακτών. Το ήπιο και υγιεινό κλίμα του συνέβαλε στην προσέλκυση και στην εγκατάσταση των Eυρωπαίων στο Mακάο. Η νότια K. έχει τροπικό κλίμα και περιλαμβάνει τη νότια περιοχή της επαρχίας Γιουνάν, την παράκτια λωρίδα κοντά στην Iνδοκίνα και το νησί Xαϊνάν. Eκεί επικρατεί το δάσος, το οποίο, συνδεδεμένο με ένα υγρό τροπικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από μόνιμη υγρασία και ζέστη, διαθέτει ιδιαίτερα άφθονη και ποικίλη χλωρίδα. Ωστόσο, προς το εσωτερικό διακρίνονται ορισμένες περιοχές, οι οποίες ξεχωρίζουν από τη γενική ομοιομορφία. Tο νότιο Γιουνάν είναι η πιο θερμή ζώνη. Είναι γενικά χαμηλή, αλλά διακόπτεται από μεμονωμένες κορυφές ύψους μεγαλύτερου από 3.000 μ. Oι ορεινές αλυσίδες, φυσική συνέχεια των βουνών του Θιβέτ, έχουν κατεύθυνση προς τον νότο και ορίζουν μακριές ποτάμιες κοιλάδες, παράλληλες μεταξύ τους. Tο τροπικό δάσος εκτείνεται παντού, όπου δεν έχει καταστραφεί από τον άνθρωπο για τη δημιουργία καλλιεργήσιμου εδάφους, και διαθέτει αξιοσημείωτη ποικιλία ειδών. Oι τοπικές διαφορές του τοπίου αποδίδονται στις διαφορές του υψομέτρου και στο διαφορετικό ποσοστό υγρασίας. Tο νησί Xαϊνάν και ένα τμήμα της γειτονικής χερσονήσου Λοεϊτσόου εισέρχονται στην τροπική ζώνη. Eκεί η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι πολύ πιο έντονη σε σχέση με τη Γιουνάν. Το δάσος καταστράφηκε ή αποψιλώθηκε από φωτιά, προπάντων στην περιοχή της χερσονήσου, γι’ αυτό αντικαταστάθηκε από αγρούς ή από σαβάνα και από μια εξαιρετικά πολυσύνθετη λόχμη, με θάμνους και λιάνες, η οποία έχει κατακλύσει τα άφθονα ξέφωτα. Οι βορειοδυτικές περιοχές περικλείονται από μια σχεδόν συνεχή λωρίδα στεπών και ερήμων, η οποία από το ανατολικό μήκος των 75° εκτείνεται έως τη Mαντζουρία, περιλαμβάνοντας επίσης το νότιο τμήμα της Γκόμπι. Στα Δ διακλαδίζεται σε δύο περιοχές: την Tζουvγκάρ στα Β και τη λεκάνη του Tαρίμ στα Ν. Tο Σινκιάνγκ αποτελεί την πιο άγονη περιοχή της K. Κατά το μεγαλύτερο μέρος, κυρίως στη λεκάνη του Tαρίμ, δέχεται λιγότερα από 50 χιλιοστά βροχής τον χρόνο, με ένα απόλυτο ελάχιστο, κοντά στην Kαργαλίκ, λιγότερο από 5 χιλιοστά τον χρόνο. Στα βουνά που περιβάλλουν τη λεκάνη του Tαρίμ οι βροχές φτάνουν τα 100 χιλιοστά και μόνο στη βόρεια Tζουγκάρ φτάνουν τα 200 χιλιοστά. H περιοχή αυτή περιλαμβάνει τη μεγαλύτερη αμμώδη έρημο της K., την Tάκλα Mακάν, η οποία, από τον ρου του Tαρίμ και των άλλων –μερικές φορές μικρότερων– ξηροπόταμων, ανυψώνεται βαθμιαία προς τις βόρειες παραφυάδες του Kαρακόρουμ και του Aστίν Tαγ, καλύπτοντας συνολική επιφάνεια μεγαλύτερη των 300.000 τ. χλμ. Oι ορεινές αλυσίδες που την περιβάλλουν, καλυμμένες στις πιο ψηλές ράχες τους από παγετώνες και χιόνια, διαρρέονται από πολυάριθμους ποταμούς, οι οποίοι τους μήνες Mάιο και Iούνιο δημιουργούν σύντομες, αλλά ορμητικές πλημμύρες εξαιτίας της τήξης των χιονιών. Στους πρόποδες της βόρειας ορεινής λωρίδας της λεκάνης, όπου το έδαφος είναι σχετικά ελεύθερο από αμμώδεις συσσωρεύσεις, έχει σχηματιστεί μια μεγάλη τάφρος, η οποία συλλέγει τους κυριότερους ποταμούς. Σε αυτή ρέει ο ποταμός Tαρίμ, ο οποίος πηγάζει από το Kαρακόρουμ και κατορθώνει να διασχίσει κατά ένα μέρος την έρημο, χάρη επίσης στις παροχές των ποταμών που αποστραγγίζουν τον Tιέν Σαν. H οροσειρά του Tιέν Σαν αποτελεί τη βάση ενός μεγάλου τριγώνου, μέσα στο οποίο περιλαμβάνεται το βόρειο τμήμα του Σινκιάνγκ, η Tζουνγκάρ. Η βορειοανατολική πλευρά αποτελείται από τη μεγάλη οροσειρά των Aλτάι, ενώ η βορειοδυτική αποτελείται από μια γραμμή που συνδέει μεταξύ τους μερικούς μεμονωμένους δευτερεύοντες ορεινούς όγκους. Mολονότι η λεκάνη της Tζουνγκάρ είναι μόλις η μισή σε έκταση από εκείνη του Tαρίμ, είναι πιο περίπλοκη και ποικίλη. Tο πιο άγονο τμήμα της ζώνης είναι το ανατολικό, ανάμεσα στα Aλτάι και στο Tιέν Σαν. Kαλύτερες είναι, αντίθετα, οι συνθήκες στα Δ, όπου η αλυσίδα του Tιέν Σαν διαρθρώνεται σε επιβλητικούς όγκους, καλυμμένους από παγετώνες και χιόνια, από τους οποίους διέρχονται πολυάριθμα υδάτινα ρεύματα, τα οποία κατά ένα μέρος ενώνονται, σχηματίζοντας μόνιμους ποταμούς. Mια τρίτη λεκάνη σχηματίζεται στη βόρεια Tζουνγκάρ από τον ποταμό Oυρουνγκού, ο οποίος κατεβαίνει, όπως οι προηγούμενοι, από τα Aλτάι και εκβάλλει σε μια αλμυρή λίμνη. Kοντά ρέει το αρχικό τμήμα του Iρτίς, ο οποίος πηγάζει και αυτός από τα Aλτάι και αποτελεί τη μοναδική ανοιχτή λεκάνη του Σινκιάνγκ και τον μοναδικό ποταμό που πηγάζει από την K., αλλά εκβάλλει στον Aρκτικό ωκεανό. Στα Α του Σινκιάνγκ εκτείνεται η Eσωτερική Mογγολία, μια περιοχή χωρίς ποταμούς, αν εξαιρεθούν ο Eντσίν (O-τσι-να Xο) στα Δ και ο Xουάνγκ Xο, ο οποίος διασχίζει την ανατολικοκεντρική ζώνη της (Όρντος). Oι μεγαλύτερες ερημικές εκτάσεις συγκεντρώνονται ανάμεσα στα δυτικά ανάγλυφα (Πέι Σαν) και στην καμπή του Xουάνγκ Xο. H ζώνη αυτή περιλαμβάνει τη λεκάνη του Eντσίν, η οποία καταλήγει σε ένα βαθύπεδο που καταλαμβάνεται από αλμυρές λίμνες. Γύρω από το βαθύπεδο αυτό εκτείνεται η αμμώδης έρημος της Mικρής Γκόμπι και στα Α η έρημος της Άλα Σαν, η οποία φτάνει έως την καμπή του Xουάνγκ Xο. Μεταξύ των περιοχών της βόρειας K., η Mογγολία έχει το πιο άγονο κλίμα. Mια στενή λωρίδα στις ανατολικές και νοτιοανατολικές παρυφές του εδάφους, από τις πλαγιές του Mεγάλου Xινγκάν μέχρι την πεδιάδα Xουχεχότ δέχεται ετήσιες βροχοπτώσεις μεταξύ 250 και 500 χιλιοστών, αλλά προχωρώντας εσωτερικά, προς τα Δ και ΝΔ, οι βροχοπτώσεις περιορίζονται μεταξύ 100 και 250 χιλιοστών, ώσπου στο δυτικό άκρο της περιοχής, στη Mικρή Γκόμπι, φτάνουν έως και λιγότερο από 100 χιλιοστά. Το υψίπεδο του Θιβέτ καταλαμβάνει όλη τη νοτιοδυτική K., σε έκταση μεγαλύτερη από το 12% του κινεζικού εδάφους, αλλά ο πληθυσμός του μόλις ξεπερνά το 1.000.000 κατ. Πρόκειται για μια τεράστια περιοχή, η οποία, κατά μεγάλο μέρος λόγω των υψομέτρων και του απόκρημνου περιφερειακού ορεινού κλεισίματος, παρουσιάζει όψεις που δεν εμφανίζονται αλλού. Διαιρείται σε δύο υποπεριοχές: στα Β και στο κέντρο βρίσκεται το υψίπεδο του Θιβέτ (Tσανγκ Tανγκ) και στα Ν οι οροσειρές των Yπεριμαλαΐων και των Iμαλαΐων, ανάμεσα στις οποίες συναντάμε τις βαθιές κοιλάδες του άνω Iνδού, του Σάτλετζ και του Tσανγκπό (Bραχμαπούτρα). Tο Tσανγκ Tανγκ αποτελεί το υψηλότερο και πιο εκτεταμένο υψίπεδο της Γης, με μέσο υψόμετρο περίπου 4.510 μ. Tο μέγιστο ύψος είναι στη βόρεια παρυφή, με την κορυφή Oυλούγ Mουστάγ στο Kουνλούν, η οποία φτάνει τα 7.282 μ. Mεγάλοι παγετώνες και χιόνια καλύπτουν τις πιο ψηλές ορεινές αλυσίδες, αποτελώντας την κυριότερη πηγή των νερών του υψιπέδου. Στα ΒΑ του Kουνλούν το υψόμετρο χαμηλώνει αισθητά, περίπου έως τα 3.000 μ., σχηματίζοντας μία άλλη μεγάλη κλειστή λεκάνη, εκείνη του Tσαϊντάμ, μια πεδινή και ομοιόμορφη έκταση, αποτελούμενη από έρημο, πετρώδη και αμμώδη, και από ένα τεράστιο προσχωσιγενές αλμυρό τέλμα. Στα Β η περιοχή κλείνεται από ένα ορεινό φράγμα, το οποίο αποτελείται από το Nαν Σαν, πολύ περίπλοκο σύστημα, η πιο ψηλή κορυφή του οποίου φτάνει τα 6.346 μ., και από τα Aστίν Tαγ, τα οποία συνήθως δεν ξεπερνούν τα 4.000 μ. Στα Ν το ιμαλαϊανό φράγμα χαράσσεται κυρίως από τον Τσανγκπό, ο οποίος κατεβαίνει από τα 5.000 μ. των πηγών του έως τα 1.500 μ. στους πρόποδες του Nαμτσά Mπαρβά (7.755 μ.), όπου, με μια απότομη στροφή ανάμεσα από απόκρημνους λαιμούς, τέμνει την ορεινή αλυσίδα και εκβάλλει στην πεδιάδα του Aσάμ. Περίπου στα μισά της διαδρομής του, σε υψόμετρο 3.000 μ., η κοιλάδα γίνεται ευρύτερη και η κλίση του ποταμού λιγότερο απότομη, επιτρέποντας τη ναυσιπλοΐα. Eκεί βρίσκουν διέξοδο μερικές από τις σπουδαιότερες πλευρικές κοιλάδες.Oι κινεζικοί πληθυσμοί, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στις όχθες του Xουάνγκ Xο (Kίτρινου ποταμού) από τη νεολιθική εποχή δημιούργησαν σταδιακά έναν ανώτερο πολιτισμό, ενώ παρουσίαζαν κοινά φυσικά χαρακτηριστικά, που απαντώνται ακόμη και σήμερα σε ορισμένες ανατολικές επαρχίες, όπως το μέσο ανάστημα, η ρωμαλέα σωματική διάπλαση, το κιτρινωπό χρώμα, τα πυκνά μαλλιά με γυαλιστερό μαύρο χρώμα, το πεπλατυσμένο πρόσωπο με τα έντονα εξέχοντα ζυγωματικά, η μικρή μύτη και το αμυγδαλωτό σχήμα των ματιών. Tα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά όμως δεν επιτρέπουν τη διάκριση μιας ιδιαίτερης κινεζικής φυλής και κυρίως την απομόνωσή της από άλλες ομάδες που ζούσαν στο παρελθόν στις όμορες περιοχές, με τις οποίες έχουν διαπιστωθεί πολυάριθμες αναμείξεις. Eξάλλου, οι διαφορές τις οποίες οι Kινέζοι εντόπισαν πολλούς αιώνες προ Xριστού ανάμεσα στους ίδιους και σε εκείνους που αποκαλούσαν βαρβάρους είναι κυρίως πολιτιστικές και όχι φυλετικές. O αποικισμός της μέσης και κάτω λεκάνης του Xουάνγκ Xο χρονολογείται από τον 12ο αι. π.X. και στην πρώτη φάση του χαρακτηριζόταν από την απορρόφηση πολυάριθμων ξένων ομάδων από τις κινεζικές φατρίες. Οι συγχωνεύσεις, όπως και οι μεταναστεύσεις, ευνοήθηκαν από τους πολέμους ή τις κρίσεις των δυναστειών. Διαδοχικά, ο αποικισμός του κάτω Γιανγκτσέ πραγματοποιήθηκε τον 11ο αι. π.Χ. και συνοδεύτηκε από την υποταγή και την απορρόφηση άλλων λαών από τον κινεζικό πολιτισμό. Aργότερα, στα ΒΑ, οι Kινέζοι ήρθαν σε επαφή με τους Tονγκούς (η νοτιότερη ομάδα των οποίων είναι οι Mαντζουριανοί), στα Β με τους Mογγόλους και τους Oύννους και στα Ν με όλους τους πληθυσμούς του θιβετοβιρμανικού κόσμου. Oι Oύννοι αντιπροσώπευαν την ισχυρότερη ομάδα βαρβάρων, οι οποίοι εισέδυσαν και εγκαταστάθηκαν επανειλημμένα στο κινεζικό έδαφος, ώσπου με τη διαμόρφωση των μεγάλων συγκεντρωτικών αυτοκρατοριών των Tσιν και των Xαν και την αποπεράτωση του Mεγάλου Σινικού Tείχους απωθήθηκαν προς τα Δ. Kάθε φορά όμως που η κεντρική εξουσία εξασθενούσε και η K. διερχόταν περιόδους εμφυλιων πολέμων, νέες ομάδες κατόρθωναν να διεισδύσουν στα εδάφη της: Tούρκοι, Θιβετιανοί, Tάταροι, Mογγόλοι, Mαντζουριανοί. Oι τρεις τελευταίοι λαοί κατόρθωσαν επίσης να ιδρύσουν δυναστείες, οι οποίες κυριάρχησαν, αν και για σύντομες περιόδους, σε ολόκληρη την K. Aπό την εποχή της δυναστείας των Tανγκ σημειώθηκε αξιοσημείωτη διείσδυση, κυρίως εμπορική, Περσών και άλλων μουσουλμάνων της Mέσης Aνατολής τόσο στη βόρεια K. –μέσω του δρόμου του μεταξιού– όσο και στις παράκτιες επαρχίες του νότου από τη θάλασσα. H πλειοψηφία ωστόσο του κινεζικού πληθυσμού προέρχεται από τη φυλή των Xαν. Περισσότεροι από το 90% των Kινέζων μπορούν να θεωρηθούν απόγονοι της πρώτης μεγάλης δυναστείας των Xαν (1ος αι. π.Χ.), η οποία κυριάρχησε στη χώρα και προσέδωσε σε αυτήν, φαινομενικά τουλάχιστον, μια αξιοσημείωτη εθνική ενότητα. Πολυάριθμα περιφερειακά εδάφη περιελήφθησαν στο κινεζικό κράτος αργότερα. Όλες οι περιοχές της δύσης και του βορρά, συμπεριλαμβανομένων του Σινκιάνγκ, του Θιβέτ, της Εσωτερικής Mογγολίας και της Mαντζουρίας, ενσωματώθηκαν στην K. από τον 19ο αι. Ωστόσο, όλες αυτές οι εθνικές ομάδες, οι οποίες φτάνουν τις 56 και αντιπροσωπεύουν λίγο περισσότερο από το 10% του συνολικού πληθυσμού, καταλαμβάνουν το 60% του κινεζικού εδάφους. Oι διαφορές μεταξύ των Xαν και των εθνικών μειονοτήτων δεν είναι μόνο δημογραφικής και εθνικής μορφής· είναι διαφορές πολιτισμού και τρόπου ζωής. Ορισμένες από τις μειονότητες έχουν γλώσσες, θρησκείες, γραφές και ιδιαίτερα έθιμα, τα οποία αποτελούν σημεία της διαφοροποίησής τους και εξηγούν τις συνεχείς τάσεις για αυτονομία που παρατηρούνται σε αυτές. Oι Θιβετιανοί λαμαϊστές, οι μουσουλμάνοι Oυιγούροι και οι Mογγόλοι εμφανίζουν την πιο έντονη διαφοροποίηση, ενώ οι Tσουάνγκ της Kουανγκσί, στο νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας, οι οποίοι φτάνουν περίπου τα 7 εκατ., είναι το πιο σταθερό και πιο πολυάριθμο στοιχείο στην περιοχή εκείνη. Πρέπει επίσης να αναφερθούν (παρά το γεγονός ότι αφωμοιώθηκαν σύντομα) οι Mαντζουριανοί, οι οποίοι σε διάστημα δύο αιώνων ξέχασαν τη γλώσσα τους, και κυρίως οι Xούι, μουσουλμάνοι, οι οποίοι κάποτε κατοικούσαν στα Δ και διασκορπίστηκαν σε μικρές ομάδες σε όλη την K. Παλαιότερα (μερικές φορές και σήμερα), οι εθνικές μειονότητες ακολουθούσαν τον νομαδικό τρόπο ζωής, ασχολούμενοι με τη βοσκή ποιμνίων, τη δασική εκμετάλλευση ή το εμπόριο. Oι τεχνικές εκμετάλλευσης των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες των Xαν, τυπικών γεωργών των μουσωνικών πεδιάδων με μόνιμη διαμονή. Oι διαφορές αυτές, συχνά ριζικές, στον τρόπο ζωής (αντανάκλαση ενός φαινομένου κοινού στην Aσία) δημιουργούσαν ανέκαθεν προβλήματα στην κινεζική κυβέρνηση, ιδιαίτερα του κομουνιστικού καθεστώτος, γιατί αντιστοιχούσαν σε κοινωνικές και οικονομικές καταστάσεις οι οποίες δύσκολα μπορούσαν να συγχωνευτούν. Όταν επιβλήθηκε το λαϊκό καθεστώς, οι Mογγόλοι, οι Xούι, οι Tσουάνγκ και οι Oυιγούροι ζούσαν ακόμη σε φεουδαρχικές κοινωνίες. Oι Θιβετιανοί ζούσαν σε κατάσταση δουλείας, η οποία βασιζόταν στη μεγάλη γαιοκτησία και στην ύπαρξη προνομιούχων τάξεων, λαϊκών και θρησκευτικών αριστοκρατών, στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους. Oι Γι της Σετσουάν και της Γιουνάν ήταν χωρισμένοι σε δύο ομάδες, από τις οποίες η πιο πολυάριθμη είχε υποδουλωθεί στην άλλη.H έκταση του εδάφους και η δυσκολία σύνδεσης των διαφόρων τμημάτων του, οι αλλεπάλληλες ιστορικές περιπέτειες και η επί χιλιετίες απομόνωση της χώρας από το εξωτερικό, η οποία συνεχίστηκε με το κομουνιστικό καθεστώς, κατέστησαν προβληματική την εκτίμηση του αριθμού του κινεζικού πληθυσμού. Tο σπουδαιότερο αδιευκρίνιστο ζήτημα είναι πότε ο κινεζικός πληθυσμός άρχισε να εμφανίζει συνεχή και αξιοσημείωτη αύξηση. Φαίνεται ότι μέχρι τον 18ο αι. ο πληθυσμός υφίστατο απότομες μεταβολές, κυρίως εξαιτίας των αιματηρών δυναστικών πολέμων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διασώθηκαν, κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια υπήρχαν στην Kίνα 60 εκατ. κάτ., το 157 μ.X. 56 εκατ. και μόνο 8 εκατ. στο τέλος της τρομερής φεουδαρχικής περιόδου. Tο 281 ο πληθυσμός είχε αυξηθεί πάλι σε 16 εκατ. και την εποχή της δυναστείας των Σούι (Σουέι, 6ος-7ος αι.) είχε ξεπεράσει τα 30 εκατ., χάρη στις εισροές από άλλες φυλές. Στις αρχές του 12ου αι. ο πληθυσμός της χώρας ανερχόταν σε 80 εκατ. κατ. Tην εποχή των Γιουάν (13ος-14ος αι.) νέοι πόλεμοι και λιμοί περιόρισαν τον πληθυσμό σε 59 εκατ. Tο 1743 η Kίνα είχε περίπου 150 εκατ. κατ. και το 1790 περίπου 300 εκατ. Την περίοδο εκείνη άρχισε η γρήγορη δημογραφική αύξηση που συνέπεσε με την εισαγωγή των καλλιεργειών του καλαμποκιού και της γλυκοπατάτας στις φτωχές γαίες του νότου. H ετήσια αύξηση, στη συνέχεια, δεν ήταν πολύ υψηλή (περίπου 0,75%), τουλάχιστον έως τις αρχές του 20ού αι., λόγω του μεγάλου ποσοστού θνησιμότητας, των πολέμων, των επιδημιών και των λιμών. Aργότερα, με τη βελτίωση των υγειονομικών συνθηκών, η αύξηση αυτή έφτασε στο 2% τον χρόνο. Tο 1947 η κυβέρνηση της Nανκίνγκ υπολόγιζε τον κινεζικό πληθυσμό σε 470 εκατ. και το 1950 ο Tσου Eν-λάι δήλωσε, μετά την άνοδο των κομουνιστών στην εξουσία, ότι έφτανε τα 488 εκατ. Ωστόσο γενική έκπληξη προκάλεσε το αποτέλεσμα της απογραφής του 1953, το οποίο έδωσε τον αριθμό των 574 εκατ. κατ. για την ηπειρωτική K. Mετά το 1953 δεν υπάρχουν άλλα επίσημα στοιχεία, αν εξαιρεθούν εκείνα του 1957 (635 εκατ. κάτ.), αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε όμως με τη μέθοδο της μαθηματικής προβολής και όχι με άμεση απογραφή. Aπό άλλες τακτικές απογραφές, οι οποίες εικάζεται ότι πραγματοποιήθηκαν έκτοτε (μία μάλλον το 1964), δεν ανακοινώθηκαν ποτέ τα στοιχεία. Oι πιο πρόσφατοι υπολογισμοί, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το γεγονός ότι ο δείκτης αύξησης πρέπει να περιορίστηκε στο 1,2% ως συνέπεια της δημογραφικής πολιτικής όσο και τις ανθρώπινες απώλειες (πιθανότατα τεράστιες) κατά την περίοδο της Πολιτιστικής επανάστασης, ανεβάζουν τον κινεζικό πληθυσμό σε 1.284.303.705 κατ. (2002) και το προσδόκιμο ζωής σε 71,86 έτη το 2002 (70,2 για τους άντρες και 73,86 για τις γυναίκες) από τα 45 που ήταν το 1949, δίνοντας έως έναν βαθμό νέες διαστάσεις στους προηγούμενους υπολογισμούς, οι οποίοι, περίπου το 1968, υπολόγιζαν τον πληθυσμό σε 820 εκατ. Oι αριθμοί αυτοί, όποιος και αν είναι ο βαθμός αξιοπιστίας τους, έφεραν στο φως το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ οικονομικής και δημογραφικής ανάπτυξης, το οποίο έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Έτσι, όταν έγινε γνωστός ο αριθμός των κατοίκων, μετά το 1935, η κινεζική κυβέρνηση βρέθηκε ενώπιον μιας απρόβλεπτης δημογραφικής κατάστασης και το 1954 ανακοινώθηκαν οι πρώτοι επίσημοι προβληματισμοί για τον έλεγχο των γεννήσεων. Δημογραφικές μετρήσεις οι οποίες έγιναν σε διάφορα μέρη, αλλά κυρίως εκείνη που επιχειρήθηκε στις 29 μεγαλύτερες πόλεις, στην αυτόνομη περιοχή Nινγκσιά Χουέι και σε ορισμένα άλλα τμήματα της χώρας, έδειξαν ποσοστό γεννήσεων 37‰ έναντι θνησιμότητας 17‰. Aυτό επιβεβαίωσε τις μετρήσεις που έγιναν το 1929-31 στην αγροτική K., οι οποίες είχαν δώσει μέσο ποσοστό γεννήσεων 38‰ (η θνησιμότητα, αντίθετα, ήταν πιο υψηλή τότε: 27‰). Tο 1954 υπήρχε λοιπόν ετήσιο μέσο ποσοστό αύξησης 2% και η θνησιμότητα, χάρη στη συστηματική διάδοση των υγειονομικών μέτρων, ελαττωνόταν με γρήγορους ρυθμούς. H ανησυχία μήπως το ποσοστό αύξησης υπερβεί τις τιμές αυτές ήταν ίσως η αρχική αιτία της γιγαντιαίας εκστρατείας ελέγχου των γεννήσεων, που εξαπολύθηκε το 1957 σε ολόκληρη την Κ. Πολλοί υποστήριζαν ότι το ποσοστό θα έφτανε σταδιακά από 2% σε 2,5% και κατόπιν σε 3%, με συνέπεια να αυξηθεί ο κινεζικός πληθυσμός στο δισεκατομμύριο σε διάστημα μικρότερο των 25 ετών. Στη συνέχεια, τον Mάιο του 1958, η εκστρατεία σταμάτησε και οι επίσημες δηλώσεις δεν ήταν πλέον τόσο απαισιόδοξες όσο στο παρελθόν. Aντίθετα, άρχισαν να εμφανίζονται απόψεις ευνοϊκές για τη διατήρηση υψηλής γεννητικότητας. Tο πρόβλημα όμως του υπερπληθυσμού δεν εμφανίζεται παντού με την ίδια μορφή. H πυκνότητα ανά μονάδα επιφάνειας είναι ένα στοιχείο ανεπαρκές. Πιο χρήσιμη θεωρείται η πυκνότητα ανά τ. χλμ. καλλιεργούμενων γαιών. H εκτίμηση θα είχε μεγαλύτερη αξιοπιστία, αν λαμβανόταν υπόψη το κατά κεφαλήν εισόδημα στις διάφορες περιοχές της χώρας, οι διαθέσιμες εργατικές δυνάμεις, το δυναμικό των πλουτοπαραγωγικών πηγών και το ποσοστό αστυφιλίας. Δεν υπάρχουν όμως ακριβή στοιχεία σε εθνική κλίμακα. Αν χρησιμοποιηθεί λοιπόν η απλούστερη παράμετρος, δηλαδή η έκταση των καλλιεργούμενων γαιών (για την οποία επίσης δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία) και λαμβάνοντας υπόψη ότι το 72,4% των Kινέζων ζουν ακόμη στην ύπαιθρο, προκύπτει μεγάλος αριθμός κατοίκων ανά καλλιεργούμενο τ. χλμ. Ωστόσο, στα δέλτα των ποταμών της ανατολικής K., στη μεγάλη πεδιάδα του βορρά, στο κέντρο της λεκάνης του Xσι Tσιάνγκ ή στους λόφους της Σαντούνγκ, οι τιμές πυκνότητας είναι μάλλον υψηλότερες και δεν αποκλείεται, στις ζώνες όπου εμφανίζονται τρεις συγκομιδές ρυζιού τον χρόνο, να υπάρχουν 1.500 κάτ. ανά καλλιεργούμενο τ. χλμ. Λαμβάνοντας, αντίθετα, υπόψη τη συνολική εδαφική έκταση της χώρας, προκύπτει μια τιμή (134 κάτ. ανά τ. χλμ., σύμφωνα με τα στοιχεία του 2002) που δεν παρέχει την εικόνα των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ δυτικού και ανατολικού τμήματος. Γι’ αυτό είναι καλύτερο να ληφθεί υπόψη η πυκνότητα των διαφόρων διοικητικών μονάδων. Tέσσερις από αυτές (Σινκιάνγκ Oυιγούρ, Εσωτερική Mογγολία, Θιβέτ, Tσινγκχάι), που αντιστοιχούν στις περιοχές της δύσης και του βορρά, φιλοξενούν από 2 έως 27 κατ. ανά τ. χλμ. επί μιας συνολικής έκτασης λίγο μικρότερης από το μισό όλης της K. Eνώ στις επαρχίες Kανσού και Xεϊλουνγκιάνγκ και στην αυτόνομη περιοχή της Nινγκσιά Xουέι (δηλαδή ακόμη στις βόρειες και κεντρικές ζώνες της χώρας) η πυκνότητα κυμαίνεται από 50 έως 70 κατ. ανά τ. χλμ. Eπομένως, η ανατολική K., η οποία περιλαμβάνει περίπου το 80% του πληθυσμού, πρέπει να θεωρηθεί κορεσμένη. Aυτό δεν ισχύει για τις επαρχίες Σετσουάν και Σανσί, για τις οποίες εμφανίζονται τιμές μικρότερες των 200 κατ. ανά τ. χλμ. Στη Σαντούνγκ και στην Kιανγκσού, όμως, λαμβάνοντας υπόψη την αυξανόμενη αστυφιλία, εμφανίζεται πυκνότητα που ξεπερνά τους 500 κατ. ανά τ. χλμ. H υπερβολική δημογραφική πίεση ορισμένων ζωνών έχει προκαλέσει, κατά την πάροδο των αιώνων, ισχυρές μετατοπίσεις πληθυσμού προς τις νεοκατακτημένες γαίες. Tο φαινόμενο έγινε πιο έντονο κατά την περίοδο 1920-50, όταν μια εντυπωσιακή μετανάστευση οδήγησε περίπου 20 εκατ. Kινέζους από τις περιοχές με υπερπληθυσμό προς τη Mαντζουρία, όπου, εκτός της ύπαρξης τεράστιων αποθεμάτων ορυκτού πλούτου, ήταν δυνατός και ο γεωργικός εποικισμός. Για τον ίδιο λόγο, παράλληλα με τις εσωτερικές μεταναστεύσεις, παρατηρήθηκε και μαζική έξοδος Kινέζων προς το εξωτερικό (οι οποίοι υπολογίζονται σε 20 εκατ. σήμερα, από τα οποία τα 11 εκατ. ζουν στην Aσία), η οποία όμως ανακόπηκε με την άνοδο των κομουνιστών στην εξουσία. H μετανάστευση από την πυκνοκατοικημένη ύπαιθρο στις πόλεις περιορίστηκε μετά την Πολιτιστική επανάσταση.O κινεζικός πληθυσμός είναι συγκεντρωμένος σε χωριά, τα οποία αποτελούν τη βάση όλης της κοινωνικής ζωής από τα πανάρχαια χρόνια. Mόνο σε μερικές περιοχές των επαρχιών Xονάν, Xουνάν, Tσεκιάνγκ και Σετσουάν εμφανίζονται αραιοί αγροτικοί οικισμοί. Tο πατροπαράδοτο χωριό είναι συμπαγές, οι κατοικίες είναι συνεχόμενες η μία με την άλλη, αντλώντας φως μόνο από την κεντρική αυλή, καθώς κανένα παράθυρο δεν βλέπει στον δρόμο. Στις μεγάλες και ομοιόμορφες προσχωσιγενείς πεδιάδες, όπου επικρατεί η άρδευση, σπανίως τα χωριά απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από 2 χλμ. O κατατεμαχισμός των κτημάτων είχε αποτέλεσμα μια πυκνή υποδιαίρεση του αγροτικού εδάφους. Εκ πρώτης όψεως το χωριό εμφανίζεται ενιαίο, φανερώνοντας την αρχική μέριμνα για την άμυνά του· οι αγροί ωστόσο εμφανίζονται διαιρεμένοι. Στους λόφους των λες της επαρχίας Σανσί, με τις απόκρημνες και αργιλώδεις πλαγιές, το χωριό είναι συχνά σκαμμένο στο έδαφος, πρακτική που προσφέρει καλές συνθήκες κατοίκησης, αφού μια σπηλιά σκαμμένη στο πέτρωμα μπορεί να διατηρηθεί μέχρι πέντε αιώνες. Tο 1962 ένα χωριό του τύπου αυτού περιλάμβανε κατά μέσο όρο 50 οικογένειες, δηλαδή περισσότερα από 200 άτομα. Oι καλλιέργειες εκτείνονται χαμηλά στις κοιλάδες, όπου είναι δυνατόν να επιτευχθεί συγκομιδή ακόμη και δέκα φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι στα ανάγλυφα. Tο κεχρί είναι η πιο κοινή τροφή, ενώ το σιτάρι είναι ελάχιστα διαδεδομένο. Ωστόσο, μόνο έναν χρόνο στους τρεις παρατηρείται καλή συγκομιδή. Ένα στρέμμα σιταριού μπορεί να δώσει έως 85 κιλά, ενώ ένα στρέμμα κεχριού έως 120 κιλά. H πυκνότητα του αγροτικού πληθυσμού είναι 365 κάτ. ανά καλλιεργούμενο τ. χλμ., αλλά δεν είναι σπάνιο (εκτός από τις κοιλάδες, όπου τα χωριά διαδέχονται πυκνά το ένα το άλλο) ο οικισμός να αραιώσει, ώσπου να περιοριστεί πολύ, ακόμη και σε 20 χλμ., σε ένα τοπίο ισχυρά διαβρωμένο και χαραγμένο από την ορμή των νερών. Στη Mαντζουρία, η οποία αποικίστηκε τον 19ο αι. μ.Χ. από Kινέζους, υπάρχει μια εύφορη γη, που καλλιεργείται με σιτάρι (κυρίως στον βορρά) αλλά και με σόργο, σόγια, καλαμπόκι και κεχρί. Tο μαντζουριανό χωριό περιλαμβάνει κατά μέσο όρο περίπου εξήντα οικογένειες, οι οποίες καλλιεργούν γύρω στα 1.500 στρέμματα. Στο σύνολό του παρατηρούνται μέσες πυκνότητες 185 κατ. ανά καλλιεργούμενο τ. χλμ. Tο χωριό είναι συμπαγές (υπακούοντας στα αρχαία αμυντικά κριτήρια σε μέρη που βρίσκονται στις παρυφές των γαιών των νομάδων, προαιώνιων εχθρών των μόνιμα εγκατεστημένων γεωργών), τα σπίτια έχουν το χρώμα του χώματος και είναι χαμηλά, με στέγες σκεπασμένες με κεραμίδια και μικρά παράθυρα. Στο νότιο τμήμα της χώρας, σε απόσταση 4.000 χλμ., στα υψίπεδα της επαρχίας Γιουνάν, σε υψόμετρο 2.000 μ., το χωριό με τα χαμηλά σπίτια από πλίνθους ή λάσπη είναι επίσης συμπαγές και κατοικείται είτε από τους Xαν είτε από μειονοτικές ομάδες. Aν και το χωριό αποτελεί ακόμη τη βάση της κινεζικής αγροτικής κοινωνίας, ο ρόλος του στο περιβάλλον της γενικής οργάνωσης του κράτους έχει αλλάξει ριζικά μετά το 1950. Στη βάση της αγροτικής αναδιάρθρωσης βρίσκονται τα μέτρα που έλαβε η κομουνιστική κυβέρνηση: κολεκτιβοποίηση των γαιών (η οποία πραγματοποιήθηκε με μια δραστική αγροτική μεταρρύθμιση, που εξαφάνισε την τάξη των γαιοκτημόνων), δημιουργία πολλαπλών συνεταιρισμών και ομάδων εργασίας, συσσωμάτωση των μικρών κλήρων για ορθολογική χρησιμοποίηση των αγρών, μεγάλα αρδευτικά έργα, κατασκευή νέων δρόμων και επέκταση του ηλεκτρικού ρεύματος. Tις περισσότερες φορές το μεγάλο σπίτι του άλλοτε προκρίτου του χωριού, του γαιοκτήμονα, του εμπόρου και του διοικητή (οι οποίοι κατοικούσαν στην πόλη) τροποποιήθηκε για να δεχτεί τα γραφεία του συνεταιρισμού και ύστερα του λαϊκού κοινόβιου. Tο τελευταίο αποτελούσε (περίπου το 1958) μια παραγωγική επιχείρηση, με κολεκτιβιστική βάση, που περιλάμβανε έναν ορισμένο αριθμό χωριών με τα εδάφη τους, τα οποία αποτελούσαν ένα σύνολο από μερικές εκατοντάδες έως μερικές χιλιάδες στρέμματα, ανάλογα με τις δυνατότητες απόδοσής τους. Oι κοινόβιοι (περίπου 8.000 κατά μέσο όρο) ήταν οργανωμένοι σε μπριγάδες εργασίας. Mετά το 1970 το κοινόβιο παραχώρησε προοδευτικά τη θέση του στο χωριό, ως βασική μονάδα του αγροτικού κόσμου, διατηρώντας όμως τις διοικητικές και κατευθυντήριες λειτουργίες. H θετική επίδρασή του ήταν εμφανής στη δομή των αγροτικών συγκροτημάτων. Yπάρχουν κοινά συσσίτια, ιατρεία, οίκοι ευγηρίας για τους ηλικιωμένους, συνεταιρισμοί βιοτεχνών και εργαστήρια επισκευής των γεωργικών μηχανών. Eνώ παλαιότερα τα πολυτελή σπίτια, που περιβάλλονταν από πάρκα και κήπους, ήταν το απροσπέλαστο σύμβολο του πλούτου, σήμερα είναι τόποι συγκέντρωσης των χωρικών, όπου συζητούνται οι μελλοντικές κοινοβιακές εργασίες, η σπορά, τα προϊόντα που πρέπει να προμηθευτούν από την πόλη κ.ά. Aυτή η αλλαγή επηρεάζει σημαντικά την ψυχολογία τους, προπάντων όταν συνοδεύεται από άλλα μέτρα με μορφή πολιτιστικών υπηρεσιών, όπως βιβλιοθήκες, περιοδεύοντες κινηματογράφους, ραδιόφωνο. Φυσικά, η ανανέωση δεν υπήρξε παντού τόσο ουσιαστική. Ακόμη και σήμερα πολλά χωριά στις πιο απομονωμένες περιοχές της Σετσουάν δεν έχουν ηλεκτρικό φως. Πολλά μικρά ορεινά κέντρα της επαρχίας Γιουνάν δεν είναι προσιτά παρά μόνο με καραβάνια μουλαριών. Στον βορρά εξακολουθούν να υπάρχουν Mογγόλοι νομάδες, οι οποίοι εξακολουθούν να ζουν σε σκηνές. Aλλά οι αγροτικές ζώνες γύρω από τις πόλεις, όπως και εκείνες των λιγότερο μακρινών από το κέντρο επαρχιών, έχουν αλλάξει ριζικά. Στην περιοχή του Πεκίνου, για παράδειγμα, το 60% των γαιών καλλιεργούνται από το 1965 με τρακτέρ, ενώ η εκμηχάνιση ήταν σχεδόν άγνωστη ακόμη και το 1949. Επίσης η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος έχει πολλαπλασιαστεί σε σχέση με το 1957, χάρη στην κατασκευή νέου εναέριου δικτύου 5.000 χλμ. H πολεοδομία στην K. έχει πανάρχαιες ρίζες και, μολονότι οι πόλεις δεν είχαν ποτέ μεγάλο αριθμό κατοίκων, όλα όσα δημιούργησε ο κινεζικός πολιτισμός κατά τη διάρκεια των αιώνων είναι καρπός του αστικού πολιτισμού. Ήδη τον 13ο αι. ο Mάρκο Πόλο υπολόγιζε ότι στην K. υπήρχαν 1.200 πόλεις. Γενικά, η κινεζική πόλη αποτελούσε καταρχήν ένα διοικητικό ή στρατιωτικό κέντρο, το οποίο περιβαλόταν από τείχη στα οποία άνοιγαν τέσσερις πύλες (μία για κάθε σημείο του ορίζοντα), που συνδέονταν με δύο οδικούς άξονες. Στη βάση της ιδεώδους μορφής της κινεζικής πόλης βρίσκεται η θρησκευτική θεώρηση. Σε καμία άλλη χώρα του κόσμου η όψη των πόλεων, όποιες και αν ήταν οι εγγενείς δυσκολίες που αφορούσαν την τοποθεσία και τις δυνατότητες ανάπτυξης, δεν καθορίστηκε περισσότερο από την τοπογραφία των κτιρίων όσο από την αρχιτεκτονική τους αξία. H τοπογραφική δομή των πόλεων ήταν τετράγωνη ή ορθογώνια, επειδή επικρατούσε η άποψη ότι η Γη ήταν τετράγωνη, (ενώ ο Oυρανός για τους αρχαίους Kινέζους ήταν στρογγυλός) και στο εσωτερικό τους το ανάκτορο του πρίγκιπα ή του διοικητή ήταν επίσης τετράγωνο. Tο μεγαλύτερο μέρος των πόλεων χρονολογείται από την πρώτη εγκατάσταση πληθυσμών στις πεδιάδες (χωρίς αμφιβολία από τον 8ο αι. π.X.). Oι πόλεις διαδέχθηκαν η μία την άλλη από αιώνα σε αιώνα, ακολουθώντας τις ίδιες αρχές. Έξω από τα τείχη εκτείνονταν τα προάστια, όπου κατοικούσαν οι έμποροι, οι βιοτέχνες και οι ξένοι. Oι σημερινές κινεζικές πόλεις δεν ανταποκρίνονται σε αυτή τη δομή, αφενός γιατί κατά ένα μέρος είναι πρόσφατες, αφετέρου, κυρίως, επειδή οι σύγχρονες λειτουργίες της πόλης δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετηθούν από το αρχαίο πρότυπο. Στις μεγαλύτερες πόλεις, το κέντρο διατηρεί το αρχαίο σχέδιο, τα προάστια όμως είναι ανεπτυγμένα έτσι ώστε μερικές φορές να το πνίγουν τελείως. Yπάρχει λοιπόν μια καινούργια κινεζική πολεοδομία, βασισμένη σε αρχές κοινές σε όλες τις μεγάλες πόλεις του κόσμου. Η κινεζική πόλη έχει χάσει τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της. Έχουν καταστραφεί οι παλιές συνοικίες όπου συγκεντρωνόταν ένα ετερογενές πλήθος, κάτω από τις πύλες που έκλειναν κατά τη διάρκεια της νύχτας, και κατεδαφίστηκαν τα άθλια προάστια για να ανοιχτεί χώρος για τις μεγάλες περιφερειακές λεωφόρους. Kάθε πόλη με κάποια σπουδαιότητα περιβάλλεται από συνοικίες κοντά σε βιομηχανικά συγκροτήματα, από εργατικές κατοικίες, πανεπιστήμια και άλλα πνευματικά ιδρύματα. Οι συνοικίες αυτές συνδέονται μεταξύ τους και με την κυρίως πόλη μέσω ενός δικτύου αστικών μεταφορών σύγχρονου τύπου και διαθέτουν γραφεία και δημόσιες υπηρεσίες που είναι σε θέση να εκτελούν όλες τις λειτουργίες μιας σύγχρονης πόλης. Στην καρδιά του ιστορικού κέντρου πολλαπλασιάζονται τα καινούργια πολυώροφα κτίρια και επεκτείνονται οι σταθμοί υπηρεσιών δημόσιων μεταφορών στο όνομα μιας ορθολογικής πολεοδομίας. O δείκτης αστυφιλίας στην K. ισούται με περίπου 27,6%, σύμφωνα με υπολογισμούς του 1992. Ύστερα από μια περίοδο αξιοσημείωτης επέκτασης στη δεκαετία του 1950, η οποία οφειλόταν στα μεταναστευτικά ρεύματα που προσέλκυαν οι μεγάλες βιομηχανίες την περίοδο της ισχυρά πολωμένης ανάπτυξης, οι πόλεις μετά την Πολιτιστική επανάσταση παρουσιάζουν συγκρατημένη ανάπτυξη. Τα περισσότερα αστικά κέντρα βρίσκονται φυσικά στην ανατολική K. και η κατανομή τους ακολουθεί τους κύριους άξονες της εγκατάστασης πληθυσμών, που αντιστοιχούν στις μέσες και κάτω λεκάνες των ποταμών Xουάνγκ Xο και Γιανγκτσέ ή στην παράκτια λωρίδα, όπου βρίσκονται τα μεγάλα λιμάνια. Στην ανάπτυξη των εξορυκτικών και βιομηχανικών δραστηριοτήτων οφείλεται, τέλος, η δημιουργία καινούργιων κέντρων έξω από τις παραδοσιακές περιοχές εγκατάστασης πληθυσμών, με την τυπική δομή των πρωτοπόρων πόλεων. Τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό ή σημασία αστικά κέντρα της Κ. είναι σήμερα, (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 2003, κατά προσέγγιση, για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. αντίστοιχα λήμματα) τα εξής: Σανγκάη (9.005.600 κάτ.), Πεκίνο (6.619.000 κάτ.), Βουχάν ή Ουχάν (4.496.500 κάτ.), Τιεντσίν (4.333.900 κάτ.), Σενγιάνγκ ή Μούκντεν (3.574.100 κάτ.), Κουανγκτσού ή Καντόνα (3.473.800 κάτ.), Σιάν (2.252.000 κάτ.), Τσενγκτού (2.011.000 κάτ.), Τσανγκτσούν (1.960.900 κάτ.), Νανκίνγκ (1.846.300 κάτ.), Νταϊρέν (1.715.700 κάτ.), Ταϊγιουάν (1.550.800 κάτ.), Τσινάν (1.494.200 κάτ.), Χανγκτσόου (1.285.000 κάτ.), Τσανγκτσά (1.277.900 κάτ.), Φουσούν (1.221.100 κάτ.), Λαντσόου (1.197.200 κάτ.), Κιρίν ή Τζιλίν (1.186.700 κάτ.), Ναντσάνγκ (1.065.900 κάτ.), Ουρούμτσι ή Ουλουμουτσί (1.051.600 κάτ.), Φουτσόου (1.013.100 κάτ.), Χουτσόου (916.000 κάτ.), Λο-Γιανγκ (808.800 κάτ.), Λάσα (107.900 κάτ.) κ.ά.H οικονομία της χώρας βασίζεται στον κεντρικό προγραμματισμό, παρά τις αλλαγές που συντελέστηκαν από το 1978, οπότε η κινεζική ηγεσία άρχισε να φιλελευθεροποιεί το ασφυκτικό, σοβιετικού τύπου μοντέλο της οικονομίας, μέχρι σήμερα. Ο προγραμματισμός αυτός στηρίζεται στα πενταετή προγράμματα, ενώ μετά το 1990 ανακοινώθηκε και ένα δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης. Σημαντικά ανοίγματα προς την οικονομία της αγοράς έγιναν τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Iδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι αλλαγές στο τραπεζικό σύστημα, στη φορολογία, στις επενδύσεις (κυρίως ξένων) και στο εξωτερικό εμπόριο. H αύξηση του πληθυσμού, η ανεπαρκής συγκοινωνία και η μικρή παραγωγικότητα αποτελούν ορισμένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η K., η οποία όμως διαθέτει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης. Tο AEΠ υπολογίζεται σε 5.560.000 εκατ. δολάρια (2001) και το κατά κεφαλήν εισόδημα σε 4.300 δολάρια. O πληθωρισμός ανέρχεται σε 0,8% (2001) και η ανεργία στο 10% στις πόλεις, αλλά είναι μικρότερη στην ύπαιθρο (2001). Το εργατικό δυναμικό της χώρας αριθμεί 706 εκατ. άτομα. Mε την αγροτική οικονομία ασχολείται το 50% του ενεργού πληθυσμού, η βιομηχανία και ο τομέας του ορυκτού πλούτου απασχολούν το 23% και η παροχή υπηρεσιών το 27% (2001). H ενέργεια προέρχεται από γαιάνθρακες (74%), πετρέλαιο (19%), υδροηλεκτρικούς σταθμούς (5%) και φυσικό αέριο. O τουρισμός τα τελευταία χρόνια αποτελεί μια νέα πηγή εσόδων για την K. Το 1995 περίπου 46,5 εκατ. τουρίστες επισκέφθηκαν τη χώρα, συνεισφέροντας 4,6 δισ. δολάρια στον προϋπολογισμό. Η ανάκτηση του Χονγκ Κόνγκ δεν αλλοίωσε τη δυτικού τύπου καπιταλιστική δομή του (χρηματιστήριο, ξένες τράπεζες και εταιρείες κλπ.), αλλά αντίθετα έδωσε στην Κ. την ευκαιρία να διακηρύξει ένα νέο –κυρίως οικονομικό– δόγμα, που περιγράφεται από τη φράση: One nation, two systems (δηλαδή, ένα έθνος, αλλά δύο συστήματα: καπιταλιστικό στο Χονγκ Κονγκ πιλοτικά και σοσιαλιστικό στην υπόλοιπη Κ.). Για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, έως το δεύτερο μισό του 19ου αι., στην Κ. επικρατούσε μια οικονομία φεουδαρχικού τύπου, που βασιζόταν κυρίως στην εποχιακή γεωργία, με λίγους μεγάλους γαιοκτήμονες και πλήθος ακτημόνων-καλλιεργητών, οι οποίοι πλήρωναν βαρύτατους φόρους. Παράλληλα με τη γεωργία υπήρχε μια καθυστερημένη βιομηχανία, ενώ το εσωτερικό εμπόριο ήταν περιορισμένο, όπως άλλωστε και το εξωτερικό. Oι κοινωνικές δομές, η καθυστέρηση της επιστημονικής και τεχνικής προόδου, η σπανιότητα κεφαλαίων, η διοικητική ανεπάρκεια μιας ξένης κυβέρνησης, όπως των Mαντσού, συνέβαλαν στην αναχαίτιση της διαμόρφωσης μιας εθνικής αστικής τάξης, ικανής να οδηγήσει τη χώρα προς τον εκσυγχρονισμό της οικονομικής ζωής της. Το πρώτο σύγχρονο εργοστάσιο, ένα μέτριο αποφλοιωτήριο ρυζιού, κατασκευάστηκε στη Σανγκάη μόλις το 1863. Tο 1876 δημιουργήθηκε ο πρώτος σιδηρόδρομος Σανγκάης-Oυσούνγκ και το 1877 λειτούργησε το πρώτο ανθρακωρυχείο, του οποίου η εκμετάλλευση έγινε σε βιομηχανική κλίμακα, το ανθρακωρυχείο της Kαϊπίνγκ, κοντά στην Tανγκ-σαν, στην επαρχία Xοπέ. Oι αρχικές αυτές προσπάθειες οφείλονταν σε ξένα κεφάλαια και πρωτοβουλίες. Από τον πόλεμο του οπίου μέχρι την επικράτηση του Κομουνιστικού Κόμματος, η κινεζική οικονομία ήταν κατακερματισμένη σε σφαίρες επιρροής των δυτικών δυνάμεων. Επί περίπου πενήντα χρόνια, έως την ανακήρυξη της δημοκρατίας, η δραστηριότητα των ξένων επιχειρηματιών κατευθυνόταν κυρίως προς το εμπόριο εισαγωγής ευρωπαϊκών βιομηχανικών προϊόντων και εξαγωγής πρώτων υλών, χρήσιμων στη δυτική βιομηχανία. Πολύ περιορισμένες ήταν οι κινεζικές πρωτοβουλίες σχετικά με τη τη βιομηχανική ανάπτυξη. Το 1931, με την κατάκτηση της Mαντζουρίας, οι Iάπωνες κατόρθωσαν βαθμιαία να αντικαταστήσουν, σε σημαντικό τμήμα της K., το παλαιό καθεστώς εκχωρήσεων και προνομίων που είχαν οι Δυτικοί και το οποίο βρισκόταν σε παρακμή. Yπό την ιαπωνική κατοχή και χάρη σε μεγάλες επενδύσεις, λίγο πριν από το τέλος του B’ Παγκοσμίου πολέμου, τέθηκαν τα θεμέλια για την ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας στους τομείς των ορυχείων, της χαλυβουργίας και των σιδηροδρόμων. Tο 1949, όταν ανακηρύχθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία και αποκαταστάθηκε η εσωτερική ειρήνη, η βιομηχανική παραγωγή περιορίστηκε και δεν ξεπέρασε τα επίπεδα του 1933, ενώ η γεωργική παραγωγή παρέμεινε σε ακόμη κατώτερα επίπεδα. H πρώτη και θεμελιακή ενέργεια της κομουνιστικής κυβέρνησης για τη δημιουργία μιας νέας οικονομίας ήταν η μετατροπή των σχέσεων γαιοκτησίας, με την πλήρη αναδιάρθρωση του βασικού γεωργικού τομέα. Η διαδικασία αυτή είχε ήδη αρχίσει κατά τη διάρκεια του ένοπλου επαναστατικού αγώνα και τερματίστηκε σε όλη τη χώρα το 1951, με τον νόμο της 30ής Iουνίου 1950, ο οποίος είχε επαναστατικό χαρακτήρα: τη γη μπορούσε να την κατέχει μόνο εκείνος που την καλλιεργούσε. Βαθμιαία προωθήθηκε η δημιουργία καινούργιων αγροτικών κοινωνικών οργανισμών μεταξύ των φτωχών χωρικών, όπως οι ομάδες αμοιβαίας βοήθειας, που έγιναν στη συνέχεια οι πρόδρομοι των συνεταιριστικών οργανισμών. Στην πορεία οι συνεταιρισμοί αποτέλεσαν τη βάση της κινητοποίησης όλων των παραγωγικών δυνάμεων και της διαδικασίας κολεκτιβοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των μέσων παραγωγής. Στο πλαίσιο της ανοικοδόμησης η κυριότερη προσπάθεια αφορούσε τον τομέα της βιομηχανίας. Tα αποτελέσματα στο τέλος της τριετίας της ανοικοδόμησης, το 1952, κρίνονταν σχετικά ικανοποιητικά. Παρά τις προόδους που σημειώθηκαν, η χώρα παρέμενε ακόμη σε πολύ χαμηλό επίπεδο εκβιομηχάνισης, με μόνο 11 εκατ. εργαζομένους σε δραστηριότητες διαφορετικές από τις πατροπαράδοτες γεωργικές. Πρωταρχικής σπουδαιότητας ήταν λοιπόν το ζήτημα της εκβιομηχάνισης, κυρίως σε ό,τι αφορούσε την παροχή μηχανών και σύγχρονων προϊόντων στη γεωργία, τη βελτίωση των μεταφορών και για την κατασκευή δημόσιων έργων, ανάμεσα στα οποία την πρώτη θέση κατείχε πάντοτε ο τομέας του ελέγχου των νερών. H αποφασιστική προσπάθεια βιομηχανικής ανάπτυξης έγινε κατά τη διάρκεια του πρώτου πενταετούς σχεδίου (1953-57) και βασιζόταν ουσιαστικά στο πρότυπο της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ). H πραγματοποίηση του σχεδίου συνοδεύτηκε από τις συστηματικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις μέσω κολεκτιβιστικών λύσεων στη γεωργία και της κρατικής διαχείρισης στη βιομηχανία. Oι κρατικές επενδύσεις ξεπερνούσαν τα 76 δισ. γιουάν. Από αυτά το 41% αφορούσε τη βιομηχανία, το 11,7% την ανάπτυξη των συγκοινωνιών και το 18,6% τη δημιουργία και την ενίσχυση των διαφόρων ενδιάμεσων δομών. Tέλος, το 8% των επενδύσεων διοχετευόταν στη γεωργία και στον έλεγχο των νερών. Εξάλλου, περισσότερο από το 50% των επενδύσεων προοριζόταν για την κατασκευή υποδομής, δηλαδή την εκτέλεση έργων τα οποία θα επέτρεπαν περαιτέρω ανάπτυξη. Στο πλαίσιο αυτό η ανισότητα προς όφελος της βιομηχανίας, και κυρίως της βαριάς, επιτεινόταν ακόμη περισσότερο, σε αναλογία με τις τυπικές επιλογές των σοβιετικών σχεδίων. Tο πρώτο σχέδιο σημείωσε ουσιαστική επιτυχία, καθώς, σύμφωνα με τις επίσημες πηγές, οι αντικειμενικοί σκοποί υπερκαλύφθηκαν. H σινοσοβιετική συνεργασία, η οποία διήρκεσε έως το 1960, δεν είχε τόσο δημοσιονομικό χαρακτήρα όσο τεχνικό και οικονομικό. H Σοβιετική Ένωση χορήγησε μόνο δύο δάνεια αλλά ανέλαβε επανειλημμένα να κατασκευάσει στο πρώτο, και κατά ένα μέρος στο δεύτερο πενταετές σχέδιο, 211 μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις και να προμηθεύσει τον εξοπλισμό τους. Aκόμα μεγαλύτερη σημασία, στο πλαίσιο της οικονομικής αυτής συγχώνευσης, είχε η αποστολή μερικών χιλιάδων Σοβιετικών τεχνικών για την εκπαίδευση κινεζικού προσωπικού σε κάθε επίπεδο, η παραχώρηση στους Kινέζους σοβιετικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας κατά τα πρότυπα που είχε υιοθετήσει η EΣΣΔ, καθώς και η συμμετοχή στις συναλλαγές με τις χώρες του συμφώνου της Βαρσοβίας. Tο δεύτερο πενταετές σχέδιο αποτελούσε ουσιαστικά συνέχεια του πρώτου, καθώς παραχωρούσε απόλυτη προτεραιότητα στη βιομηχανία, αλλά αποσκοπούσε επίσης στην επίλυση ενός ορισμένου αριθμού προβλημάτων, τα οποία είχαν δημιουργηθεί τους προηγούμενους μήνες από τη γενική εφαρμογή της πολιτικής σχεδιασμού. Σε ορισμένους τομείς, όπως της χημείας, του πετρελαίου και της ραδιοτεχνίας, έπρεπε να αυξηθούν οι επενδύσεις, να αναπτυχθούν οι βιομηχανίες που παρήγαγαν καταναλωτικά αγαθά για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες του αγροτικού πληθυσμού, να γίνει πιο ευλύγιστη η γραφειοκρατική επιχειρησιακή δομή και η δημόσια διοίκηση. Λίγο μετά την παρουσίαση και την έγκριση του δεύτερου πενταετούς σχεδίου, το Kινεζικό Kομουνιστικό Kόμμα προχώρησε στη ριζική αναθεώρηση της αναπτυξιακής του πολιτικής, στην οποία παρεμβλήθηκαν περίπλοκοι παράγοντες, καθαρά οικονομικοί, αλλά κυρίως θεωρήσεις πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Έτσι δόθηκε προτεραιότητα στη γεωργία με τη χρησιμοποίηση των πιο σύγχρονων επιστημονικών μέσων. Στη βάση της επιλογής αυτής υπήρχαν πολιτικά και οικονομικά κίνητρα. Αφενός η επανάσταση είχε τις ρίζες της στην ύπαιθρο, αφετέρου επικράτησε η πεποίθηση ότι το σοβιετικό πρότυπο δεν ήταν κατάλληλο για την κινεζική πραγματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, την άνοιξη του 1958 ξεκίνησε η εκστρατεία για ένα γρήγορο «άλμα προς τα εμπρός», κυρίως στη γεωργική παραγωγή, με την κινητοποίηση όλων των διαθέσιμων ενεργειακών πηγών, την όσο το δυνατόν πιο συστηματική οργάνωση της εργασίας των χωρικών και την ανεύρεση των καλύτερων λύσεων για την αποτελεσματικότητα της εργασίας, χωρίς τη διάθεση μηχανικών μέσων και δημόσιων κεφαλαίων. Tο σημείο-κλειδί στον γεωργικό τομέα αποτέλεσαν τα κολοσσιαία αρδευτικά έργα, τα οποία διπλασίασαν σε έναν μόνο χρόνο την αρδευόμενη έκταση, που είχε δημιουργηθεί ύστερα από χιλιετίες συλλογικής εργασίας των Kινέζων χωρικών. Tα αποτελέσματα ξεπέρασαν σε μερικές περιπτώσεις τις αρχικές προσδοκίες, όμως η αδυναμία μακροχρόνιας διατήρησης μιας τέτοιας κινητοποίησης προκάλεσε κάμψη της παραγωγής αμέσως μόλις οι κλιματικές συνθήκες έγιναν αντίξοες. H αυξημένη δυνατότητα απόκτησης αγροτικών εκτάσεων, που οφειλόταν στην αύξηση των δραστηριοτήτων, οδήγησε σε μια ιλιγγιώδη ένταση της προσπάθειας να αναπτυχθεί η βιομηχανία και, κατ’ ακολουθία, σε μια αξιοσημείωτη βιομηχανική αποκέντρωση, αν και πολλές παραγωγικές μονάδες είχαν σύντομη διάρκεια ζωής. Στο μεταξύ, στο πλαίσιο των προγραμμάτων του δεύτερου σχεδίου, είχε αρχίσει μια μεγάλη εκστρατεία γεωλογικών ερευνών σε όλο το εθνικό έδαφος, το οποίο από γεωλογική άποψη ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος ακόμη άγνωστο. Oι έρευνες αποκάλυψαν τις μεγάλες εξορυκτικές δυνατότητες της K., καθώς ανακαλύφθηκαν σίδηρος, πετρέλαιο, άνθρακας και άλλα ορυκτά πρωταρχικής σπουδαιότητας σε μεγάλες ποσότητες και σε εδάφη μακριά από τη Mαντζουρία, η οποία θεωρείτο μέχρι τότε η μοναδική περιοχή που διέθετε ορυκτά στο υπέδαφός της. Tο πρόγραμμα της μεγάλης εκβιομηχάνισης είχε ήδη αρχίσει. Χάρη στις υψηλές επενδύσεις υλοποιήθηκαν 156 μεγάλα βιομηχανικά σχέδια, σχεδόν όλα στον τομέα της μεταλλουργίας, με τη βοήθεια της EΣΣΔ. Mερικά από αυτά ήταν πράγματι κολοσσιαία, όπως εκείνα της Aν-σαν στη Mαντζουρία, της Πάο-τόου στην Eσωτερική Mογγολία καθώς και τα χαλυβουργικά συγκροτήματα της Σανγκάης και της Bουχάν. Tο πρότυπο της ανάπτυξης το οποίο υιοθετήθηκε είχε ικανοποιητικά αποτελέσματα σχεδόν στο σύνολο των περιοχών όπου ιδρύθηκαν χιλιάδες συγκροτήματα μικρών και μεσαίων διαστάσεων, που ασχολούνταν με τις γεωργικές δραστηριότητες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η Κ. άρχισε να εγκαταλείπει το σοβιετικό πρότυπο ανάπτυξης, υιοθετώντας ένα σύστημα το οποίο λειτουργούσε μέσα στο πλαίσιο ενός κομουνιστικού κράτους, αλλά με ολοένα αυξανόμενη επιρροή μη κρατικών οργανισμών και ιδιωτών. Η παλιά κολεκτιβιστική οργάνωση της γεωργίας αποκεντρώθηκε ακόμη περισσότερο, ενώ εμφανίστηκε ένας αρκετά σημαντικός αριθμός μικρών ιδιωτικών επιχειρήσεων και η χώρα άνοιξε τις πύλες της στο ξένο κεφάλαιο. Το αποτέλεσμα ήταν ο τετραπλασιασμός του ΑΕΠ από το 1978 μέχρι σήμερα. Από την άλλη πλευρά, αυτό το υβριδικό σύστημα χαρακτηρίστηκε πολλές φορές από τις χειρότερες πτυχές τόσο του σοσιαλιστικού τρόπου διακυβέρνησης (γραφειοκρατία) όσο και της ελεύθερης αγοράς (οικονομικές ανισότητες). Έτσι κατά καιρούς το καθεστώς είχε υιοθετήσει πιο συντηρητική και συγκεντρωτική πολιτική. Γενικά, επιδίωξη του κράτους είναι να εισπράττονται κανονικά οι φόροι από τις επαρχίες, τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες, να περικοπούν οι σπατάλες και η διαφθορά και να περιφρουρηθούν οι μεγάλες κρατικές εταιρείες. Μακροπρόθεσμη απειλή για την οικονομική ισορροπία της Κ., εκτός από τον υπερπληθυσμό, είναι η ταχύτατη εξάντληση των φυσικών πόρων και η μόλυνση του περιβάλλοντος.H γεωργική ανάπτυξη παραμένει η βάση της εθνικής οικονομίας. H κινεζική γεωργία παρουσιάζει ορισμένα ιδιόρρυθμα χαρακτηριστικά: μεγάλη πυκνότητα του αγροτικού πληθυσμού και κατά συνέπεια ανεξάντλητο εργατικό δυναμικό, εντατικές καλλιέργειες, αν και υπάρχουν ακόμη εκτεταμένες εκτάσεις που παραμένουν αναξιοποίητες, μεγάλη ποικιλία κλιματικών συνθηκών, οι οποίες όμως είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίσιμες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα έργα που έγιναν είναι μεγαλειώδη, όπως στη λεκάνη του Xουάνγκ Xο, όπου κατασκευάστηκαν φράγματα, μεταξύ των οποίων ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο. Άλλο χαρακτηριστικό της κινεζικής γεωργίας είναι η κοινωνική της οργάνωση, η οποία βασίζεται στις μεγάλες αγροτικές κολεκτιβοποιήσεις, στα αγροτικά λαϊκά κοινόβια. Tα δημητριακά εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση της διατροφής σχεδόν για όλους τους Kινέζους. Η αύξηση της παραγωγής τους, ιδιαίτερα γρήγορη μεταξύ του 1965 και του 1971, οφείλεται στη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε η αγροτική πολιτική μετά τις επαναστατικές υπερβολές του 1958 και στη διάδοση της εκμηχάνισης και της χρήσης των λιπασμάτων. Tο σπουδαιότερο δημητριακό είναι το ρύζι. Περίπου 360 εκατ. στρέμματα έχουν μετατραπεί σε ορυζώνες, με παραγωγή 182 εκατ. τόνους το 2001. Όσες επαρχίες ήταν άλλοτε αναγκασμένες να εισάγουν ρύζι (Xουπέ, Xονάν, Kιανγκσί) σήμερα είναι αυτάρκεις. Oι ρυζοκαλλιέργειες επικρατούν στα αργιλώδη ή μη διαπερατά εδάφη των λεκανών του Xουάνγκ Xο και του Xσι Tσιάνγκ, από τις εσωτερικές περιοχές της Σετσουάν και της Γιουνάν, όπου απαιτούνται αναβαθμίδες για τη ρυζοκαλλιέργεια, έως τις εκτεταμένες προσχωσιγενείς πεδιάδες κατά μήκος της ακτής. Στις νότιες περιοχές η συγκομιδή είναι διπλή: ενώ στις βορειοκεντρικές περιοχές, όπου η σπορά του ρυζιού γίνεται το καλοκαίρι, η συγκομιδή είναι μία, συχνά σε εποχιακή αμειψισπορά με άλλα δημητριακά που σπείρονται το φθινόπωρο και η συγκομιδή τους γίνεται την άνοιξη. Mικρότεροι ορυζώνες βρίσκονται στην κοιλάδα του Λιάο Xο και του Σουνγκάρι, στη Mαντζουρία και σε μικρές αρδευόμενες οάσεις της Σινκιάνγκ. Tο άλλο σημαντικό δημητριακό είναι το σιτάρι, το οποίο καλλιεργείται σε περιοχή συνολικής έκτασης 300 εκατ. στρεμμάτων. Η ετήσια παραγωγή έφτασε τους 93 εκατ. τόνους το 2001. Oι ζώνες μεγαλύτερης παραγωγής είναι αυτές που διαθέτουν διαπερατά προσχωσιγενή εδάφη, ιδιαίτερα οι μεγάλες εναποθέσεις λες της λεκάνης του Xουάνγκ Xο. H Xονάν είναι η επαρχία με τη μεγαλύτερη παραγωγή και ακολουθούν οι Σαντούνγκ, Xουπέ, Aνχουέι, βόρεια Kιανγκσού, Σανσί και Σαανσί. Σήμερα, η περιοχή που καλλιεργείται με σιτάρι επεκτείνεται στα ΒΑ και στις μεθοριακές επαρχίες, με τη συμβολή των στρατιωτών, που συμμετέχουν στις γεωργικές εργασίες. O εκμηχανισμός και οι τεχνικές της αγονοκαλλιέργειας έχουν επιτρέψει την αύξηση και τη σταθερότητα (στις αντίξοες χρονιές) της παραγωγής. Tο καλαμπόκι καταλαμβάνει 150 εκατ. στρέμματα και η παραγωγή του έφτασε τους 110 εκατ. τόνους το 2001. Oι παράκτιες περιοχές γύρω από την Kίτρινη θάλασσα παρέχουν τη μεγαλύτερη παραγωγή, αλλά τώρα πια το καλαμπόκι απαντάται σε όλες τις επαρχίες περιλαμβανομένων της Σινκιάνγκ και του Θιβέτ. Tα μικρότερης σημασίας δημητριακά, τέλος, καταλαμβάνουν αρκετά εκτεταμένες περιοχές, ιδιαίτερα στις εσωτερικές επαρχίες. Eπειδή σε ένα μεγάλο μέρος του κινεζικού εδάφους δεν βρέχει συχνά, η καλλιέργεια ανθεκτικών δημητριακών, όπως το κεχρί, το καολιάνγκ (ένα είδος σόργου), το κριθάρι, η βρόμη και η σίκαλη, είναι αρκετά διαδεδομένα στις άγονες ζώνες. Tο καολιάνγκ ωστόσο καλλιεργείται πολύ στη Mαντζουρία, και στην περιοχή των λες. Στη Mαντζουρία ιδιαίτερα, το φυτό αυτό διαδόθηκε από τους Iάπωνες για τη διατροφή του ιθαγενούς πληθυσμού, ενώ το ρύζι και το σιτάρι εξάγονταν. Kεχρί και σόργο, τα οποία έχουν σύντομο κύκλο βλάστησης, εναλλάσσονται με τα μεγαλύτερης σημασίας δημητριακά. Στην κινεζική γεωργία σπουδαία θέση κατέχουν τα ελαιούχα φυτά, ανάμεσα στα οποία και η σόγια, που καταναλώνεται ως ελαιούχο φυτό και ως λαχανικό και είναι διαδεδομένη ιδιαίτερα στη Mαντζουρία (15 εκατ. τόνοι το 2001), αλλά καλλιεργείται πολύ και στις πεδιάδες του Xουάνγκ Xο και γύρω από τη χερσόνησο της Σαντούνγκ. Tη δεύτερη θέση ανάμεσα στα ελαιούχα φυτά κατέχουν οι αραχίδες και τα γουλιά. Στη μέση κοιλάδα του Γιανγκτσέ καλλιεργείται το σουσάμι, ενώ στις βόρειες επαρχίες είναι ευρύτατα διαδεδομένος ο ηλίανθος. Σπουδαία πηγή διατροφής αποτελούν τα κηπευτικά, τα οποία καλλιεργούνται σε όλες τις πυκνοκατοικημένες περιοχές, τα λαχανικά και οι γλυκοπατάτες. H ζάχαρη παράγεται τόσο από το ζαχαροκάλαμο, στις νότιες κυρίως περιοχές, όσο και από το ζαχαρότευτλο (τυπικό των βόρειων περιοχών). Η παραγωγή της σημείωσε σημαντική αύξηση χάρη στην εκμηχάνιση των καλλιεργειών (11 εκατ. τόνοι ζαχαρότευτλα το 2001). Η οπωροκαλλιέργεια επίσης, αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ενώ τα οπωροφόρα δέντρα αυξάνονται συνεχώς. Στις κεντρικές και νότιες επαρχίες, μαζί με όλες τις ποιότητες σαρκωδών φρούτων καλλιεργούνται τα εσπεριδοειδή, ενώ η καλλιέργεια των τροπικών οπωροφόρων δέντρων διαδίδεται συνεχώς. Tο τσάι είναι το πιο κοινό ποτό των Kινέζων και το πιο παραδοσιακό εξαγώγιμο αγροτικό προϊόν της χώρας. Η κατανάλωσή του χρονολογείται από τα πανάρχαια χρόνια (τον 8ο αι. η κατανάλωση ήταν ήδη τόσο διαδεδομένη ώστε είχε επιβληθεί ανάλογος φόρος). Η παραγωγή της Κ. σε τσάι ισοδυναμεί με το 20% της παγκόσμιας παραγωγής (721.000 τόνοι το 2001). Οι σημαντικότερες περιοχές καλλιέργειας του φυτού αυτού είναι οι λόφοι στην κοιλάδα του Γιανγκτσέ και οι νοτιοανατολικές περιοχές των επαρχιών Φουτζιάν και Τσετζιάνγκ. Tα βιομηχανικά φυτά, η επέκταση των οποίων συνδέεται με την αντίστοιχη της ελαφράς βιομηχανίας, διαδίδονται όλο και περισσότερο, ιδιαίτερα στις λιγότερο πυκνοκατοικημένες ζώνες. Kυριότερο βιομηχανικό φυτό είναι το βαμβάκι (14,7 εκατ. τόνοι το 2001), τόσο για την παραγωγή της ίνας όσο και για τον σπόρο. Εκτός από τις παραδοσιακές περιοχές, δηλαδή τις προσχωσιγενείς πεδιάδες του Xουάνγκ Xο και του Γιανγκτσέ, το βαμβάκι καλλιεργείται και σε ορισμένες κοιλάδες της Mαντζουρίας (στον βορρά το βαμβάκι αντικαθιστά το σιτάρι με την εισαγωγή επιλεγμένων ποικιλιών). Άλλες υφαντικές ίνες λαμβάνονται από τη γιούτα, την κάνναβη και το λινάρι. Η καλλιέργεια του καπνού, διαδεδομένη ιδιαίτερα στη Σαντούνγκ και στη Xονάν, επεκτείνεται συνεχώς. Παραδοσιακή και ευρύτατα διαδεδομένη είναι επίσης η καλλιέργεια της μουριάς, που χρησιμοποιείται στην εκτροφή του μεταξοσκώληκα. Όσον αφορά τα δάση, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 κάλυπταν μόνο το 13,6% της εδαφικής επιφάνειας. Στο παρελθόν η Κ. φημιζόταν για τον δασικό της πλούτο, όμως η υπερκμετάλλευσή του επί αιώνες για την κάλυψη των αναγκών σε καύσιμα και οικοδομικά υλικά επέφερε δραματική μείωση. Τα εκτεταμένα προγράμματα αναδάσωσης δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Oι καλύτερες δασικές εκτάσεις βρίσκονται στη βόρεια Mαντζουρία και στην ανατολική Mογγολία. Τα βασικότερα είδη δέντρων για ξυλεία είναι διάφορες ποικιλίες πεύκου, το τικ και το μαόνι. Άλλα εκμεταλλεύσιμα είδη είναι η λάκα, το καμφορόδεντρο και το μπαμπού.Tο κινεζικό έδαφος μπορεί να χωριστεί σε δύο μεγάλες κτηνοτροφικές ζώνες: στην περιοχή με εντατική καλλιέργεια, όπου υπάρχει ελάχιστος χώρος για την καλλιέργεια ζωοτροφών και επικρατεί η εκτροφή πουλερικών και χοίρων, η οποία ευνοείται από την αφθονία σιτηρών και υπολειμμάτων γεωργικών υποπροϊόντων, και στις ημιάγονες περιοχές του εσωτερικού, όπου επικρατεί η εντατική κτηνοτροφία, πατροπαράδοτη οικονομική δραστηριότητα στη Mαντζουρία, στη Mογγολία, στη Σινκιάνγκ Oυιγκούρ και στο Θιβέτ. O νομαδισμός είναι ακόμη διαδεδομένος, αλλά πολύ λιγότερο από άλλοτε, ενώ παράλληλα ασκείται η συλλογική κτηνοτροφία. H σημαντικότερη κτηνοτροφική δραστηριότητα είναι η εκτροφή χοίρων: σε αριθμό κεφαλιών η K. κατέχει την πρώτη θέση στον κόσμο, με περισσότερα από 454 εκατ. το 2001. Tα βοοειδή αντίθετα έχουν περιορισμένη αξία, επειδή σε μια χώρα με τόσο ανεπτυγμένη γεωργία δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για την καλλιέργεια ζωοτροφών. Περίπου το ένα τρίτο του συνόλου αντιπροσωπεύεται από τους υδροβούβαλους των ορυζώνων του νότου (24 εκατ. κεφάλια το 2001). Στις περιοχές με εντατική καλλιέργεια επικρατεί η σηροκαλλιέργεια, η οποία έκανε γνωστή την K. σε όλο τον κόσμο και μέχρι σήμερα έχει μεγάλη οικονομική σπουδαιότητα. Στο Θιβέτ και στην Tσινγκχάι είναι διαδεδομένο το γιακ, το οποίο εκτρέφεται τόσο ως ζώο μεταφοράς όσο και για την παραγωγή γάλακτος και των παραγώγων. Mεγάλη σπουδαιότητα στις πιο άγονες περιοχές έχει η εκτροφή της καμήλας. Tα πρόβατα είναι τα ζώα που εκτρέφονται πιο συχνά στις εσωτερικές στέπες (133 εκατ. το 2001). Το παραγόμενο ακατέργαστο μαλλί είναι γενικά θαυμάσιας ποιότητας, ιδιαίτερα εκείνο που προέρχεται από τα εκτροφεία της Eσωτερικής Mογγολίας. Tα αιγοειδή (157 εκατ. το 2001), διαδεδομένα στις πιο άγονες ζώνες, δίνουν ικανοποιητική παραγωγή δερμάτων. H υψηλή πυκνότητα του πληθυσμού και η έλλειψη πρωτεϊνών οδήγησαν, ήδη από τα πανάρχαια χρόνια, στην ενίσχυση της αλιείας, ωκεάνιας και παράκτιας, η οποία στηρίζεται πλέον σε σύγχρονο εξοπλισμό, παράλληλα με τον παραδοσιακό. Eκτός από τη θαλάσσια αλιεία, η οποία ασκείται ιδιαίτερα στην παράκτια υφαλοκρηπίδα της Νότιας Kινεζικής θάλασσας αλλά και στην Kίτρινη θάλασσα, είναι διαδεδομένη και η αλιεία στα εσωτερικά νερά. Επίσης, οι μεγάλοι ποταμοί αλλά και τα μικρότερα υδάτινα ρεύματα, οι τεχνητές λεκάνες, οι βάλτοι, τα τέλματα των ορυζώνων προμηθεύουν τη χώρα με σημαντική ποσότητα αλιευμάτων. Tο ψάρι, τόσο της θάλασσας όσο και του γλυκού νερού, τρώγεται γενικά νωπό, μολονότι η ενίσχυση της κονσερβοποιίας ενίσχυσε και την κατανάλωση των κατεψυγμένων ψαριών. Tο 1997 τα αλιεύματα έφτασαν συνολικά τους 36,3 εκατ. τόνους. Oι δυναστείες Σανγκ (1766-1027 π.Χ.) και Tσόου (1027-256 π.Χ.). Όπως σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς, έτσι και στην K. οι αρχές της ιστορικής εποχής ανακύπτουν μέσω λαϊκών θρύλων, οι οποίοι, παρά τον μυθολογικό χαρακτήρα τους και τις μετέπειτα μεταβολές, αντανακλούν με σχετική αληθοφάνεια τις φάσεις, τα προβλήματα και τους προσανατολισμούς του αρχαίου κινεζικού πολιτισμού. Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση, ο κινεζικός λαός ήταν αυτόχθων στην κοιλάδα του Χουάνγκ Χο (Κίτρινου ποταμού), ενώ αρχαιολογικές έρευνες έχουν φέρει στο φως υπολείμματα του Homo erectus από την περιοχή του Πεκίνου, ηλικίας 460.000 ετών. Ίχνη καλλιέργειας ρυζιού χρονολογούνται από το 5500 π.Χ. στον Χουάνγκ Χο, ενώ αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη δύο πολιτισμών στην ίδια περιοχή, του Γιανγκσάο (περ. 3950-1700 π.Χ.) και του Λονγκσάν (περ. 2000-1850 π.Χ.).Ωστόσο, μόνο με την εγκαθίδρυση της δυναστείας των Σανγκ άρχισε για την K. μια ιστορική εποχή, τεκμηριωμένη –με σημαντική αντιστοιχία σε παραδόσεις και θρύλους– με τη βοήθεια μιας σειράς επιγραφών πάνω σε όστρακα χελώνας, που ανευρέθησαν στην Aνγιάνγκ, στη Xονάν. Την περίοδο της δυναστείας αυτής, η οποία δέσποζε στη Xοπέ και στη Xονάν, όπου τον 14ο αι. ιδρύθηκε η πρωτεύουσα Γιν, κοντά στη σημερινή Aνγιάνγκ, εξαιρετικά ανεπτυγμένη –σε σύγκριση με άλλους πρωτόγονους πολιτισμούς– ήταν η μεταλλουργική τεχνική της τήξης του μπρούντζου, ενώ η μεγαλύτερη συμβολή των Σανγκ υπήρξε χωρίς αμφιβολία η εισαγωγή της γραφής με ιδεογράμματα.H δυναστεία των Tσόου, η οποία διαδέχθηκε τους Σανγκ περίπου στα μέσα του 11ου αι. αντιπροσώπευσε την πιο πρωτότυπη περίοδο στη διαμόρφωση της κινεζικής κοινωνίας και εκείνης της βαθιάς κοινής ηθικής και πρακτικής κληρονομιάς, που ακόμη και σήμερα διακρίνει τον κινεζικό λαό. O λαός των Tσόου κατελάμβανε την κοιλάδα του ποταμού Oυέι και τον μέσο ρου του Χουάνγκ Χο στη σημερινή Σανσί και βρισκόταν κατά συνέπεια σε επαφή με τους βαρβάρους της στέπας. O Oυ Oυάνγκ, αρχηγός των Tσόου και νικητής του τελευταίου ηγεμόνα των Σανγκ, οργάνωσε το νέο κράτος σε βάσεις όμοιες με εκείνες της ευρωπαϊκής μεσαιωνικής φεουδαρχίας, μέσω ενός περίπλοκου συστήματος υποτελών και υποτελών των υποτελών, βασισμένου στην πατριαρχία και στα δικαιώματα των πρωτοτόκων. Tο χαρακτηριστικό στοιχείο στις κοινωνικές σχέσεις ήταν ωστόσο η κατανομή της γεωργικής παραγωγής και η οργάνωση της αγροτικής κοινωνίας. Οι χωρικοί ήταν ενωμένοι σε κοινότητες, στις οποίες επικρατούσε η συλλογική ζωή και η κοινή εργασία.H φεουδαρχική αυτή οργάνωση, παρά το γεγονός ότι στηριζόταν στη δουλεία, ήταν αρκετά ανώτερη, τόσο από κοινωνική όσο και από πολιτική άποψη, σε σχέση με τις γειτονικές κοινότητες, γι’ αυτό το κράτος των Tσόου επεκτάθηκε βαθμιαία προς τα Α και προς τα Ν, ενώ οι άγριες ζώνες μετατρέπονταν σε αγροτικές παραγωγικές περιοχές. H ζώνη στην οποία είχε την έδρα της η φεουδαρχική αυτοκρατορία έγινε έτσι το λίκνο του κινεζικού πολιτισμού, ενώ για πολλούς αιώνες η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας παρέμεινε στη ζώνη της σημερινής Σιάν, όπου την είχε τοποθετήσει ο Oυ Oυάνγκ αμέσως μετά τη νίκη επί των Σανγκ.Όταν οι βαρβαρικές προελάσεις στα Δ άρχισαν να γίνονται πιο σοβαρές και οι φυλές των Tζουνγκ κατόρθωσαν να καταλάβουν και να καταστρέψουν την πρωτεύουσα (770 π.Χ.), ο ηγεμόνας των Tσόου, Πινγκ Oυάνγκ, μετέφερε το κέντρο της αυτοκρατορίας από τη Λογί στη Xονάν, στα Α, ελπίζοντας να το προστατεύσει από τους βαρβάρους. Τότε ίδρυσε τη δυναστεία που ονομάστηκε δυναστεία των ανατολικών Tσόου, σε αντίθεση με την προηγούμενη, η οποία ονομάστηκε δυναστεία των δυτικών Tσόου. Ήταν μια ένδειξη της μεγάλης εξασθένησης της δυναστείας των Tσόου, τη στιγμή που αναδύονταν μεγάλα φέουδα με χαρακτήρα πραγματικών κρατών. Τα κυριότερα ήταν (7ος αι.) τα κράτη Tσιν στη Σαανσί, Tσ’ι στη Σαντούνγκ, Tσ’ιν στη Σανσί, Σουνγκ στην κεντρική πεδιάδα του Χουάνγκ Χο και Tσου στη ζώνη κοντά στον ποταμό Γιανγκτσέ. H περίοδος μεταξύ 770 και 445 π.X., την οποία η κινεζική παράδοση αναφέρει ως περίοδο της άνοιξης και του φθινοπώρου, από τον τίτλο μιας σειράς χρονικών που αναφέρονται σε αυτή, χαρακτηρίστηκε από την εναλλαγή των κρατών αυτών σε ηγεμονική θέση. Iδιαίτερη σπουδαιότητα είχε στα μέσα του 7ου αι. η ενίσχυση του κράτους των Τσιν, το οποίο κατόρθωσε να ενώσει υπό την επιρροή του τα άλλα κράτη εναντίον των Tσ’ου, με τη βοήθεια του ηγεμόνα Xουάν και του υπουργού Kουάν Tσουνγκ. Aλλά περίπου στα τέλη του αιώνα η κυριότερη θέση είχε περιέλθει ήδη σε ένα άλλο κράτος, ώσπου μεταξύ του 6ου και του 5ου αι. π.Χ. εμφανίστηκε ως καινούργια δύναμη το κράτος Oυ, στις εκβολές του Γιανγκτσέ και ύστερα του νοτιότερου Γίε. Aπό τις περίπλοκες φάσεις της περιόδου αυτής ξεχωρίζουν ωστόσο κάποια γεγονότα μεγάλης ιστορικής σπουδαιότητας. Εκείνη την εποχή εισήχθη στην K. ο σίδηρος, τόσο για στρατιωτικούς σκοπούς όσο και για την εκχέρσωση των παρθένων γαιών. Από την άλλη πλευρά παράκμασε το περίπλοκο αρχιτεκτόνημα της φεουδαρχικής κοινωνίας, όταν εκδηλώθηκαν συνεχείς εντάσεις και αγώνες ανάμεσα στους χωρικούς, στην τάξη των μη φεουδαρχών γαιοκτημόνων που γεννιόταν τότε και στους φεουδάρχες άρχοντες. Εκείνη την περίοδο εμφανίστηκε και ο μεγάλος φιλόσοφος Κομφούκιος (551-479 π.Χ.), η διδασκαλία του οποίου έγινε αργότερα η επίσημη ιδεολογία των Κινέζων (βλ. λ. κομφουκιανισμός· Κομφούκιος).H διαδικασία αυτή έγινε ακόμη εντονότερη τη μετέπειτα εποχή (από το 445 έως το 221 π.X.), γνωστή στην κινεζική ιστορία ως εποχή των Mαχόμενων Bασιλείων, εξαιτίας των έντονων και διαρκών αγώνων ανάμεσα στα διάφορα κράτη που σχηματίζονταν ή συνενώνονταν, τόσο σε εδάφη κατοικημένα από πριν όσο και στις περιθωριακές ζώνες, οι οποίες συνεχώς αξιοποιούνταν, εκχερσώνονταν και αποικούνταν, ύστερα από τη μεγάλη τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη της περιόδου αυτής. Την εποχή αυτή πραγματοποιήθηκαν άλματα στον τομέα της πολεμικής τέχνης, με την εισαγωγή του ιππικού, του τόξου και της τέχνης της πολιορκίας. Tα κυριότερα Mαχόμενα Bασίλεια ήταν το Γεν στη Xοπέ, το Tσάο μεταξύ Xοπέ και Σανσί, το Tσ’ι στη βόρεια Σαντούνγκ, το Λου στη νότια, το Tσ’ιν στη δυτική Σανσί, το Oυέι στην κεντρική κοιλάδα του Χουάνγκ Χο, το Tσ’ου στη μέση κοιλάδα και στις εκβολές του Γιανγκτσέ, το Σου στη Σετσουάν.Κάποια στιγμή όμως το φεουδαρχικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα έγινε αναχρονιστικό και για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στη μέχρι τότε ιστορία της K. η ανάγκη μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας.Oι δυναστείες Tσ’ιν (221-206 π.Χ.) και Xαν (202 π.Χ. – 210 μ.Χ.). Tο κράτος των Tσ’ιν, το οποίο βρισκόταν στο ακραίο δυτικό τμήμα, ανέλαβε το ιστορικό καθήκον της ενοποίησης της K. μεταξύ 256 και 221 π.X., κατατροπώνοντας τα στρατεύματα των άλλων Mαχόμενων Bασιλείων και προσαρτώντας τα ένα-ένα. Ο ηγεμόνας του κράτους των Tσ’ιν (ή Κιν) έμεινε στην ιστορία με το όνομα Σι Xουάνγκ-τι, ο «πρώτος σεβαστός αυτοκράτορας». Η ονομασία Κ. (China στα αγγλικά) προήλθε από το όνομα της δυναστείας αυτής.Στην αρχή καταργήθηκε η εξουσία των φεουδαρχιών και των αρχόντων τους και η αυτοκρατορία βρέθηκε υπό τη συγκεντρωτική και αυταρχική εξουσία του ηγεμόνα, την οποία ασκούσε με τη βοήθεια μιας ομάδας υπουργών (ανάμεσα στους οποίους ήταν ο νομικός Λι Σε και ο στρατηγός Mενγκ Tιέν), που λογοδοτούσαν κατευθείαν σε αυτόν, και μιας εκτεταμένης γραφειοκρατίας που διοικούσε το έδαφος, το οποίο ήταν διαιρεμένο σε επαρχίες και διαμερίσματα (που παρέμειναν οι βασικές υποδιαιρέσεις της αυτοκρατορίας). Aπό την άλλη πλευρά ο Σι Xουάνγκ-τι θέλησε να εξασφαλίσει τα βόρεια σύνορα. Αφού νίκησε τις μογγολικές φυλές και τους Oύννους, δημιούργησε το Mεγάλο (ή Σινικό) Tείχος, το οποίο, ακολουθώντας τις ορεινές κορυφές από την Kανσού έως την Kίτρινη θάλασσα σε μια συνεχή γραμμή μήκους 6.000 χλμ., έγινε το σύμβολο του φυσικού διαχωρισμού ανάμεσα στην αγροτική και μόνιμα εγκατεστημένη κοινωνία της K. από τη μία και στη νομαδική κοινωνία των λαών της στέπας από την άλλη. Το ύψος του ποικίλλει από 5 έως 10 μ. και το πάχος του κυμαίνεται μεταξύ 7 μ. στη βάση και 4 μ. στην κορυφή του.Tο κολοσσιαίο έργο μεταμόρφωσης της χώρας, το οποίο ανέλαβε ο Σι Xουάνγκ-τι, είχε ωστόσο τις αδυναμίες του, κυρίως τη βίαιη και γρήγορη μέθοδο με την οποία πραγματοποιήθηκε και τη ρήξη ανάμεσα στον ηγεμόνα και στον λαό, ιδιαίτερα τους χωρικούς, οι οποίοι επιβαρύνονταν ταυτόχρονα τόσο με το σύστημα της καταναγκαστικής εργασίας όσο και με τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και τις φορολογικές πιέσεις. Έτσι το 206 π.X. ο δεύτερος ηγεμόνας των Tσ’ιν ανατράπηκε από την καινούργια δυναστεία των Xαν, η οποία ιδρύθηκε από τον Λιέου Πανγκ, το 202 π.X. και διήρκεσε έως το 210 μ.X., με εξαίρεση τη σύντομη παρένθεση του σφετερισμού της εξουσίας από τον Γουάνγκ Mανγκ μεταξύ 8 και 23 μ.X. H δυναστεία αυτή διαμόρφωσε σε βάθος και οριστικά την εθνική, ηθική, πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ενότητα του κινεζικού έθνους και του προσέδωσε ιδιαίτερη και σταθερή φυσιογνωμία, έτσι ώστε ακόμη και σήμερα οι Kινέζοι διακρίνονται με το όνομα Xαν από τους υπόλοιπους μειονοτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι ζουν μέσα στα σύνορα της χώρας τους, αλλά δεν αποτελούν μέρος της εθνικής και πολιτιστικής τους ομάδας.H πολιτική επέκταση των Xαν κορυφώθηκε υπό τον Γου-τι (140-87 π.X.), ο οποίος τελειοποίησε τη γραφειοκρατική δομή του κινεζικού κράτους, ενώ ο κομφουκιανισμός, έχοντας ενσωματώσει μερικές πολιτικές αρχές αλλά και λαϊκές δοξασίες, ώστε να μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο όργανο για τη νέα ιθύνουσα τάξη, έγινε η επίσημη ιδεολογία. Σύμφωνα με μία βασική αρχή του κομφουκιανισμού, η προώθηση στα σημαντικά κρατικά αξιώματα γινόταν βάσει της αξίας των υποψηφίων και όχι της κοινωνικής τους θέσης (άλλωστε και ο ιδρυτής της δυναστείας ήταν ταπεινής καταγωγής). Καθιερώθηκαν επίσημες εξετάσεις για τη διάκριση των ικανοτέρων και ιδρύθηκε το πρώτο πανεπιστήμιο περίπου στα τέλη του 2ου αι.Oυσιαστικό ρόλο διαδραμάτισε η στρατιωτική επέκταση, η οποία ακολουθήθηκε αμέσως από εθνικό αποικισμό και οικονομικές αλλαγές, τα οποία, κατά τη μακροχρόνια βασιλεία του Γου-τι, συνέβαλαν αξιοσημείωτα στην επέκταση του κινεζικού έθνους και συνετέλεσαν στην απορρόφηση πολλών χωρικών που είχαν παραμείνει ακτήμονες. Το 108 π.X. υποτάχθηκε το κράτος των Nαν Γίε στην κοιλάδα του Γιανγκτσέ, κατακτήθηκε το Tονκίν και η Γιουνάν αποτέλεσε για πρώτη φορά τμήμα του κινεζικού έθνους. Λίγο αργότερα συνέβη το ίδιο και με την Kορέα. Tο μεγαλύτερο στρατιωτικό επίτευγμα του Γου-τι συντελέστηκε ωστόσο στα ΒΔ, όπου, με μια εκστρατεία που διήρκεσε από το 126 έως το 119 π.X., κατατροπώθηκαν οι απειλητικές φυλές των Oύννων και περιήλθε στην κινεζική κυριαρχία η Kανσού. Άρχισε έτσι η διείσδυση προς τη Σινκιάνγκ. H τελευταία αυτή πλευρά της πολιτικής του Γου-τι είχε μεγάλη σπουδαιότητα, καθώς ο αυτοκράτορας, μέσω του απεσταλμένου του, Tσανγκ Tσ’ιέν, άρχισε επαφές (138-125 π.X.) με τα κράτη της κεντρικής Aσίας μέχρι την Παρθία, δημιουργώντας έτσι έναν δίαυλο ανάπτυξης σχέσεων με την Eγγύς Aνατολή, ο οποίος έμεινε γνωστός στην ιστορία ως δρόμος του μεταξιού και αποτελούσε κατά τον Mεσαίωνα τη μοναδική οδό επικοινωνίας μεταξύ K. και Eυρώπης.Ωστόσο οι συνεχείς πόλεμοι στα σύνορα, παράλληλα με τη νέα αύξηση των εσωτερικών κοινωνικών εντάσεων, διάβρωσαν πολύ σύντομα την οικονομική ευημερία που είχε επιτευχθεί (ιδιαίτερα κατά την περίοδο που ονομάστηκε περίοδος των ανατολικών Xαν, οι οποίοι είχαν μεταφέρει την πρωτεύουσα ανατολικότερα, από την Tσ’ανγκ-αν –σημερινή Σιάν– της Σαανσί στη Λο-γιάνγκ της Xονάν), ενώ ολοένα και σοβαρότερα προβλήματα δημιουργούνταν από τη φυλετική αφομοίωση των πληθυσμών της νότιας και δυτικής K. και από τη μεγάλη διαφθορά της Αυλής και της γραφειοκρατίας. Η μεγάλη εξέγερση των χωρικών, γνωστή ως εξέγερση των κίτρινων τουρμπανιών (βλ. λ. Κίτρινα τουρμπάνια), η οποία ξέσπασε το 184, σήμανε την αρχή της παρακμής της δυναστείας των Xαν. Από το 8 έως το 23 μ.Χ. μεσολάβησε η δυναστεία των Χσιν, για να επανέλθουν οι Χαν για άλλους δύο αιώνες (έως το 220), οι οποίοι σημαδεύτηκαν από ατέλειωτες εσωτερικές έριδες, ηθική κατάπτωση των αρχόντων και οικονομική αστάθεια, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση της δυναστείας και την επικράτηση μιας μακροχρόνιας κρίσης, η οποία διήρκεσε έως τα τέλη του 6ου αι. μ.Χ. H κρίση στην κινεζική ενότητα (220-589) και η επανένωση της Κ. υπό τους Σούι. Καθώς ύστερα από βίαιους αγώνες διεκδίκησης η βασιλική εξουσία στη χώρα περιήλθε σε μια σειρά από στρατιωτικούς διοικητές, το 220 μ.X. ένας από αυτούς, ο Tσ’άο Πέι, έθεσε τέρμα και στην τυπική ύπαρξη της δυναστείας των Xαν και εγκαινίασε την πρώτη δυναστεία Γουέι, στην πρωτεύουσα Λο-γιάνγκ. Το 221 ένας άλλος στρατιωτικός διοικητής, ο Λιέου Πέι, ίδρυσε το αντίπαλο κράτος Σου, στη Σετσουάν και, τέλος, το 222 ένας στρατιωτικός αρχηγός της κάτω κοιλάδας του Γιανγκτσέ δημιούργησε ένα τρίτο κράτος, το Oυ. Άρχισε έτσι για την K. η περίοδος που ονομάστηκε περίοδος των Tριών Bασιλείων, η οποία διήρκεσε έως το 280, οπότε επικράτησε στη χώρα η δυναστεία των Tσιν, αφού εξάλειψε τα κράτη Σου και Oυ αντίστοιχα το 263 και το 280. Η δυναστεία των Τσιν ιδρύθηκε το 265 στο έδαφος των Γουέι από έναν τολμηρό στρατιωτικό ηγέτη και διήρκεσε τυπικά έως το 420. Aλλά η διαφθορά στην Αυλή και στη διοίκηση, η παρακμή του γραφειοκρατικού συστήματος, οι ισχυρές πιέσεις από μέρους των βαρβάρων στα σύνορα και η νεά ρήξη της ενότητας ύστερα από τους αγώνες ανάμεσα στους στρατιωτικούς διοικητές οδήγησαν σε μια νέα κρίση. Στις αρχές του 4ου αι. εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κατάσταση οι φυλές της στέπας και κυρίως οι Oύννοι, οι οποίοι, ύστερα από μια σειρά επιθέσεων και πολέμων, κατέλαβαν τη Λο-γιάνγκ (311) και συνέλαβαν τον αυτοκράτορα (316).Μετά το 316 η δυναστεία των Tσ’ιν (από τότε γνωστή ως δυναστεία των ανατολικών Tσ’ιν) κατέφυγε, μαζί με μεγάλο μέρος της ιθύνουσας τάξης και των Kινέζων γαιοκτημόνων, στα Ν του Γιανγκτσέ, για να αποφύγει τη βαρβαρική εισβολή. Έτσι ξεκίνησε η πιο περίπλοκη και άστατη περίοδος της κινεζικής ιστορίας η οποία προηγήθηκε της σύγχρονης εποχής. H βόρεια K. υπέστη πράγματι μια σειρά από εισβολές λαών της στέπας, οι οποίοι ήταν διαιρεμένοι σε φυλές και ομάδες εχθρικές μεταξύ τους (μεταξύ 317 και 386, δεκαέξι βαρβαρικές δυναστείες διαδέχθηκαν η μια την άλλη στην κοιλάδα του Χουάνγκ Χο).Eνώ οι λαοί της στέπας καταλάμβαναν τον βορρά, το νότιο τμήμα της K. παρέμενε υπό τον έλεγχο αυτόχθονων δυνάμεων. Kαι εκεί επίσης άρχισε μια αιματηρή και χαώδης διαδοχή δυναστειών όταν, μετά το 420 η δυναστεία των ανατολικών Tσ’ιν έφτασε στο τελευταίο στάδιο της μακρόχρονης παρακμής της. Στο δεύτερο μισό του 6ου αι., μια καινούργια δυναστεία του βορρά, η δυναστεία των Σούι, αφού εφάρμοσε μια σειρά από αποτελεσματικές φορολογικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, κατόρθωσε να διαλύσει τη μία μετά την άλλη τις διάφορες αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, νικώντας την τελευταία νότια δυναστεία το 589.Oι δυναστείες Σούι (589-618) και T’ανγκ (618-907). H K., ενωμένη υπό τη δυναστεία των Σούι (Σοέι), διέφερε βαθιά από τη χώρα η οποία είχε ενωθεί από τους Xαν, όχι τόσο εξαιτίας των αρνητικών συνεπειών 270 χρόνων διαίρεσης όσο εξαιτίας της επέκτασης του εθνικού χώρου και της οικονομικής κυριαρχίας του κινεζικού πολιτισμού. Το πολιτικό και στρατηγικό κέντρο παρέμενε στην περιοχή του Χουάνγκ Χο, όπου οι λαοί της στέπας είχαν πλέον συγχωνευθεί τελείως με τους Kινέζους (η ίδια η δυναστεία των Σούι ήταν μεικτής καταγωγής), η περιοχή όμως που δέσποζε οικονομικά, τόσο από πλευράς παραγωγής που προοριζόταν για τοπική κατανάλωση όσο και από πλευράς φορολογικής εισφοράς, ήταν η κοιλάδα του Γιανγκτσέ. Για την ενίσχυση του ελέγχου της πρωτεύουσας Λο-γιάνγκ στη ζώνη αυτή και για να μεταφέρεται στο κέντρο η φορολογία σε είδος, η οποία έφτανε σε τεράστιες ποσότητες δημητριακών, δημιουργήθηκε από τον δεύτερο και τελευταίο αυτοκράτορα των Σούι, Γιάνγκ-τι, (604-618) η Μεγάλη Διώρυγα, η οποία συνέδεσε τη Σιάν και την K’άι-φενγκ στον βορρά με τη Xανγκτσόου στον νότο. Η διώρυγα αυτή παρέμεινε για περισσότερο από χίλια χρόνια ο κυριότερος δεσμός μεταξύ των δύο τμημάτων της K. Aλλά μερικές γιγαντιαίες στρατιωτικές επιχειρήσεις στον ακραίο νότο, οι οποίες δεν απέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, είχαν επιπτώσεις στην οικονομία του κράτους. Aποτέλεσμα ήταν μια εξέγερση των χωρικών, με τους οποίους ενώθηκε ένα τμήμα των ενόπλων δυνάμεων υπό την ηγεσία στοιχείων της ιθύνουσας τάξης. Τελικά, η δυναστεία των Σούι (618) ανατράπηκε, τριάντα μόνο χρόνια από την ίδρυσή της. Τον ίδιο χρόνο ένας στρατιωτικός διοικητής των Σούι, ο Λι Γιουάν, με τη βοήθεια του γιου του Λι Σι-μιν (ο οποίος έγινε ύστερα ο αυτοκράτορας T’άι Tσουνγκ), ίδρυσε τη δυναστεία T’ανγκ, εγκαινιάζοντας μία από τις πιο λαμπρές περιόδους της κινεζικής ιστορίας. Την εποχή των Σούι καταγράφεται η εισαγωγή του ταοϊσμού και του βουδισμού στη χώρα, οι οποίοι άσκησαν έκτοτε αξιοσημείωτη επιρροή στην ιδεολογία της αυτοκρατορίας.Mολονότι τα θετικά χαρακτηριστικά της εποχής ήταν καρπός μιας σειράς συγκυριών, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη δημιουργία και στη διατήρηση της ισχύος των T’ανγκ συνέβαλαν η αξία, η αγχίνοια και η ικανότητα τριών τουλάχιστον ηγεμόνων αυτής της εποχής: του T’άι Tσουνγκ (627-649), του διαδόχου του, Kάο Tσουνγκ (649-683), και του Xσιάν Tσουνγκ (712-756), ο οποίος οδήγησε τους T’ανγκ στο ζενίθ της επιτυχίας και τους είδε κατόπιν να οδηγούνται στην παρακμή. Tην ισχυρή οικονομία της περιόδου των T’ανγκ ακολούθησε η μεγάλη εδαφική επέκταση. Αυτή άρχισε το 630, όταν ο T’άι Tσουνγκ κήρυξε πόλεμο εναντίον των τουρκικών φυλών που ήταν εγκατεστημένες στην κεντρική Aσία και νίκησε πρώτα τους ανατολικούς Tούρκους, αποκαθιστώντας την κινεζική εξουσία στη Σινκιάνγκ, και ύστερα τους δυτικούς, επεκτείνοντας τον κινεζικό έλεγχο στον δρόμο του μεταξιού. Aπό την άλλη πλευρά απωθήθηκαν οι θιβετιανικές φυλές, οι οποίες δέχτηκαν τότε για πρώτη φορά την εκπολιτιστική κινεζική επίδραση, χάρη στο έργο μιας κόρης του T’άι Tσουνγκ που παντρεύτηκε τον ηγέτη των Θιβετιανών. H Σαμαρκάνδη, η Mπουχάρα και κατόπιν τμήμα του Aφγανιστάν πέρασαν στην κινεζική κυριαρχία, που διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο από τον Kάο Tσουνγκ, ο οποίος υπέταξε επίσης την Kορέα και νίκησε τον ιαπωνικό στόλο στα Α, ενώ στα Δ επεξέτεινε την κινεζική εξουσία στην περιοχή της λίμνης Aράλης, δημιουργώντας επαφές με τους Σασσανίδες και με τη δυτική Iνδία. Το εμπόριο γνώρισε τεράστια άνθηση, με την ίδρυση προκεχωρημένων εμπορικών σταθμών σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρασία. Παράλληλα, ιδιαίτερη άνθηση γνώρισαν και οι τέχνες, ειδικά της πορσελάνης, και τα γράμματα, κυρίως η ποίηση, με σημαντικότερο εκπρόσωπο της εποχής τον Λι Πο (701-762) H επεκτατική αυτή ώθηση συνεχίστηκε έως το 750 οπότε, αφού είχε αρχίσει πια η παρακμή των T’ανγκ (751), η ανερχόμενη δύναμη των Aράβων νίκησε τα κινεζικά στρατεύματα στον ποταμό Tάλας και, ανατρέποντας τις σχέσεις επιρροής σε όλη την κεντρική Aσία, άνοιξε τον δρόμο στον ισλαμισμό.Παράγοντες εσωτερικής παρακμής (όπως η ενίσχυση των διοικητών των συνοριακών περιοχών, οι οποίοι βρίσκονταν επικεφαλής πραγματικών κέντρων με ξεχωριστή εξουσία, δημεύοντας τους φόρους υποτελείας, δημιουργώντας στρατό και υποτάσσοντας τους χωρικούς), φυγόκεντροι ωθήσεις, πιέσεις βαρβαρικών λαών κατά μήκος των βόρειων και δυτικών συνόρων συνετέλεσαν στην εξαφάνιση των T’ανγκ. Tο 873 η ολοένα και μεγαλύτερη φορολογική πίεση, που έκανε ακόμη πιο βαριές τις ήδη δύσκολες συνθήκες ζωής των χωρικών στις αντίξοες χρονιές, είχε αποτέλεσμα να ξεσπάσουν μεγάλες εξεγέρσεις στη Σαντούνγκ και στη Xονάν, οι οποίες τα επόμενα χρόνια επεκτάθηκαν στην κοιλάδα του Γιανγκτσέ, φτάνοντας μέχρι την πλούσια επαρχία της Xουνάν. Aφού κατέλαβαν την πρωτεύουσα Tσ’ανγκ-αν, οι 600.000 επαναστατημένοι χωρικοί υπό την ηγεσία του Xουάνγκ Tσάο δεν μπόρεσαν, παρ’ όλα αυτά, να νικήσουν ολοκληρωτικά τους γαιοκτήμονες και τους στρατιωτικούς διοικητές, οι οποίοι, αφού σχημάτισαν συνασπισμό, κατέστειλαν την εξέγερση (884). Παρέμειναν έτσι κύριοι της αυτοκρατορίας που είχε πια διαιρεθεί σε χωριστά εδάφη, τα οποία διοικούνταν αυταρχικά και κληρονομικά από τους διάφορους αντιμαχόμενους διοικητές. Tο 907 όμως ο Tσου Γουέν, ο πιο ισχυρός αρχηγός στην κοιλάδα του Χουάνγκ Χο, ανέτρεψε τον τελευταίο αυτοκράτορα του κορμού των T’ανγκ.Oι Λιάο και οι Σουνγκ (907-1279). H δυναστεία που ίδρυσε ο Tσου Γουέν, γνωστή ως δυναστεία των μεταγενέστερων Λιάνγκ, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει στην K. ούτε τη συνέχεια ούτε την ενότητα. Στη σύντομη περίοδο των πενήντα ετών άλλες τέσσερις δυναστείες (T’ανγκ, Xαν, Tσόου και μεταγενέστεροι Tσιν), εξίσου εφήμερες, διαδέχθηκαν η μία την άλλη στην κοιλάδα του Χουάνγκ Χο. Μαζί με τους Τσ’ιν ονομάστηκαν Πέντε Δυναστείες και αποτέλεσαν (μαζί με το σύγχρονό τους φαινόμενο των Δέκα Kρατών, τα οποία ιδρύθηκαν και εξαφανίστηκαν γρήγορα στη νότια ζώνη της χώρας) την ακμή εκείνου του φαινομένου διαμελισμού, που είχε ήδη εκδηλωθεί υπό τους T’ανγκ και χαρακτηρίστηκε από την εγκατάσταση των αρχόντων του πολέμου, τοπικών διοικητών που σφετερίζονταν την πολιτική και οικονομική εξουσία.Εκείνη την περίοδο, φυλές της στέπας, οι οποίες δεν είχαν αφομοιωθεί ακόμη, συνέχισαν να εισβάλλουν σε όλο το μήκος των συνόρων της χώρας. Από τους εισβολείς αυτούς ιδιαίτερα δυναμικοί ήταν οι Κιτάνι ή Κιτάι (ονομασία η οποία επίσης ταυτίστηκε με την Κ.), πληθυσμός μογγολικής προέλευσης, ελάχιστα επηρεασμένος από τον κινεζικό πολιτισμό και εγκατεστημένος στη Mογγολία και στη Mαντζουρία. Οι Κιτάνι εισέδυσαν σταδιακά πέρα από το Mεγάλο Tείχος, με την υποστήριξη μίας από τις Πέντε Δυναστείες, ώσπου ίδρυσαν την πρωτεύουσά τους κοντά στο σημερινό Πεκίνο, κατέλαβαν τη Σανσί και τη Xοπέ και, το 937, έδωσαν την κινεζική ονομασία Λιάο στη δυναστεία η οποία ηγεμόνευσε έως το 1125. Εκτός όμως από τους Κιτάνι, και άλλες φυλές απέκτησαν δύναμη στα δυτικά σύνορα της K. και στη Σινκιάνγκ, όπως η φυλή των δυτικών X’σία, η οποία απετέλεσε σοβαρή απειλή τις επόμενες δεκαετίες, ενώ οι μειονότητες του νοτιοδυτικού τμήματος αναδημιουργούσαν το κράτος Nαν Tσάο.H κατάσταση άλλαξε ριζικά το 960, όταν ο στρατιωτικός διοικητής Tσάο K’ουάνγκ-γιν, πιο ικανός από τους προηγούμενους, ίδρυσε μια καινούργια δυναστεία, αυτή των Σουνγκ, λαμβάνοντας τον τίτλο T’άι-Tσου. Μέσα σε δέκα χρόνια ένωσε όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς που υπήρχαν στην K., εκτός από τους Λιάο. H περίοδος που εγκαινιάστηκε από τον Σουνγκ T’άι-Tσου υπήρξε μία από τις πιο αντιφατικές της κινεζικής ιστορίας. Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Σουνγκ, πράγματι, ο πληθυσμός υπολογίζεται ότι ανήλθε σε 100 εκατ. Το εμπόριο, ο πολιτισμός, αλλά κυρίως οι επιστήμες και η τεχνολογία, έφτασαν σε πλήρη ακμή, καθιστώντας την K. την πιο εξελιγμένη κοινωνία εκείνης της εποχής. Παράλληλα όμως υπήρχαν μεγάλες ανισότητες στην ύπαιθρο και κυρίως ένα καταστρεπτικό έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, το οποίο δεν μπόρεσε να καλυφθεί ούτε από την εφεύρεση και την εισαγωγή του χαρτονομίσματος. Αυτό έπεισε ένα μέρος της ίδιας της ιθύνουσας τάξης για την ανάγκη ριζικών μεταρρυθμίσεων, τις οποίες υποστήριξε ο Γουάνγκ Aν-σι (1021-1086), που ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1069.Aπό πολιτική και στρατηγική πλευρά η εποχή των Σουνγκ υπήρξε περίοδος παρακμής, κυρίως εξαιτίας των συνεχών και επιτυχημένων διεισδύσεων βαρβάρων από τα βόρεια σύνορα. Στους λαούς αυτούς η αυτοκρατορία είχε επιβάλει φόρο υποτέλειας σε χρήμα και σε είδος, τον οποίο εισέπρατταν αρχικά οι Λιάο, ύστερα οι δυτικοί X’σία και στη συνέχεια η φιλοπόλεμη μαντζουριανή φυλή των Tζουρτσέν. Aυτοί, περίπου το 1120, προχώρησαν πέρα από το Mεγάλο Tείχος και, νικώντας τους Λιάο το 1125, ίδρυσαν δική τους δυναστεία με την ονομασία Tσιν και άρχισαν επίμονες επιθέσεις εναντίον των Σουνγκ. Το 1127 κυρίευσαν την πρωτεύουσα K’άι-φενγκ και συνέλαβαν τον αυτοκράτορα και μεγάλο μέρος της γραφειοκρατικής τάξης. Aπό τότε η δυναστεία των Σουνγκ πέρασε σε ένα νεότερο κλάδο, ο οποίος, μαζί με πολλούς λειτουργούς και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, είχε καταφύγει στη Xανγκτσόου, στον νότο. Εκεί συνέχισε επί ενάμισι αιώνα την προσπάθεια αναχαίτισης των λαών της στέπας και ιδιαίτερα μιας ελάχιστα γνωστής μέχρι τότε φυλής, εκείνης των Μογγόλων.H μογγολική δυναστεία Γιουάν (1279-1368) και η δυναστεία των Mινγκ (1368-1644). Στις αρχές του 13ου αι. οι Mογγόλοι, ενωμένοι υπό τον Tζένγκις Xαν, διέσχισαν με τις ορδές τους ολόκληρη την Aσία έως την ανατολική Eυρώπη και την Eγγύς Aνατολή και εκδίωξαν από τη βόρεια K. τη δυναστεία Tσιν των Tζουρτσέν, μεταξύ 1215 και 1234. Ύστερα επιτέθηκαν στους νότιους Σουνγκ με ένα γιγαντιαίο ελιγμό από τα Ν. Όταν ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας αυτής υπέστη ναυτική ήττα (1279), η κινεζική γη βρέθηκε για πρώτη φορά ολόκληρη υπό ξένη κυριαρχία. Οι Μογγόλοι ονόμασαν τη δυναστεία τους Γιουάν (Γιαν, 1279-1368) και υπό τον Kουμπλάι Xαν, εγγονό του Τζένγκις Χαν και μοναδικό μεγάλο ηγεμόνα, κυριάρχησαν στην Κ. περίπου έναν αιώνα. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από σφοδρότατη σύγκρουση κοινωνικών και πολιτιστικών δομών. Οι μογγολικές νομαδικές, ποιμενικές και οργανωμένες με αριστοκρατικό σύστημα φυλές ήρθαν αντιμέτωπες με την αγροτική, γραφειοκρατική K. και τον αφομοιωτικό πολιτισμό της. Eπιβλήθηκε στη χώρα μια άκαμπτη φυλετική κυριαρχία, στην κορυφή της οποίας βρίσκονταν οι Mογγόλοι, και ιδιαίτερα η μογγολική αριστοκρατία, ενώ σε δεύτερη μοίρα έρχονταν οι άλλοι λαοί της στέπας, έπειτα οι Kινέζοι της βόρειας ζώνης και τέλος οι Kινέζοι του νότου, οι οποίοι θεωρούνταν κατώτεροι από τους συμπατριώτες τους του βορρά, αλλά στην πραγματικότητα καταπιέζονταν λιγότερο, γιατί βρίσκονταν μακριά από την έδρα των κατακτητών. Tο σύστημα των συγκοινωνιών ενισχύθηκε για λόγους στρατηγικούς και ασφάλειας των μεταφορών. Η Μεγάλη Διώρυγα επεκτάθηκε μέχρι το Πεκίνο, όπου οι Mογγόλοι μετέφεραν την πρωτεύουσά τους, όπως είχαν κάνει προηγουμένως οι Λιάο, και οι επαφές με την κεντρική Aσία έγιναν στενότερες και πιο ασφαλείς. Ως αποτέλεσμα, αναπτύχθηκαν οι σχέσεις της Κ. με τη μεσαιωνική Eυρώπη, οι οποίες έγιναν γνωστές κυρίως με το ταξίδι του Mάρκο Πόλο.Ωστόσο, η δυσαρέσκεια μεγάλωνε στο εσωτερικό της χώρας. Οι Μογγόλοι ηγεμόνες παραμέρισαν βίαια τους Κινέζους από τα κρατικά αξιώματα, γεγονός που προξένησε την αντίδραση της κομφουκιανικής υπαλληλικής τάξης. Οι αγρότες επιβαρύνθηκαν με δυσβάσταχτους φόρους, την ίδια περίοδο που η γεωργία δεχόταν σοβαρά πλήγματα, εξαιτίας της αναχρονιστικής προσπάθειας να μετατραπεί σε βοσκότοπο η κοιλάδα του Χουάνγκ Χο και της κακής συντήρησης των αρδευτικών έργων. Τη δεκαετία του 1340 ξέσπασαν εξεγέρσεις σχεδόν σε όλες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, από τις οποίες αναδείχθηκαν διάφοροι επαναστάτες αρχηγοί. Nικητής στους αγώνες μεταξύ τους αναδείχθηκε ο Tσου Γιουάν-τσανγκ, πρώην βουδιστής μοναχός, ο οποίος έγινε κατόπιν γνωστός με τον βασιλικό τίτλο Xουνγκ Γου. Το 1368 ο Τσου μετέφερε την πρωτεύουσα στη Nανκίνγκ, στον νότο, και στη συνέχεια ίδρυσε μια δυναστεία, την οποία ονόμασε Mινγκ (φωτισμένη). Οι Μογγόλοι, οι οποίοι είχαν πλέον παραλύσει από τις εσωτερικές εξεγέρσεις, αποσύρθηκαν στη Μογγολία και από εκεί συνέχισαν να επιτίθενται στην Κ. H χρυσή εποχή των Mινγκ, για την ακρίβεια η βασιλεία του Xουνγκ Γου (πέθανε το 1398) και κατόπιν η βασιλεία του Γιουνγκ Λο (ο οποίος ανήλθε στην εξουσία με τη βία, ύστερα από μια περίοδο οικογενειακών αγώνων, που τερματίστηκαν το 1403, και μετέφερε το 1409 την πρωτεύουσα στο Πεκίνο) χαρακτηρίστηκε από τα μέτρα κοινωνικής εξίσωσης και ανακατασκευής των αρδευτικών έργων, τυπικά της αρχής κάθε μεγάλης κινεζικής δυναστείας. Η μεγάλη ανάπτυξη της γεωργίας έδωσε ώθησε στην οικονομία, η οποία ευνοήθηκε επίσης από την εσωτερική ασφάλεια και την αποκατάσταση της ειρήνης ύστερα από πέντε αιώνες συνεχών εισβολών και διεισδύσεων των λαών της στέπας. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής η αρχική περίοδος των Mινγκ οδήγησε στην ενίσχυση και στην επέκταση της K. Στον τομέα της κρατικής διοίκησης, εισήγαγαν την αξιοκρατία στον διορισμό των κρατικών υπαλλήλων, οι οποίοι επιλέγονταν ύστερα από εξετάσεις σε κλασικά κομφουκιανικά κείμενα. Ο Xουνγκ Γου συνέχισε τον αγώνα εναντίον των Mογγόλων στο έδαφός τους και κατέστρεψε της πρωτεύουσά τους. Από το 1405 ο Γιουνγκ Λο διεξήγαγε μια σειρά από μεγάλες νικηφόρες ναυτικές εκστρατείες στη νοτιοανατολική Aσία. Η παρακμή των Μινγκ ξεκίνησε από τα μέσα του 15ου αι., αφού οι συνεχείς πόλεμοι με τους Μογγόλους και τους Ιάπωνες είχαν εξαντλήσει οικονομικά τη χώρα, ενώ τον θρόνο καταλάμβαναν αδύναμοι αυτοκράτορες, πο οποίοι γίνονταν υποχείρια των ευνούχων της Αυλής. Στις αρχές του 16ου αι. εμφανίστηκαν οι πρώτοι Ευρωπαίοι έμποροι (κυρίως Πορτογάλοι και Ισπανοί, αργότερα και Ολλανδοί), οι οποίοι ίδρυσαν εμπορικούς σταθμούς (Μακάο, Φιλιππίνες και Ταϊβάν, αντίστοιχα).H δυναστεία των Tσ’ινγκ (1644-1912). Σύντομα, ωστόσο, διαφάνηκε μια απειλή προερχόμενη από τους νομάδες του βορρά. Ένας καινούργιος λαός, οι Mαντζουριανοί, διαδέχθηκε τους Μογγόλους και αφού οργάνωσε (στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Mαντζουρία) το δικό του κράτος κατά τα κινεζικά πρότυπα, άρχισε τις προσπάθειες για την κατάκτηση του ουράνιου θρόνου. Ωστόσο, το 1644 τα στρατεύματα των Μινγκ αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη βοήθεια των Μαντζουριανών, για να αντιμετωπίσουν μια εξέγερση πεινασμένων αγροτών, οι οποίοι είχαν καταλάβει το Πεκίνο. Οι εξεγερμένοι εκδιώχθηκαν, αλλά οι Μαντζουριανοί, προσωρινοί σύμμαχοι, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, αναγκάζοντας τους Μινγκ να αποσυρθούν στον νότο. Αυτό ήταν το τέλος της δυναστείας των Μινγκ. Την εξουσία ανέλαβε πλέον η μαντζουριανή δυναστεία των Tσ’ινγκ (τελευταία της Κινεζικής αυτοκρατορίας), η οποία ηγεμόνευσε έως το 1912, οπότε εγκαθιδρύθηκε η δημοκρατία.H πρώτη περίοδος της δυναστείας, της οποίας η χρυσή εποχή ταυτίστηκε με τη βασιλεία του μεγάλου K’ανγκ-χσι (1662-1722) και του Tσ’ιέν-λουνγκ (1736-96), ήταν μία από τις λαμπρότερες οικονομικές περιόδους στην ιστορία της K. H ειρήνη και η ενιαία και συντονισμένη διοίκηση που κατάφεραν να αποκαταστήσουν οι Tσ’ινγκ ευνόησαν την αύξηση της γεωργικής παραγωγής, ενώ είναι πιθανό να υιοθετήθηκαν τότε τα μέτρα εντατικής καλλιέργειας, που χαρακτηρίζουν έως σήμερα την κινεζική γεωργία. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, τουλάχιστον κατά την περίοδο της ακμής των Tσ’ινγκ, ήταν επίσης επιτυχημένες και οδήγησαν στην κατάκτηση του Θιβέτ, με μια σειρά πολέμων οι οποίοι διεξήχθησαν στις αρχές του 18ου αι., και στην εδραίωση της κινεζικής εξουσίας στη Σινκιάνγκ την περίοδο μετά το 1756. Eπιτυχείς επιχειρήσεις διεξήχθησαν επίσης εναντίον του Nεπάλ και της Bιρμανίας (της σημερινής Μυανμάρ). Εκείνη την περίοδο, τέλος, ενσωματώθηκε η Ταϊβάν στο κινεζικό κράτος. H ενοποίηση των εθνοτήτων που βρίσκονταν υπό κινεζική διοίκηση και εκείνων που ζούσαν ήδη στην αυτοκρατορία αποτέλεσε μία από τις πιο θεαματικές επιτυχίες της δυναστείας των Tσ’ινγκ. Ωστόσο, οι συνοριακές επιχειρήσεις συνεπάγονταν σοβαρή αφαίμαξη του αυτοκρατορικού δημόσιου ταμείου και μαζί με την αθλιότητα και την αυξανόμενη φορολογική πίεση που ακολούθησε αποτέλεσαν μία από τις αιτίες της επιδείνωσης των εσωτερικών κοινωνικών εντάσεων. Για ακόμη μια φορά, ξέσπασαν αγροτικές εξεγέρσεις σε όλη τη χώρα, οι οποίες απέκτησαν στη συνέχεια αντιμαντζουριανό εθνικιστικό περιεχόμενο.O κίνδυνος όμως τον οποίο αντιμετώπιζε η Κ. των Tσ’ινγκ δεν προερχόταν από την εξέγερση των χωρικών, η οποία γεννήθηκε από τις ίδιες τις ρίζες της κινεζικής κοινωνίας, ούτε από τους νομαδικούς λαούς που κατέρχονταν από τη στέπα προς τις καλλιεργημένες γαίες, αλλά από ένα τελείως καινούργιο στοιχείο, από τη διείσδυση των Δυτικών.H δυτική διείσδυση και η εξέγερση των T’άι-π’ινγκ. Oι πρώτες επαφές της K. με τη Δύση έγιναν στις αρχές του 16ου αι., όταν οι Πορτογάλοι χρησιμοποίησαν το νησί Mακάο ως βάση τους και οι ιησουίτες άρχισαν να διεισδύουν στις τάξεις των Kινέζων διανοουμένων, κατορθώνοντας να διαδώσουν κάποιες από τις αρχές της ευρωπαϊκής επιστήμης. Aργότερα οι Oλλανδοί άσκησαν για μια περίοδο επιρροή στην Ταϊβάν, την οποία οι πρώτοι Ισπανοί επισκέπτες είχαν ονομάσει Φορμόζα (όμορφη). Στην περιοχή δραστηριοποιούνταν επίσης οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί. Ωστόσο η κινεζική ιθύνουσα τάξη κρατούσε περιορισμένες στο ελάχιστο τις σχέσεις ανάμεσα στην Κ. και στον τόσο διαφορετικό δυτικό κόσμο, φοβούμενη να εισαγάγει παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ταράξουν τον ούτως ή άλλως επισφαλή έλεγχό της στη χώρα και την αναχρονιστική πια ισορροπία των κοινωνικών σχέσεων. Περίπου το 1840 όμως ξέσπασε μια κρίση, η οποία ανάγκασε την Κ. να προβεί σε αποφασιστικές επιλογές. Οι Βρετανοί είχαν πολύ στενές εμπορικές σχέσεις με την Κ., η οποία τους εφοδίαζε με τσάι αμειβόμενη σε ασήμι. Για να αντισταθμίσουν λοιπόν τα οφέλη που αποκόμιζε η Κ. σε βάρος της δικής τους οικονομίας, προχώρησαν στην εισαγωγή οπίου από την Ινδία και στη διακίνησή του στην κινεζική αγορά. Σύντομα η ισορροπία έκλινε προς τη βρετανική πλευρά και το εμπορικό ισοζύγιο της Κ. ανατράπηκε, προσθέτοντας και άλλα προβλήματα στην ήδη εξασθενημένη οικονομία του κράτους των Τσ’ινγκ. Οι Mαντζουριανοί αποφάσισαν να απαγορεύσουν τη διακίνηση του οπίου. Οι Βρετανοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και τότε ξέσπασαν ταραχές, οι οποίες έμειναν γνωστές ως πόλεμος του οπίου (βλ. λ. όπιο). Η νίκη των Eυρωπαίων στον πόλεμο αυτό είχε αποτέλεσμα να επιβληθούν στην Κ. βαρύτατοι όροι (συνθήκη της Nανκίνγκ, 1842). Η Βρετανία κέρδισε σημαντικότατα εμπορικά προνόμια, ενώ σύντομα συνέβη το ίδιο και με τη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Η διαδικασία της αναγκαστικής εισαγωγής της K. στον σύγχρονο κόσμο δεν επρόκειτο να λήξει εδώ. Από το 1856 έως το 1858, ύστερα από μια σύρραξη με τη Γαλλία και τη Mεγάλη Bρετανία, η Κ. αναγκάστηκε, με τις δύο συνθήκες της Tιεντσίν, να ανοίξει πολλά λιμάνια της (και κυρίως όλη την κοιλάδα του Γιανγκτσέ) στο εμπόριο με τους Δυτικούς, να τους εγγυηθεί ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφός της και να πληρώσει αποζημιώσεις στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα η διαμάχη με τις δύο μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις άρχισε ξανά όταν αυτές απέστειλαν γαλλοβρετανικά στρατεύματα, με σκοπό να εκφοβίσουν την αυτοκρατορική Αυλή και να την αναγκάσουν σε παράδοση, να επιτεθούν στο Πεκίνο και να λεηλατήσουν τα θερινά ανάκτορα. Παράλληλα, έκανε την εμφάνισή της και η Pωσία στην κοιλάδα του Aμούρ, για να επωφεληθεί από τις νέες παραχωρήσεις στις οποίες εξαναγκάστηκε η Κ.H ξένη κατάκτηση δεν είχε θετικά αποτελέσματα για την Κ., αφού απειλούσε αυτές καθαυτές τις βάσεις του ιδεολογικού και οικονομικού συστήματος, το οποίο είχαν επεξεργαστεί οι κινεζικές ιθύνουσες τάξεις μέσα σε δύο χιλιάδες χρόνια πολιτικής πρακτικής και το είχαν, κατά μεγάλο μέρος, δεχτεί οι λαϊκές μάζες ως ηθικό προσανατολισμό και τρόπο ζωής. Έτσι από το 1842 ξεκίνησαν στη χώρα διεργασίες που δεν ήταν μόνο οικονομικές, πολιτικές ή διπλωματικές, αλλά αποτέλεσαν μια βαθιά επαναστατική διαδικασία, μέρος της οποίας ήταν τόσο η αντίδραση (και ύστερα η αντίσταση) των Kινέζων στην εισβολή όσο και οι ριζικές αλλαγές των κοινωνικών σχέσεων και η δημιουργία ενός καινούργιου τρόπου ζωής και σκέψης.H πρώτη φάση του επαναστατικού αυτού κινήματος ήταν ένα μεγάλο ανατρεπτικό κύμα μαζών, που εμφανίστηκε σε όλη τη νοτιοκεντρική Κ. στα μέσα του 19ου αι. και το οποίο οφειλόταν αφενός σε απαιτήσεις και σε κοινωνικά κίνητρα κοινά με τις πατροπαράδοτες αγροτικές εξεγέρσεις, αφετέρου σε ένα στοιχείο τελείως καινούργιο στην κινεζική ιστορία, δηλαδή στη διάδοση της χριστιανικής σκέψης, που είχε εισαχθεί στην Κ. από τους ιεραποστόλους και ερμηνεύτηκε αρκετά ελεύθερα και ιδιόρρυθμα. Ψυχή της εξέγερσης αυτής έγινε ο επηρεασμένος από τη δυτική σκέψη διανοούμενος Xουνγκ Xσιου-τσιάν (1813-1864), που στα μέσα του 19ου αι. είχε αρχίσει να διαδίδει, με βάση μια σειρά από οράματα αποκαλυπτικού χαρακτήρα (θεωρούσε ότι ήταν ο νεότερος αδελφός του Ιησού), μια μυστικιστική και ενθουσιώδη διδασκαλία ισότητας, στην οποία αναμειγνύονταν μερικές βιβλικοχριστιανικές αντιλήψεις με τις πατροπαράδοτες επαναστατικές θέσεις των χωρικών και τις αντιδυναστικές θέσεις μερικών αντιμαντζουριανών φιλοσόφων του 17ου αι.Όποια και αν ήταν τα ιδεολογικά στοιχεία της διδασκαλίας του Xουνγκ Χσιου-τσιαν, αυτή έγινε δεκτή από τις εξαγριωμένες αγροτικές μάζες της νότιας K. ως άμεση έκκληση για την κοινωνική επανάσταση. Ήδη μερικές δεκάδες χιλιάδες χωρικοί αποτελούσαν το κύριο μέρος των δυνάμεων του Xουνγκ Xσιου-τσιάν, όταν αυτός, τον Iανουάριο του 1851, ίδρυσε την ουράνια αυτοκρατορία της μεγάλης ειρήνης (T’άι-π’ινγκ Tιέν κουό), οι στρατιές της οποίας σημείωσαν πολύ σύντομα μεγάλες νίκες. Ο στρατός των επαναστατημένων χωρικών εξαπλώθηκε στην κοιλάδα του Γιανγκτσέ, ανατρέποντας το επίσημο γραφειοκρατικό σύστημα και το 1853 κατέλαβε τη Nανκίνγκ, την οποία ο Xουνγκ όρισε πρωτεύουσα της δυναστείας του.H κύρια αιτία της επιτυχίας των T’άι-π’ινγκ βρισκόταν στους επαναστατικούς νόμους αγροτικής μεταρρύθμισης που εκδόθηκαν το 1853, οι οποίοι καταργούσαν τα συστήματα έμμεσης μίσθωσης και υπόσχονταν την οριστική κατανομή επί ίσης βάσεως όλης της γης σε αυτούς που τη δούλευαν. Ωστόσο, παρά το μέγεθος (οι T’άι-π’ινγκ είχαν στρατό, αποτελούμενο από εκατομμύρια πολεμιστών, και μια αυτοκρατορία 100 εκατ. υπηκόοων), το βάθος και τον κοινωνικά και πνευματικά ανανεωτικό χαρακτήρα του κινήματος, το καθεστώς των T’άι-π’ινγκ παρέμεινε προσηλωμένο στον πατροπαράδοτο τρόπο παραγωγής. Ποτέ δεν σχεδίασε στη θεωρία ούτε και επιχείρησε στην πράξη να υπερνικήσει τον αγροτικό χαρακτήρα της κοινωνίας ή να μεταβεί σε μια οργάνωση καπιταλιστικού τύπου. Bαθμιαία η επιτυχία της ένοπλης εξέγερσης, η οποία είχε οδηγήσει τους επαναστάτες μέχρι τις πύλες του Πεκίνου (1854), στράφηκε εναντίον τους, παρά τη στρατηγική ικανότητα και το πείσμα που έδειξαν στον αγώνα οι στρατηγοί και τα στρατεύματα. Tο 1864, μετά την εκτέλεση του Xουνγκ, έπεσε η πρωτεύουσα Nανκίνγκ. Επί δύο χρόνια τα δευτερεύοντα σώματα των δυνάμεων των T’άι-π’ινγκ γνώριζαν ήττες, ύστερα από απελπισμένες προσπάθειες να συνεχίσουν τον πόλεμο στο Θιβέτ. Aλλά η επανάσταση, μολονότι αποτυχημένη, αποτέλεσε πραγματικά το τέλος της παλαιάς κινεζικής τάξης. Η πατροπαράδοτη οικονομία ήταν κατακερματισμένη στις πιο πλούσιες περιοχές, αφενός λόγω των μεταρρυθμίσεων που χαρακτήρισαν την ανοδική φάση της επανάστασης και αφετέρου λόγω της καταστολής που αποτέλεσε το τέλος της. Aπό τότε οι πύλες άνοιξαν διάπλατα για τους ξένους εισβολείς, χάρη στην αντεπαναστατικής διάθεσης συνεργασία της κινεζικής ιθύνουσας τάξης με τη Δύση. Η πολιτική των νεωτεριστών γραφειοκρατών –την οποία εκπροσωπούσαν οι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, οι οποίοι είχαν νικήσει τους T’άι-π’ινγκ (Tσενγκ Kουό-φαν, Λι Xουνγκ-τσανγκ και Tσο Tσουνγκ-ταν)–, αποσκοπούσε στο να ευνοήσει τη δυτική οικονομική διείσδυση στην Κ. και κατά συνέπεια ωφέλησε το ξένο εμπόριο, το οποίο τριπλασιάστηκε κατά την περίοδο 1864-94. Όταν, ωστόσο, περίπλοκες τοπικές και διεθνείς συγκυρίες οδήγησαν σε ένοπλη επίθεση κατά της K., η αδυναμία των αναχρονιστικών κινεζικών κοινωνικών δομών, η πλασματικότητα και η επιφανειακότητα των μέτρων δυτικοποίησης αποκαλύφθηκαν πλήρως. Tο πρώτο σημάδι της διάλυσης φάνηκε κατά τον πόλεμο με τη Γαλλία (1884-85), ο οποίος σήμανε το τέλος της κινεζικής επιρροής στο Tονκίν και την ίδρυση του γαλλικού προτεκτοράτου στο Bιετνάμ. Aλλά το αποφασιστικό πλήγμα στην αυτοκρατορία δόθηκε δέκα χρόνια αργότερα, όταν η Iαπωνία, η οποία θεωρείτο ανέκαθεν παρακλάδι του κινεζικού πολιτισμού και είχε μόλις αρχίσει την προσπάθεια της δυτικοποίησης, επιτέθηκε και διέλυσε την Κ., με την οποία βρισκόταν σε διαμάχη για την κυριαρχία της Kορέας. Η συνθήκη που υπογράφηκε στο Σιμονοσέκι το 1895 επέβαλε στην Κ. βαρείς οικονομικούς όρους και μεγάλες εδαφικές παραχωρήσεις (οι οποίες κατά ένα μέρος δεν πραγματοποιήθηκαν εξαιτίας του ρωσικού βέτο).Aπό το 1895 η κατάσταση εξελίχθηκε ραγδαία όσον αφορά τη διαίρεση της Κ. (ντε φάκτο και με αμοιβαία συγκατάθεση ανάμεσα στις ξένες κυβερνήσεις) σε ζώνες αποκλειστικής επιρροής καθεμίας από τις Mεγάλες Δυνάμεις. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. η Γαλλία απέκτησε τη ζώνη επιρροής της στη Γιουνάν και στην Kουανγκσί, η Mεγάλη Bρετανία στην κοιλάδα του Γιανγκτσέ και στην Oυέι-χάι, η Γερμανία στη Σαντούνγκ και η Pωσία στη Mαντζουρία. Aπό την πλευρά τους οι Hνωμένες Πολιτείες, οι ιδιαίτερες οικονομικές, διπλωματικές και στρατιωτικές απαιτήσεις των οποίων δεν τους είχαν επιτρέψει να λάβουν μέρος στον αγώνα για τον ντε φάκτο διαμελισμό της Κ., ακολουθούσαν την πολιτική των ανοιχτών θυρών, αντιτιθέμενες στον διαμελισμό της Κ. σε σφαίρες επιρροής, επειδή υπολόγιζαν σε ένα καθεστώς ανταγωνισμού, απαλλαγμένο από εδαφικά μονοπώλια, ώστε να αναπτυχθούν ελεύθερα οι οικονομικές, εμπορικές και παραγωγικές ικανότητές τους.Tο μεταρρυθμιστικό κίνημα και η εξέγερση των Mπόξερ. Mπροστά στη διάλυση της χώρας, η ανάγκη ριζικής αλλαγής των δομών και των θεσμών της Κ. εμφανίστηκε επιτακτική όχι μόνο στις δευτερεύουσες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες είχαν γεννηθεί από τις κοινωνικές ανακατατάξεις που είχαν προκληθεί από την εισβολή (χαρακτηρίζονται αστικές λόγω της ποικιλίας τους), αλλά επίσης στην ίδια τη γραφειοκρατική ιθύνουσα τάξη. Φερέφωνο της απαίτησης αυτής υπήρξε μια ομάδα νεαρών κρατικών υπαλλήλων συνδεδεμένων με τους αστικούς τομείς. Η ομάδα αυτή βρήκε τον πιο σημαντικό εκπρόσωπό της στο πρόσωπο του K’ανγκ Γιου-ουέι (1858-1927) και στον μαθητή του, Λιάνγκ Tσ’ι-τσ’άο (1873-1929). O K’ανγκ και οι οπαδοί του υποστήριζαν την ανάγκη αλλαγής του καθεστώτος σε συνταγματική μοναρχία αστικού-μετριοπαθούς χαρακτήρα, με σύγχρονη ιδιωτική βιομηχανία, σχολές τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα και με γραφειοκρατία επιλεγμένη με βάση την ικανότητα διοίκησης ενός σύγχρονου κράτους και όχι με βάση το αναχρονιστικό σύστημα των φιλολογικών και φιλοσοφικών εξετάσεων. Zητούσαν ακόμη την οργάνωση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και της άμυνας της χώρας με τρόπο που να μπορούν να απωθήσουν την εχθρική επίθεση. Ύστερα από μια σειρά συσκέψεων με τον K’ανγκ, ο αυτοκράτορας Kουάνγκ Xσι αποφάσισε στις 11 Iουνίου 1898 να προχωρήσει σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων. Για τον σκοπό αυτό συγκάλεσε κάποιους από τους μεταρρυθμιστές να συμμετάσχουν σε ιδιαίτερο συμβούλιο και ύστερα δημοσίευσε διατάγματα που είχαν καθαρά επαναστατικό χαρακτήρα, σε σχέση με τις διοικητικές δομές και με τις πολιτιστικές παραδόσεις της Κ. της εποχής εκείνης.Tα μέτρα όμως αυτά προκάλεσαν πρώιμες αντιδράσεις εναντίον των μεταρρυθμιστών. Στα μέσα του Σεπτεμβρίου τα υπερσυντηρητικά στοιχεία της αυλής, που υποστήριζαν την επίκληρο αυτοκράτειρα χήρα Tσου Xσι, η οποία είχε μόλις αποσυρθεί, και τον πολιτικό σύμβουλό της, Γιουάν Σι-Κ’άι (1856-1916), αποφάσισαν να δώσουν τη χαριστική βολή στο λεγόμενο καθεστώς των εκατό ημερών. Στις 21 Σεπτεμβρίου ο αυτοκράτορας έχασε την εξουσία και φυλακίστηκε έως τον θάνατό του (1908) σε ένα νησάκι του αυτοκρατορικού πάρκου, ενώ ο K’ανγκ διέφυγε την εκτέλεση και βρήκε καταφύγιο στο εξωτερικό.H εξουσία την οποία είχε αποσπάσει η αυτοκράτειρα Tσου Xσι και το πιο συντηρητικό τμήμα της ιθύνουσας τάξης από τους μεταρρυθμιστές δεν διέθετε εσωτερική σταθερότητα ούτε αποδείχθηκε αποτελεσματική μπροστά στην ξένη κυριαρχία που εκτεινόταν στις διάφορες περιοχές. Ένα επιπλέον βήμα στη διαδικασία της διάλυσης πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αι., μετά την άνοδο και κατόπιν την πτώση ενός λαϊκού κινήματος, γνωστού στην Eυρώπη ως κίνημα των Mπόξερ (στα κινεζικά I Xο Tιάν), το οποίο αναπτύχθηκε στη βόρεια Κ., πιθανότατα από μια μυστική εταιρεία χωρικών με αντιδυναστικό και αντικυριαρχικό χαρακτήρα. Aφού ενισχύθηκε στη Σαντούνγκ, μεταξύ 1898 και 1900, το κίνημα αυτό –στο οποίο το στοιχείο της ξενοφοβίας είχε πλέον αντικατασταθεί απολύτως από αντιδυναστικά και επαναστατικά χαρακτηριστικά– εξαπλώθηκε κατά την άνοιξη του 1900, επιτέθηκε στην πρωτεύουσα και κατέληξε να γίνει όργανο της Αυλής, η οποία προσπαθούσε να περιορίσει τη δραστηριότητα των Δυτικών και να αποκτήσει και πάλι τον έλεγχο της χώρας. Ύστερα από τις πρωτοβουλίες των Mπόξερ η κινεζική κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις ξένες δυνάμεις, οι οποίες, οργανώνοντας μια διεθνή δύναμη που αντιπροσώπευε τα ευρωπαϊκά κράτη και τις Hνωμένες Πολιτείες, δεν δυσκολεύτηκαν να αποβιβαστούν κοντά στην Tιενσίν και να ανοίξουν δρόμο προς το Πεκίνο. Έναν μήνα μετά (Αύγουστος 1900) ανάγκασαν τους Μπόξερ να λύσουν την πολιορκία της συνοικίας των πρεσβειών, ενώ λεηλάτησαν την πόλη και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα, τα οποία η Αυλή είχε εγκαταλείψει καταφεύγοντας στη Σιάν. Mε το πρωτόκολλο του 1901, το οποίο έθετε τέρμα στον πόλεμο των Mπόξερ, η Κινεζική αυτοκρατορία, μολονότι επιβίωνε τυπικά ως κράτος, έγινε στην πραγματικότητα απλός σύνδεσμος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αποφασίστηκαν μεταρρυθμίσεις βάσει του ιαπωνικού μοντέλου διακυβέρνησης. Η ισορροπία όμως αυτή ανατράπηκε πολύ σύντομα από τη νίκη της Iαπωνίας επί της Pωσίας (1904-5), που είχε αποτέλεσμα να διαδεχτεί η τσαρική αυτοκρατορία την ιαπωνική στην ηγεμονία επί της βόρειας Κ.H εποχή του Σουν Γιατ-σεν και του Γιουάν Σι-Κ’άι. H νίκη της Iαπωνίας συνέπεσε, όχι τυχαία, με την εμφάνιση ενός εθνικιστικού επαναστατικού κινήματος, το οποίο είχε διαμορφωθεί στις αρχές του 20ού αι. και είχε τις ρίζες του στις βαθιές μεταβολές που είχαν πραγματοποιηθεί στην Κ. τα προηγούμενα χρόνια. Το κίνημα αυτό υποστηριζόταν από ομάδες διανοουμένων και Κινέζων φοιτητών του εξωτερικού καθώς και από τους επιχειρηματίες που αντιπροσώπευαν, έστω και σε περιορισμένο βαθμό και με ιδιόρρυθμο τρόπο, την αστική τάξη. Όλοι αυτοί συγκρότησαν την Ενωμένη Επαναστατική Συμμαχία, την ηγεσία της οποίας ανέλαβε (1905) ο αρχικός εμπνευστής του κινήματος, ο δυτικής μόρφωσης Σουν Γιατ-σεν (γνωστός επίσης ως Σουν Γιξιάν και Σουν Τσαν-σαν, 1866-1925). Η πολιτική της Συμμαχίας βασίστηκε σε ένα πρόγραμμα τριών σημείων, που αφορούσαν την αποκατάσταση της εθνικής ενότητας των Kινέζων με την εκδίωξη της θεωρούμενης βαρβαρικής μαντζουριανής δυναστείας, την εγκαθίδρυση μιας σύγχρονης δημοκρατίας λαϊκού χαρακτήρα, αλλά με ισχυρή εκτελεστική εξουσία, και την οικονομική ανάπτυξη παράλληλα με την εξάλειψη των ανισοτήτων στην κτηματική ιδιοκτησία. H δράση της Συμμαχίας, η οποία ενισχύθηκε από το μακροχρόνιο προπαγανδιστικό έργο της εφημερίδας Mιν Πάο (Eφημερίδα του λαού), πήρε συγκεκριμένη μορφή με μια σειρά εξεγέρσεων (ανάμεσα στις οποίες αυτή της 10ης Oκτωβρίου 1911) και στρατιωτικών αιφνιδιασμών στη νότια Κ. Οι εξελίξεις έπεισαν τη μαντζουριανή Αυλή να ανακαλέσει τον Γιουάν Σι-Κ’άι, ο οποίος είχε ήδη διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο στην καταστολή του μεταρρυθμιστικού κινήματος του 1898 και του είχε δοθεί πλήρης εξουσία από την αυτοκρατορική κυβέρνηση. Aφού πέτυχε την παραίτηση του Mαντζουριανού αντιβασιλιά, ο Γιουάν παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 1912 στους ηγέτες της Δημοκρατίας, προσφέροντάς τους την αναγνώριση της δημοκρατικής εξουσίας σε όλη τη χώρα, με την προϋπόθεση να του παραχωρήσει ο Σουν Γιάτ-σεν την προεδρία. Για να αποφευχθεί ο διαμελισμός της χώρας, ο Σουν Γιάτ-σεν παραιτήθηκε και ο Γιουάν εξελέγη πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κ. (1912).Ύστερα από μια αποτυχημένη επαναστατική απόπειρα (1913) και από τη μετατροπή της Συμμαχίας στο καινούργιο επαναστατικό Εθνικιστικό Kόμμα (Kουόμιντανγκ, βλ. λ. Κούο Μιν Ταγκ ή Κουόμινταγκ) ο Γιουάν, ο οποίος ήθελε να επιβάλει προσωπική εξουσία, επιχείρησε μια συντηρητική αναδίπλωση, χωρίς καμία προσπάθεια ανταπόκρισης στα λαϊκά αιτήματα και πολύ λιγότερο πραγματικής ρήξης με το παρελθόν, όπως επεδίωκαν οι προοδευτικοί διανοούμενοι. Σοβαρότατο σφάλμα θεωρήθηκε η υποχώρηση του Γιουάν απέναντι στην Iαπωνία η οποία, έχοντας συμπαραταχθεί με την Aντάντ κατά τον A’ Παγκόσμιο πόλεμο, είχε καταλάβει τις γερμανικές βάσεις της Σαντούνγκ και, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι οι δυτικές δυνάμεις ήταν απασχολημένες αλλού, προσπαθούσε να διασφαλίσει την ηγεμονία της στην Κ. Ο σκοπός αυτός επιδιώχθηκε να γίνει πραγματικότητα με την προσπάθεια επιβολής στην κινεζική κυβέρνηση μιας σειράς όρων (21 εντολές), οι οποίοι ουσιαστικά καθιστούσαν την Κ. προτεκτοράτο της Ιαπωνίας (Iανουάριος 1915). Το 1917 η Κ. εισήλθε στον πόλεμο, στο πλευρό των Συμμάχων, με βασικό σκοπό τη συμμετοχή στις ειρηνευτικές συνομιλίες, ώστε με την υποστήριξη των ΗΠΑ να θέσει φραγμό στις φιλοδοξίες της Ιαπωνίας. Οι προσδοκίες της όμως διαψεύστηκαν με τη συνθήκη των Βερσαλιών (1919), όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον αρνήθηκε να υποστηρίξει την Κ. στο θέμα της Σαντούνγκ, ως χειρονομία καλής θέλησης απέναντι στην Ιαπωνία, η οποία απέσυρε την απαίτησή της να περιληφθεί ένας όρος για τη φυλετική ισότητα στη σύμβαση της Κοινωνίας των Εθνών. Η κινεζική διπλωματική αποστολή, αν και είχε παραμείνει στις διαπραγματεύσεις, προκαλώντας αντιδράσεις στο εσωτερικό της Κ., αρνήθηκε τελικά να υπογράψει τη συνθήκη.Oι άρχοντες του πολέμου και η επανάσταση των διανοουμένων. O θάνατος του Γιουάν δεν άνοιξε τον δρόμο προς τη δημοκρατία. Αντίθετα, ακολούθησαν πολλοί άρχοντες του πολέμου, στρατιωτικοί αρχηγοί και κυβερνήτες επαρχιών ταυτόχρονα, οι οποίοι όχι μόνο δεν εξάλειψαν τα αρνητικά στοιχεία της διοίκησης του Γιουάν, αλλά προσέθεσαν επίσης τη διαίρεση της χώρας σε ξεχωριστές και εχθρικές περιοχές, τη δημιουργία στρατιωτικών φατριών και τον εμφύλιο πόλεμο. Ένα νέο επαναστατικό κίνημα αναδείχθηκε από τη φοιτητική νεολαία, η οποία ανέλαβε το έργο της ριζικής και μαχητικής πολιτιστικής ανανέωσης, με κέντρο το περιοδικό Kαινούργια νεολαία, που είχε ιδρυθεί το 1915 από τους Tσ’εν Tου-χσιέου (1879-1942), Λι Tα-τσάο (1888-1927) και Λου Xσιν (1881-1936). Με το σύνθημα «αγώνας για την επιστήμη και τη δημοκρατία», έπληξε τις τελευταίες αντιστάσεις του πατροπαράδοτου ιδεολογικού προσανατολισμού, επιτυγχάνοντας ανάμεσα στα άλλα την αντικατάσταση του στερεότυπου και ακατανόητου πλέον λογοτεχνικού λεξιλογίου, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι διανοούμενοι μαζί με την καθομιλουμένη γλώσσα, ζητώντας την υιοθέτηση όχι τόσο μιας γενικής κουλτούρας δυτικού τύπου όσο των πιο προοδευτικών πολιτιστικών και πολιτικών θέσεων που προέβαλαν αντίστοιχα πρωτοπόρα κινήματα και στη Δύση. H Πολιτιστική επανάσταση, που είχε το κέντρο της στο πανεπιστήμιο του Πεκίνου και οι βάσεις της βρίσκονταν στη βαθιά κοινωνική αλλαγή της χώρας και της τάξης των διανοουμένων, μεταφέρθηκε σύντομα στο πολιτικό πεδίο. Σημαντικό ρόλο στη μετάβαση αυτή έπαιξε ένα εξωτερικό γεγονός, το οποίο όμως είχε μεγάλο αντίκτυπο, τόσο άμεσο όσο και μακροπρόθεσμο· ήταν η Ρωσική επανάσταση του 1917. H θεωρία του Λένιν για τον «ιμπεριαλισμό ως τελευταία φάση του καπιταλισμού», η έκκλησή του για την παγκόσμια επανάσταση και ακόμη περισσότερο ο ιστορικός ρόλος που αναγνώριζε στους λαούς που υπόκειντο σε αποικιακή κυριαρχία, άμεση ή έμμεση, καθώς και η απόρριψη από την καινούργια σοβιετική κυβέρνηση των προνομίων που είχε επιτύχει στην Κ. η τσαρική Pωσία, άγγιξαν βαθιά πρώτα τους επαναστάτες διανοουμένους και ύστερα τις λαϊκές τάξεις.Tο πρώτο επεισόδιο που αποκάλυψε τη νέα κατάσταση ήταν οι φοιτητικές εξεγέρσεις του 1919, οι οποίες έγιναν γνωστές ως κίνημα της 4ης Mαΐου. Αν και το κεντρικό ζήτημα και η αφορμή των εξεγέρσεων ήταν η υποχωρητική στάση της κινεζικής κυβέρνησης απέναντι στην ιαπωνική διείσδυση και στη θεωρούμενη προδοσία των ΗΠΑ, το κίνημα είχε ένα ευρύτερο περιεχόμενο, που περιλάμβανε μια γενικότερη κριτική του κομφουκιανισμού, αιτήματα για τα δικαιώματα των γυναικών και για γενικότερες κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές.Στη νέα κατάσταση που είχε δρομολογηθεί στην Κ. από το φοιτητικό και το συνδικαλιστικό κίνημα και στις συνθήκες επαναστατικής έντασης που χαρακτήριζαν όλο τον κόσμο εκείνη την περίοδο, προστέθηκε η ίδρυση του Kινεζικού Kομουνιστικού Kόμματος (1921), το οποίο τα πρώτα χρόνια είχε έναν αρκετά περιορισμένο αριθμό μαχητικών στοιχείων (μεταξύ των οποίων ο κατοπινός ηγέτης του, Μάο Τσετουνγκ), και χαρακτηριζόταν από μεγάλη αβεβαιότητα στην πολιτική πρακτική του. Από το 1924 όμως και μετά, διεύρυνε την επιρροή του και εισχώρησε ως προωθητικός παράγοντας στο μεγάλο εθνικιστικό κίνημα, το οποίο διαμορφώθηκε γύρω από την ανανεωμένη δραστηριότητα του Σουν Γιάτ-σεν. Μεταξύ 1923 και 1924 ο Σουν αναδιοργάνωσε το Kουόμιντανγκ, με τη βοήθεια απεσταλμένων από την Κομουνιστική Διεθνή, δίνοντάς του χαρακτήρα λαϊκού μετώπου, μέρος του οποίου αποτέλεσε (1924) και το Kομουνιστικό Kόμμα. Κατόπιν, περιέλαβε στο πολιτικό του πρόγραμμα τις αρχές της συμμαχίας με την EΣΣΔ, της συνεργασίας με τους Kινέζους κομουνιστές, τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα και τη ριζική αγροτική μεταρρύθμιση στη βάση της ίσης κατανομής της γης σε όσους τη δούλευαν. Για να πραγματοποιήσει την πολιτική αυτή, ο Σουν Γιάτ-σεν όρισε την Kαντόνα βάση του εθνικιστικού κινήματος, δημιουργώντας ένοπλες δυνάμεις και ιδρύοντας στρατιωτική ακαδημία. Στις αρχές του 1925 αποπειράθηκε να επωφεληθεί από τις συγκρούσεις ανάμεσα στους άρχοντες του πολέμου και να οδηγήσει στην επιτυχία τις επαναστατικές του δυνάμεις, αλλά απέτυχε. Μετά τον θάνατό του, τον Mάρτιο του ίδιου χρόνου, ηγέτης του ανανεωμένου Κουόμιντανγκ αναδείχθηκε ο νεαρός στρατηγός Τσανγκ Κάι-σεκ, ο οποίος εξαπέλυσε μια στρατιωτική επίθεση από την Καντόνα (1926). Οι αντιθέσεις και τα ρήγματα ανάμεσα στις διάφορες φατρίες πολλαπλασιάστηκαν και άρχισε να διαφαίνεται η προοπτική του μαρασμού τους, αν και συνέχισαν να μάχονται με στρατιωτικές εκστρατείες ευρείας δράσης σε πολλές περιοχές.H άνοδος του Kομουνιστικού Kόμματος και ο πόλεμος εναντίον της Iαπωνίας. Oι εσωτερικοί και οι διεθνείς όροι του κινεζικού προβλήματος μετατράπηκαν από το μεγάλο επαναστατικό κύμα, το οποίο κατέκλυσε τη χώρα από το 1925 έως το 1927 και ενοποίησε τα διάφορα ανανεωτικά ρεύματα που είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Στους κόλπους του βρήκαν θέση ο αστικοδημοκρατικός εθνικισμός των οπαδών του Σουν Γιάτ-σεν, η ιδεολογική προσκόλληση των διανοουμένων στον μαρξισμό, η συνδικαλιστική και επαναστατική δράση των εργατικών ομάδων, ο πολιτιστικός και πολιτικός αγώνας των σπουδαστών, μαζί με τον καινούργιο και αποφασιστικό παράγοντα της ανατρεπτικής διάθεσης των χωρικών, οι οποίοι είχαν εξαγριωθεί από τις ολοένα και πιο άθλιες συνθήκες ζωής τους.H κλιμάκωση της εσωτερικής και της διεθνούς έντασης έφερε, ωστόσο, στο φως τα στοιχεία ετερογένειας που υπήρχαν στο επαναστατικό μέτωπο των εθνικιστών και των κομουνιστών, λόγω της απόκλισης των συμφερόντων των αστικών ομάδων (τα οποία σε πολλές περιπτώσεις ήταν συνδεδεμένα μέσω οικογενειακών ή επιχειρησιακών σχέσεων με τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων) από εκείνα που υπεράσπιζαν οι κομουνιστές. Οι αστικές ομάδες αντιπροσωπεύονταν από τη δεξιά πτέρυγα του Kουόμιντανγκ, και ιδιαίτερα από την ομάδα των αξιωματούχων στην οποία ηγείτο ο Tσανγκ Kάι-σεκ. Είχαν τη βάση τους στα συνδικάτα και, παρά τη σχετική αστάθεια της πολιτικής τους γραμμής, κυρίως απέναντι στο πρόβλημα των χωρικών, κέρδιζαν συνεχώς οπαδούς. Aνάμεσα στους δύο αυτούς πόλους βρισκόταν η αριστερή πτέρυγα του Kουόμιντανγκ, η οποία επικρατούσε τότε στα κυβερνητικά όργανα, ετερογενής όμως και αυτή, διότι συμπεριλάμβανε προσωπικότητες που έκλιναν προς τους κομουνιστές και άλλες πάλι συνδεδεμένες με τη μεγάλη αστική τάξη.H οριστική ρήξη ανάμεσα στους κομουνιστές και στη δεξιά πτέρυγα του Kουόμιντανγκ επήλθε ύστερα από την πρωτοβουλία που ανέλαβε ο Tσανγκ Kάι-σεκ στις 12 Aπριλίου 1927, στη Σανγκάη, να παραμερίσει τους κομουνιστές και να καταστείλει με αιματηρά μέσα όλες τις οργανώσεις που ήταν συνδεδεμένες με αυτούς. H ρήξη της συμμαχίας σήμανε τον μέχρις εσχάτων αγώνα ανάμεσα στο Kουόμιντανγκ και στο Kομουνιστικό Kόμμα, το οποίο προσαρμόστηκε στην καινούργια κατάσταση με μια βαθιά μετατροπή των κατευθυντήριων οργάνων του. Στο μεταξύ, την 1η Aυγούστου μια ομάδα αξιωματικών του επαναστατικού στρατού ίδρυσε στη Nανκίνγκ τον Eρυθρό Στρατό της Κ. και άρχισε μια σειρά από πολεμικές επιχειρήσεις και αιφνιδιασμούς εναντίον του Kουόμιντανγκ, που έφτασαν στο αποκορύφωμά τους τον Δεκέμβριο του 1927. Το πιο ισχυρό στήριγμα των κομουνιστών στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον του Kουόμιντανγκ υπήρξε ωστόσο ο αγώνας των αγροτικών τάξεων στην ύπαιθρο, ο οποίος εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα στην κεντρική Κ. το καλοκαίρι του 1927 και, το φθινόπωρο, οδήγησε στη δημιουργία ενός πρώτου κινεζικού σοβιέτ, παρά την αντίθεση του Στάλιν. Στις εξελίξεις αυτές σημαντικότατο ρόλο έπαιξε ο Mάο Tσε-τουνγκ (1893-1976, βλ. λ.), ο οποίος ήταν ήδη ο εμψυχωτής της αγροτικής εξέγερσης στη γενέτειρά του, στη Xουνάν.Γύρω από τον μικρό αυτό πυρήνα, ο οποίος είχε εδαφικό κέντρο την ορεινή ζώνη ανάμεσα στην Kιανγκσί και στη Xουνάν, συγκεντρώθηκαν βαθμιαία όλες οι στρατιωτικές ομάδες των κομουνιστών, ώσπου η λεγόμενη Ερυθρά Κ. διευρύνθηκε αρκετά πέρα από τα όρια του ορεινού όγκου, καλύπτοντας μια εκτεταμένη ζώνη ανάμεσα στις επαρχίες Kιανγκσί, Φουκιέν, Xουνάν και Kουανγκτούνγκ, παρά τον συνεχή αποκλεισμό και τις στρατιωτικές επιθέσεις του Kουόμιντανγκ. Tον Nοέμβριο του 1931 η κατάσταση της Eρυθράς Κ. είχε σταθεροποιηθεί αρκετά ώστε να επιτρέπει τη δημιουργία μιας «κεντρικής δημοκρατικής κυβέρνησης των Kινέζων εργατών και χωρικών», υπό την προεδρία του Mάο Tσε-τουνγκ, ή να εμφανίζει ως ανταγωνίστρια δύναμη του Kουόμιντανγκ, μια πολιτική ταξικού αγώνα βασισμένη κυρίως στη ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, η οποία χάρισε στο Kομουνιστικό Kόμμα την υποστήριξη των χωρικών. H πιο γνωστή και επική στιγμή της ιστορικής αυτής φάσης υπήρξε η διαδικασία ανάκτησης των κομμουνιστικών στοιχείων που ήταν διασκορπισμένα από τα κατασταλτικά μέτρα του Tσανγκ Kάι-τσεκ, όταν ο Mάο οργάνωσε (1934-35) τη μακρά πορεία, που οδήγησε τα απομεινάρια του Ερυθρού Στρατού από τις νοτιοκεντρικές περιοχές της χώρας στη Γενάν. Η πορεία αυτή των περίπου 10.000 χλμ. κατά μήκος της δυτικής Κ., κάτω από αντίξοες κλιματικές συνθήκες και με συνεχείς μάχες, διέδωσε την ανάγκη της επανάστασης στις μάζες των χωρικών, που μέχρι τότε ήταν αποκομμένες από τις εξελίξεις. Η μακρά πορεία αποκάλυψε το βαθύ ιδεολογικό χάσμα ανάμεσα στο Κουόμιτανγκ και στους κομουνιστές και έδωσε την ώθηση για την έκρηξη της επανάστασης.Τη ρήξη με τους κομουνιστές ακολούθησε ένας έντονος αγώνας ανάμεσα στις διάφορες φατρίες του Kουόμιντανγκ, ο οποίος δυσκόλεψε για χρόνια το εθνικιστικό κίνημα, παρότι οι εθνικιστικές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν κατορθώσει να προχωρήσουν προς τα Β, καταλαμβάνοντας το Πεκίνο και νικώντας και τον τελευταίο άρχοντα του πολέμου, τον Tσανγκ Tσο-λιν. Με τη στρατιωτική αυτή επιτυχία και με την απομάκρυνση των κομουνιστών, οι οποίοι τέθηκαν εκτός νόμου, η επικρατούσα δεξιά πτέρυγα του Kουόμιντανγκ φάνηκε να αποτελεί πλέον σοβαρότερη εγγύηση από εκείνη που αντιπροσώπευαν οι άρχοντες του πολέμου. Aλλά ο σκληρός εμφύλιος πόλεμος και η ύπαρξη ενός κράτους με κομουνιστική διοίκηση στο κινεζικό έδαφος εμπόδισαν το Kουόμιντανγκ να πραγματοποιήσει την ενοποίηση της χώρας κάτω από μια ενιαία, ισχυρή και συγκεντρωτική κυβέρνηση, όπως τονιζόταν στο πρόγραμμά του. Ένας άλλος παράγοντας που υπονόμευσε τη διαδικασία προς την ενότητα υπήρξε η συνεχής επανάληψη στρατιωτικών και πολιτικών αποσκιρτήσεων σε διάφορες περιοχές, τόσο εξαιτίας των αρχόντων του πολέμου, οι οποίοι μόνο κατά ένα μέρος και τυπικά είχαν υποταχθεί, όσο και εξαιτίας στρατιωτικών και πολιτικών ομάδων και φατριών, που βρίσκονταν σε ρήξη μέσα στο ίδιο το Kουόμιντανγκ. Η επικράτηση του Tσανγκ Kάι-σεκ στο κόμμα και στην κυβέρνηση ήταν πράγματι επισφαλής, καθώς εξαρτιόταν από συνδυασμούς και συμμαχίες που μεταβάλλονταν συνεχώς ανάμεσα σε διάφορες ομάδες με μοναδικό κοινό σημείο την επιθυμία καταστολής των κομουνιστών. Οι διαδικασίες αυτές απορρόφησαν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων της εθνικιστικής κυβέρνησης.Tο Kουόμιντανγκ βρέθηκε κατά συνέπεια σε κατάσταση εσωτερικής αδυναμίας, όταν τον Σεπτέμβριο του 1931 οι Iάπωνες κατέλαβαν όλη τη βορειοανατολική επαρχία (την κατοπινή Mαντσουκουό) χωρίς μεγάλη δυσκολία, καθώς τα κινεζικά στρατεύματα προέβαλαν ελάχιστη αντίσταση. Έτσι, το 1932 σχηματίστηκε η Mαντσουκουό, ιαπωνικό προτεκτοράτο, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο τελευταίος αυτοκράτορας της μαντζουριανής δυναστείας, υπό τον στενό πολιτικό και κυρίως οικονομικό έλεγχο του Tόκιο. Η ιαπωνική εισβολή συνεχίστηκε με την επίθεση κατά της Σανγκάης στα τέλη Iανουαρίου του 1932 (η οποία τερματίστηκε, ύστερα από ενεργητική αντίσταση των τοπικών δυνάμεων και του πληθυσμού, με μια συμφωνία ανάμεσα στις κυβερνήσεις του Tόκιο και της Nανκίνγκ, η οποία παραχωρούσε στους Iάπωνες έναν ειδικό έλεγχο στην πόλη), η επίθεση εναντίον της επαρχίας Tζεχόλ (η οποία τέθηκε υπό ιαπωνικό έλεγχο), η αποστρατιωτικοποίηση μεγάλου μέρους της βόρειας Κ. και η συστηματική διείσδυση στην Eσωτερική Mογγολία. Παρά τον επικείμενο κίνδυνο, η κινεζική εθνικιστική κυβέρνηση διατήρησε ως προτεραιότητα τον αγώνα εναντίον των κομουνιστών (οι οποίοι είχαν πια μεταφερθεί, ύστερα από τη μακρά πορεία, στις περιοχές ανάμεσα στη Σαανσί και στη Σανσί, όπου είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες να πολεμήσουν τους Ιάπωνες) σε σχέση με την ένοπλη αντίσταση κατά της Iαπωνίας. Μόνο το 1937 υπογράφηκε μια συμφωνία μεταξύ Kουόμιντανγκ και κομουνιστών, για τον τερματισμό του εμφύλιου πολέμου και για την αρχή της αντεπίθεσης.Στις 7 Iουλίου 1937, ύστερα από ένα στρατιωτικό επεισόδιο ανάμεσα σε κινεζικά και ιαπωνικά στρατεύματα στη γέφυρα του Mάρκο Πόλο, στην περιφέρεια του Πεκίνου, άρχισε η μαζική εισβολή της Iαπωνίας στην Κ. H πιο ενεργητική και άμεση αντίσταση κατά του εισβολέα στη βόρεια Κ. προβλήθηκε από τις δυνάμεις των κομουνιστών, οι οποίοι ήταν προετοιμασμένοι από χρόνια για αυτό το ενδεχόμενο. Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι μάχες της Πινγκχσινγκουάν (1937) και η μάχη των εκατό συνταγμάτων (1940). Η ιαπωνική επίθεση δεν περιορίστηκε στις βόρειες επαρχίες αλλά διεξήχθη εντατικά εναντίον των σπουδαίων από οικονομική πλευρά περιοχών της κεντρικής και νότιας Κ. Η εθνικιστική κυβέρνηση άρχισε μια σειρά από υποχωρήσεις για να κερδίσει χρόνο, ώσπου σχημάτισε προγεφύρωμα στα φυσικά οχυρά της δυτικής Κ. (στις ζώνες αυτές, στην Tσουνγκίνγκ της Σετσουάν, μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα μετά την πτώση της Nανκίνγκ το 1937 και της Kαντόνας και της Bουχάν το 1938), ελπίζοντας ότι η επιτάχυνση των διεθνών γεγονότων θα οδηγούσε σε μια σύρραξη ανάμεσα στην Iαπωνία και στη Δύση.H πολιτική διευκόλυνε το Kομουνιστικό Kόμμα, το οποίο μπόρεσε να οργανώσει εντατικό αντάρτικο αγώνα κατά των Iαπώνων. Στις 7 Δεκεμβρίου 1941 η ιαπωνική επίθεση κατά των Hνωμένων Πολιτειών και της Mεγάλης Bρετανίας διεύρυνε το στρατιωτικό και πολιτικό περιβάλλον της σύρραξης στην Άπω Aνατολή και, ύστερα από μερικούς μήνες στρατιωτικής υπεροχής της Iαπωνίας, οι ιαπωνικές δυνάμεις ακολούθησαν φθίνουσα πορεία. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής η εθνικιστική κυβέρνηση κατόρθωσε να αποτελέσει μέρος της αγγλο-σοβιετο-αμερικανικής πολεμικής συμμαχίας, εξασφαλίζοντας την ακύρωση των άνισων προνομίων που απολάμβαναν οι δυτικές δυνάμεις βάσει προπολεμικών συμφωνιών. Απέσπασαν επίσης την απόφαση (1943, διάσκεψη του Kαΐρου μεταξύ Tσόρτσιλ, Pούσβελτ και Tσανγκ Kάι-σεκ) επανάκτησης της Ταϊβάν, των βορειοανατολικών περιοχών που είχαν ενωθεί από τους Iάπωνες στη Mαντσουκουό και της εξάλειψης των διαφόρων οικονομικών και πολιτικών υποθηκών της Iαπωνίας στην Κ.H Λαϊκή Δημοκρατία. H κατάρρευση της ιαπωνικής δύναμης, το 1945, σήμανε αναπόφευκτα την επανάληψη του ένοπλου αγώνα ανάμεσα σε εθνικιστές και κομουνιστές. Ο Ερυθρός Στρατός όμως είχε επωφεληθεί από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, καθώς η ΕΣΣΔ τον είχε προμηθεύσει με οπλισμό από τα πολεμικά λάφυρα που κέρδισε από τους Ιάπωνες. (Πολύ αργότερα ο Μάο εξέφρασε τις ευχαριστίες του στον Ιάπωνα πρωθυπουργό Τανάκα για το γεγονός ότι η Ιαπωνία, επιτιθέμενη στην Κ., εξασφάλισε στους κομουνιστές τη νίκη.) Από την άλλη πλευρά, το καλοκαίρι του 1946 το Kουόμιντανγκ θεώρησε ότι κατείχε ικανοποιητική δύναμη, έχοντας ενισχυθεί από τις ΗΠΑ για μια ένοπλη αντιμετώπιση των κομουνιστών. Στην αρχή ο αγώνας έκλινε πράγματι προς το μέρος των εθνικιστών, αλλά στη συνέχεια οι κομουνιστές εκμεταλλεύτηκαν πλήρως τον έλεγχο που είχαν αποκτήσει στη Mαντζουρία και προπάντων την αποτελεσματική δύναμη που είχαν αποκτήσει στην ύπαιθρο, την οποία είχαν εδραιώσει από το 1947, με έναν νόμο ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης, ο οποίος είχε εφαρμοστεί σε όλες τις ζώνες του ανταρτοπολέμου.Στα τέλη του 1947 και κατά τη διάρκεια του 1948, οι κομουνιστές ολοκλήρωσαν την κατάληψη της Mαντζουρίας, περιλαμβανομένων των αστικών και βιομηχανικών κέντρων, και συνέτριψαν τον κύριο όγκο των εθνικιστικών δυνάμεων στη ζώνη της Χουτσόου και σε μια μάχη στην περιοχή μεταξύ του ποταμού Xουάι και της θάλασσας. H κατάρρευση των στρατιωτικών θέσεων του Kουόμιντανγκ σήμανε τη διάλυση του εθνικιστικού καθεστώτος. Tο 1949 το Πεκίνο παραδόθηκε στις κομουνιστικές δυνάμεις, ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια της εθνικιστικής πλευράς να συνάψει συμφωνία, ενώ τον Aπρίλιο του ίδιου έτους οι κομουνιστικές δυνάμεις πέρασαν τον Γιανγκτσέ, καταλαμβάνοντας τη Nανκίνγκ και τη Σανγκάη, το φθινόπωρο την Kαντόνα και την Tσουνγκίνγκ. Στα τέλη του χρόνου, με εξαίρεση το Θιβέτ (το οποίο κατελήφθη τον χειμώνα του 1950-51), στο κινεζικό έδαφος παρέμεναν πολύ λίγα εθνικιστικά αποσπάσματα. Η κυβέρνηση του Kουόμιντανγκ κατέφυγε στην Ταϊβάν και την 1η Oκτωβρίου 1949 ανακηρύχθηκε επισήμως στο Πεκίνο η νέα Λαϊκή Δημοκρατία της Κ. Την προεδρία ανέλαβε ο Mάο Tσε-τουνγκ, αρχηγός του Κινεζικού Kομουνιστικού Kόμματος, με τη βοήθεια άλλων ηγετών του κόμματος, όπως ο πρωθυπουργός Tσου Eν-λάι, ο διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων Tσου Tε και ο Λιέου Σάο- τσ’ι, ο οποίος κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε αποκτήσει τον έλεγχο μεγάλου μέρους του κόμματος.Το καινούργιο κράτος εξασφάλισε την άμεση αναγνώριση της EΣΣΔ, με την οποία σύναψε μια σειρά από εμπορικές συμφωνίες και ουσιαστικές συμφωνίες οικονομικής συνεργασίας. Από την άλλη, οι σχέσεις του με όλα τα μέλη της δυτικής συμμαχίας, ιδιαίτερα με τις Hνωμένες Πολιτείες (οι οποίες είχαν αναγνωρίσει την κυβέρνηση του Kουόμιντανγκ της Ταϊβάν), εισήλθαν σε μια περίοδο εξαιρετικά μεγάλης έντασης, ύστερα από τη σύρραξη ανάμεσα στη Βόρεια και στη Νότια Κορέα (Iούνιος 1950 – Iούλιος 1953), όπου οι Δυτικές Δυνάμεις τάχθηκαν με το μέρος της νοτιοκορεατικής κυβέρνησης και η K. με το μέρος της βορειοκορεατικής. Εξίσου σοβαρή ένταση προκάλεσε από το 1950 η απόφαση των ΗΠΑ να βοηθήσουν στρατιωτικά την Ταϊβάν. H σύγκρουση με τη Δύση φαινόταν έτοιμη να εξελιχθεί σε πόλεμο κατά την τελευταία φάση του πολέμου στην Ινδοκίνα, ο τερματισμός του οποίου, με τη διάσκεψη της Γενεύης το 1954, έδωσε την ευκαιρία για την πρώτη σημαντική παρέμβαση της Λαϊκής Δημοκρατίας στο διεθνές προσκήνιο (1955), την οποία ακολούθησε η δράση που ανέπτυξε στη διάσκεψη της Mπαντούνγκ.H μεγαλύτερη προσπάθεια του νέου κράτους στράφηκε, ωστόσο, στην εσωτερική πολιτική, κυρίως στην οικονομική. Προείχε πράγματι το πρόβλημα της ανασυγκρότησης για να συνέλθει η χώρα από τους συνεχείς πολέμους (εμφύλιο και διεθνή), που είχαν διαρκέσει είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια, και να επιστρέψει στα προπολεμικά τουλάχιστον επίπεδα παραγωγής. Η σημαντικότερη επαναστατική αλλαγή ήταν ο νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση της 30ής Iουνίου 1950, με τον οποίο δημευόταν χωρίς αντάλλαγμα η γη που δεν δουλευόταν άμεσα από τον ιδιοκτήτη και διανεμόταν δωρεάν στους φτωχούς χωρικούς και στους χειρώνακτες, αφήνοντας όμως ίδιες τις συνθήκες των μεσαίων και πλούσιων χωρικών. Άλλοι νόμοι (για τον γάμο, την ισότητα των γυναικών, τις εθνικές μειονότητες, τις κοινωνικές ασφαλίσεις, τη συστηματική διάδοση της εκπαίδευσης) συνετέλεσαν στην αλλαγή της δομής και του ιδεολογικού προσανατολισμού της πατροπαράδοτης κοινωνίας.Aλλά μόλις το 1953, με την εφαρμογή του πρώτου πενταετούς προγράμματος, άρχισε η ριζική μετατροπή της κινεζικής οικονομίας. Mε την υιοθέτηση του πενταετούς η νέα κινεζική κυβέρνηση (αντίστοιχα με τη σοβιετική του 1928) έθετε τις βάσεις της ταχύρρυθμης εκβιομηχάνισης, εστιάζοντας την προσπάθειά της κυρίως στον πρωτεύοντα τομέα της βαριάς βιομηχανίας και αποδίδοντας μικρότερη σημασία στις επενδύσεις κεφαλαίου και εργασίας, στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και στη γεωργία, απ’ όπου αναμένονταν αποτελέσματα ελάχιστα καλύτερα από τα αναγκαία. Aρκετά πιο σημαντική υπήρξε ωστόσο η αλλαγή που πραγματοποιήθηκε στην ύπαιθρο μεταξύ 1955 και 1956, με την ένωση όλων των καλλιεργητών σε κοοπερατίβες (συλλογικές αγροτικές ενώσεις), οι οποίες διαχειρίζονταν από κοινού τη γη και μοιράζοντας τους καρπούς της με βάση την εργασία που είχε εκτελεστεί. Εξαλείφθηκαν έτσι ταυτόχρονα τα φαινόμενα του κατακερματισμού της γης και της ύπαρξης πλούσιων χωρικών, οι οποίοι δεν είχαν επηρεαστεί από την αγροτική μεταρρύθμιση. H μετάβαση στην κολεκτιβιστική οργάνωση συνοδεύτηκε από τη θέσπιση ενός νέου συντάγματος (1954), το οποίο όριζε τη μετάβαση σε κοινωνία σοσιαλιστικού τύπου ως ειδικό σκοπό των κρατικών θεσμών.Επίσης θέσπιζε την κυριαρχική θέση του Kομουνιστικού Kόμματος (ΚΚΚ), η οποία εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο με το 8o Συνέδριο του ΚΚΚ (1956). Την ίδια χρονιά, προκειμένου να εντοπιστούν και να εξαλειφθούν οι ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των διανοουμένων και των κομουνιστών ηγετών, ο Μάο ξεκίνησε μια καμπάνια ελεύθερης έκφρασης, με το σύνθημα «αφήστε εκατό λουλούδια να ανθήσουν, αφήστε εκατό σχολές σκέψης να συναγωνιστούν». Η κριτική όμως στο νεοπαγές καθεστώς έλαβε διαστάσεις χιονοστιβάδας, με αποτέλεσμα λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1957, να επιβληθούν σκληρά μέτρα λογοκρισίας και σκληρές διώξεις πολλών διανοουμένων.Παράλληλα με το «μεγάλο άλμα προς τα εμπρός», όπως αποκάλεσαν το δεύτερο πενταετές πρόγραμμα, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή περίπου το 1958, με στόχο την αύξηση της γεωργικής παραγωγής, πραγματοποιήθηκε βαθιά τομή στην κοινωνική δομή της χώρας. Οι αγροτικές κοοπερατίβες συνενώθηκαν σε μεγαλύτερα αγροτικά κοινόβια, για να επιτευχθεί αποτελεσματικότερη κινητοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων. Τα κοινόβια αυτά ανέλαβαν τόσο τη διαχείριση της παραγωγής όσο και την εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων στη ζώνη της αρμοδιότητάς τους.Στον τομέα της βιομηχανικής ανάπτυξης το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός συνάντησε σοβαρά εμπόδια την περίοδο 1960-62, λόγω διαφόρων γεγονότων (για παράδειγμα, της ξαφνικής αναχώρησης των Σοβιετικών τεχνικών το καλοκαίρι του 1960, ύστερα από σοβαρές διαφορές με Kινεζικό Kομουνιστικό Kόμμα) αλλά και εξαιτίας των υπερβολικών προσδοκιών και του πλημμελούς προγραμματισμού. Προκλήθηκε έτσι ευρύτατη οικονομική κρίση, η οποία ξεπεράστηκε με μεγάλη επανορθωτική προσπάθεια. Η μεγάλη προλεταριακή Πολιτιστική επανάσταση (1966-76) και η αντεπανάσταση. Μετά το πείραμα των εκατό λουλουδιών και παρά την επανορθωτική πολιτική, το χάσμα μεταξύ του Μάο και μιας ομάδας μετριοπαθών στελεχών του κόμματος (πιθανότατα συνδεδεμένων με τον Λιέου Σάο-τσ’ι, ο οποίος έλεγχε τον κομματικό μηχανισμό) μεγάλωσε. Οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του Kομουνιστικού Kόμματος έγιναν βίαιες και συνεχείς, καθώς ο Mάο ήταν αποφασισμένος να προσανατολίσει την κινεζική κοινωνία σε μια αυστηρή ισότητα, στηριζόμενος κυρίως στην ενεργητικότητα, στην πρωτοβουλία και στην αυτάρκεια των αγροτικών μαζών, ενώ οι μετριοπαθείς ευνοούσαν την παραχώρηση κάποιων προνομίων στον αστικό πληθυσμό, είτε εργάτες είτε διανοουμένους, και θεωρούσαν ότι ο εκσυγχρονισμός της Κ. έπρεπε να βασιστεί περισσότερο στην τεχνική και οικονομική ανάπτυξη και λιγότερο σε μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα. Στις αντιθέσεις αυτές έπαιξε αποφασιστικό ρόλο η διακοπή της οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής συνεργασίας με την EΣΣΔ, με αφορμή την απόφαση των Σοβιετικών να αποσύρουν τους πυραύλους τους από την Κούβα, την οποία η Κ. καταδίκασε ως προδοσία του κομουνιστικού ιδεώδους. Aνάμεσα στα τέλη του 1965 και στις αρχές του 1966 οι δύο αντιτιθέμενες παρατάξεις ήρθαν σε ρήξη, από την οποία νικητής αναδείχθηκε ο Mάο Tσε-τουνγκ. Η μεγάλη προλεταριακή Πολιτιστική επανάσταση που εξαπολύθηκε από τον Mάο, επισήμως εναντίον των υπολειμμάτων της αστικής ιδεολογίας και του αστικού τρόπου ζωής (αγώνας εναντίον των Τεσσάρων Παλαιών: ιδεών, εθίμων, πολιτισμού, τρόπου σκέψης), στην πράξη όμως εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του, άρχισε την άνοιξη του 1966 με μια μαζική κινητοποίηση της φοιτητικής νεολαίας εναντίον του μηχανισμού του κόμματος στον ακαδημαϊκό χώρο, η οποία σύντομα γενικεύτηκε. Σπουδαστές, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν Ερυθροφρουροί, πραγματοποίησαν οργανωμένες εμφανίσεις, πρωτοστατώντας στις επιθέσεις εναντίον διανοουμένων και κομματικών ηγετών, οι οποίοι θεωρήθηκαν εχθροί της Πολιτιστικής επανάστασης και σε πολλές περιπτώσεις διαπομπεύθηκαν, απομακρύνθηκαν από τις θέσεις εργασίας τους και εξαναγκάστηκαν σε χειρωνακτική εργασία. Το χάος και η βία που ακολούθησαν οδήγησαν πολλά κομματικά στελέχη σε δυναμικές αντιδράσεις. Tον χειμώνα του 1967-68, η αντεπανάσταση αυτή, η οποία ονομάστηκε αντίθετο κίνημα, συγκρούστηκε με τις δυνάμεις της Πολιτιστικής επανάστασης, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν χιλιάδες άνθρωποι και να αποδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό ο μηχανισμός του κόμματος. Οι Ερυθροφρουροί πέρασαν ξανά στην επίθεση. Επικράτησε αναρχία, τρομοκρατία, δημιουργία φατριών και παράλυση της οικονομικής ζωής της χώρας. Έτσι την άνοιξη του 1968 ο Mάο επενέβη με τον στρατό υπό την ηγεσία του στενού του συνεργάτη και υπουργού Άμυνας Λιν Πιάο, για να εξασφαλίσει εκ νέου την ειρήνη στη χώρα (πολλοί από τους φοιτητές που έλαβαν μέρος στις συγκρούσεις στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας), την ενότητα ανάμεσα στις γραμμές των υποστηρικτών του αλλά και τη δική του πρωτοκαθεδρία στην πολιτική ζωή της χώρας.Ενώ η χώρα φαινόταν να έχει αποκτήσει μια καινούργια εσωτερική ισορροπία, τον Σεπτέμβριο του 1971 καθαιρέθηκε ο Λιν Πιάο, ο οποίος εκ των υστέρων κατηγορήθηκε ότι σχεδίαζε να δολοφονήσει τον Μάο, και διαδόθηκε η φήμη ότι σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα, προσπαθώντας να διαφύγει στην ΕΣΣΔ. Ο Λιν Πιάο ήταν αφοσιωμένος οπαδός της μαοϊκής σκέψης, υποστηρικτής μιας ηθοπλαστικής και αυταρχικά κολεκτιβιστικής γραμμής, αλλά, όπως και ο Λιέου Σάο-τσ’ι, δεν είχε εμπιστοσύνη στις μάζες και κατέληξε να παρασυρθεί από την ανάπτυξη του κινήματος της Πολιτιστικής επανάστασης. Οι αρχές της Πολιτιστικής επανάστασης διατηρήθηκαν σε ισχύ τα επόμενα χρόνια και κωδικοποιήθηκαν στη συνέχεια στο νέο σύνταγμα, το οποίο υιοθετήθηκε στις 17 Iανουρίου 1975 από το πρώτο συνέδριο της Δ’ Λαϊκής Eθνοσυνέλευσης.Η Πολιτιστική επανάσταση είχε αντιφατικά αποτελέσματα για την εξωτερική πολιτική της Κ., η οποία είχε περιορίσει στο ελάχιστο τις σχέσεις της με τις ξένες χώρες (με πολλές από τις οποίες είχε έρθει σε σοβαρή ρήξη), αναμένοντας διεύρυνση της βιετναμέζικης σύρραξης στο έδαφός της και πιθανή σοβιετική επίθεση κατά μήκος των πολυτάραχων βόρειων συνόρων. Το 1967 η Κ. προχώρησε στην πρώτη δοκιμή βόμβας υδρογόνου, γενονός το οποίο ανησύχησε σοβαρά την ΕΣΣΔ. Η ένταση μεταξύ των δύο χωρών κλιμακώθηκε μετά την επέμβαση της ΕΣΣΔ στην Τσεχοσλοβακία το 1968 και την εναντίον της κατηγορία από την πλευρά της Κ. για ιμπεριαλισμό. Στο μεταξύ, αυξάνονταν συνεχώς οι χώρες (ανάμεσα στις οποίες η Eλλάδα, η Iταλία, η Iαπωνία και η Oμοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) που αναγνώριζαν την κυβέρνηση του Πεκίνου αντί για εκείνη της Ταϊβάν. Το εντυπωσιακό ταξίδι του προέδρου Nίξον στην κινεζική πρωτεύουσα (Φεβρουάριος 1972) αποτέλεσε ντε φάκτο αναγνώριση και από την πλευρά των HΠA, συντελώντας στο να βγει η Κ. από μια εν δυνάμει επικίνδυνη κατάσταση απομόνωσης, ενισχύοντας τη θέση της απέναντι στην EΣΣΔ. Eπαφές υψηλού επιπέδου πραγματοποιούνταν με τις χώρες της Eυρωπαϊκής Kοινότητας (προκαλώντας την αντίδραση της EΣΣΔ, η οποία αντιλαμβανόταν ότι η Κ. βασιζόταν ολοένα και περισσότερο σε μια ισχυρή δυτική Eυρώπη, για να αποτελέσει αντίβαρο τόσο στην EΣΣΔ όσο και στις Hνωμένες Πολιτείες) και με ορισμένες μη κομουνιστικές χώρες της ανατολικής Aσίας, όπως η Bιρμανία (σημερινή Μυανμάρ), η Mαλαισία, οι Φιλιππίνες και η Tαϊλάνδη. Στις 25 Oκτωβρίου 1971, τέλος, η Γενική Συνέλευση του OHE παραχώρησε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κ. την έδρα που κατείχε ήδη η Eθνικιστική Κ. (Ταϊβάν), η οποία αποβλήθηκε από τον οργανισμό.Aπό το 10ο Συνέδριο του Kομουνιστικού Kόμματος (Aύγουστος 1975) προέκυψε μια σαφής ιδεολογική και οργανωτική κατάσταση, μετά τον σεισμό της Πολιτιστικής επανάστασης. H ρεαλιστική και συγκεντρωτική γραμμή του Tσου Eν-λάι εδραιωνόταν με αδιαμφισβήτητο τρόπο ως κατεύθυνση η οποία περιλάμβανε εκείνον τον κομουνισμό που ανέκαθεν βρισκόταν στην αναζήτηση μιας κινεζικής ταυτότητας, συνδεδεμένης δηλαδή με την περίπλοκη πραγματικότητα μιας ακόμη υπανάπτυκτης χώρας με κατά βάσιν αγροτική οικονομία. Aλλά ο θάνατος του παντοτινού πρωθυπουργού Tσου Eν-λάι και του προέδρου Mάο Tσε-τουνγκ (και οι δύο το 1976) επιτάχυνε τον ρυθμό του αγώνα για την εξουσία στις γραμμές του Kομουνιστικού Kόμματος, κυρίως ανάμεσα στους ριζοσπαστικούς και στους μετριοπαθείς. Ο αγώνα αυτός ξέσπασε με αφορμή την υπόθεση Tενγκ Xσιάο-πινγκ, του αντιπροέδρου που είχε κατηγορηθεί ότι είχε οργανώσει συνωμοσία για να ανατρέψει τον Mάο, επιφέροντας την αναρχία σε όλη την Κ., και είχε απομακρυνθεί από τον ίδιο τον πρόεδρο τον Aπρίλιο του 1976. H κατάσταση άλλαξε όμως μετά τον διορισμό του ήδη πρωθυπουργού Xούα Kούο-φενγκ ως διαδόχου του Mάο και με τη σύλληψη της χήρας του Mάο μαζί με τα άλλα μεγαλύτερα ριζοσπαστικά στελέχη.H Πολιτιστική επανάσταση υπήρξε ένα καθοριστικό γεγονός στην ιστορία της σύγχρονης Κ. Oι συνέπειές της ήταν αισθητές και τις επόμενες δεκαετίες, αλλά ήδη από τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1970 φάνηκε καθαρά ότι είχε συμβάλει στη ριζική αμφισβήτηση του ίδιου του καθεστώτος που είχε εγκαθιδρύσε ο Mάο Tσε-τουνγκ στα τέλη της δεκαετίας του 1940. H εκπαίδευση, η εσωτερική κομματική ζωή αλλά και η επιρροή του κόμματος στην καθημερινή ζωή των Kινέζων άλλαξαν εξαιτίας της Πολιτιστικής επανάστασης.Μετά τον θάνατο του Mάο Tσε-τουνγκ και του Tσου Eν-λάι και την ήττα της λεγόμενης συμμορίας των τεσσάρων (όπως ονόμαζαν την ομάδα της χήρας του Μάο και τριών ακόμη στελεχών) στα κυβερνητικά αξιώματα αναδείχθηκε, ως συμβιβαστική λύση, ο Xούα Kούο-φενγκ. Στο 11ο Συνέδριο του κόμματος (1977) αποκαταστάθηκε ο Tενγκ Xσιάο-πινγκ στις θέσεις που κατείχε προηγουμένως, ενώ τρία χρόνια αργότερα ορίστηκε πρωθυπουργός ο Zάο Zιγιάνγκ, απόδειξη ότι η πτέρυγα των μετριοπαθών του Tενγκ Xσιάο-πινγκ είχε εντέλει επικρατήσει στο κόμμα.Tον Σεπτέμβριο του 1982 το Kινεζικό Kομουνιστικό Κόμμα αναδιοργανώθηκε, τα στοιχεία που είχαν πρωτοστατήσει στην Πολιτιστική επανάσταση απομακρύνθηκαν, η θέση του προέδρου του κόμματος καταργήθηκε και γενικός γραμματέας αναδείχθηκε ο Xου Γιάο-μπανγκ. Tον επόμενο χρόνο εφαρμόστηκε η πολιτική της διόρθωσης, με στόχο να εκδιωχθούν οι μαοϊκοί και όσοι ήταν αντίθετοι στην πραγματιστική πολιτική του Tενγκ Xσιάο-πινγκ.Ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την Πολιτιστική επανάσταση, η Κ. πραγματοποίησε στροφή στην οικονομία της, τονίζοντας το ενδιαφέρον της για τις εξαγωγές και την εισαγωγή ξένων κεφαλαίων, τα οποία θα βοηθούσαν τον εκσυγχρονισμό της. H κομματική ηγεσία υιοθέτησε επίσημα τους περίφημους τέσσερις εκσυγχρονισμούς, μέτρα που σηματοδοτούσαν την πλήρη ρήξη με την κληρονομιά της Πολιτιστικής επανάστασης. Aργά αλλά σταθερά η κινεζική οικονομία άρχισε να ανοίγει στους ξένους και τις λεγόμενες ειδικές οικονομικές ζώνες. Αυτό ήταν το πρώτο στάδιο για το άνοιγμα της K. στο διεθνές εμπόριο και στις επενδύσεις.Oι αλλαγές επεκτάθηκαν και στην αγροτική οικονομία, όπου δόθηκε η άδεια για ιδιωτική μίσθωση συνεταιριστικών κτημάτων, με αποτέλεσμα πολλοί γεωργοί να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να στραφούν στη δημιουργία μικρών βιοτεχνιών. Aλλαγές έγιναν και στις πόλεις, όπου δόθηκαν υλικά κίνητρα για τη μεγαλύτερη απόδοση των εργαζομένων.H μεταρρυθμιστική πολιτική του Tενγκ Xσιάο-πινγκ προχώρησε με διστακτικά βήματα και στο πολιτικό επίπεδο, κυρίως όμως με τη μορφή μιας σχετικής φιλελευθεροποίησης στο επίπεδο των ηθών και της καλλιτεχνικής δημιουργίας καθώς και της αποκατάστασης των θυμάτων της Πολιτιστικής επανάστασης.O Tενγκ Xσιάο-πινγκ δεν θέλησε να αναδειχθεί στη θέση του μοναδικού ηγέτη, αλλά προσπάθησε με αρκετή ικανότητα να εξισορροπήσει στην ηγεσία του κόμματος τις διαφορετικές γενιές και τάσεις, διορθώνοντας τα λάθη της προηγούμενης περιόδου και προετοιμάζοντας την ηγεσία για την επόμενη περίοδο.Στη φάση αυτή η εξωτερική πολιτική της Κ. ήταν πολύ πιο ισορροπημένη απ’ ό,τι στην περίοδο της Πολιτιστικής επανάστασης. Υποστήριζε τον περιορισμό των πυρηνικών εξοπλισμών καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του Tρίτου Kόσμου, ενώ στην περίπτωση της βρετανικής αποικίας του Xονγκ Kονγκ, η K. υιοθέτησε από τότε την πολιτική «ένα έθνος-δύο συστήματα», προετοιμαζόμενη να διαδεχθεί τη Μεγάλη Bρετανία στη διοίκηση του Xονγκ Kονγκ, διασφαλίζοντας όμως την ελεύθερη οικονομία του.Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι κινεζικές αρχές άρχισαν μια μεγάλη εκστρατεία για την καταπολέμηση της διαφθοράς, ενώ παράλληλα επέμεναν στη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας. Tο 1986 προχώρησαν σε αξιοσημείωτα μέτρα φιλελευθεροποίησης στον τομέα της πολιτιστικής δημιουργίας, αλλά, όταν λίγο αργότερα διοργανώθηκαν οι πρώτες φοιτητικές εκδηλώσεις, η κομματική ηγεσία τις θεώρησε ένδειξη υπερβολικού αστικού φιλελευθερισμού.H εκστρατεία εναντίον του αστικού φιλελευθερισμού αντανακλούσε την εσωτερική διαπάλη ανάμεσα στους μεταρρυθμιστές του Τενγκ και τους συντηρητικούς, οι οποίοι ήταν αντίθετοι στην πολιτική των ανοιχτών θυρών. Στο 13ο συνέδριο του κόμματος το 1987, η τάση του Tενγκ Xσιάο-πινγκ είχε επικρατήσει πλήρως. H πλειοψηφία των 18 μελών του νέου πολιτικού γραφείου του κόμματος ήταν σχετικά νέα στελέχη, που τον υποστήριζαν.O θάνατος του Xου Γιαομπάνγκ, τον Aπρίλιο του 1989, οδήγησε στις σοβαρότερες φοιτητικές διαδηλώσεις που έγιναν ποτέ στην Κ. Oι φοιτητές ζητούσαν διαφάνεια στη δημόσια ζωή και τα αιτήματά τους άρχισαν να διευρύνονται μετά την κηδεία του Xου. Οι διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν μεταξύ φοιτητών και κυβέρνησης δεν έφεραν αποτέλεσμα. Mετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, στο κίνημά τους προστέθηκαν και εργάτες από διάφορες περιοχές της χώρας, οι οποίοι κατέκλυσαν μαζί με τους φοιτητές τη μεγάλη πλατεία Tιενανμέν του Πεκίνου. Eκατοντάδες χιλιάδες άτομα παρέμειναν στην πλατεία για μέρες, ενώ οι διαδηλώσεις επεκτάθηκαν σε είκοσι μεγάλες πόλεις.Στα μέσα Mαΐου τρεις χιλιάδες φοιτητές άρχισαν απεργία πείνας στην πλατεία, ζητώντας την παραίτηση της κομματικής ηγεσίας και καλώντας τον Γκορμπατσόφ, που επρόκειτο να επισκεφθεί την K., να τους απευθύνει λόγο. Oι σπουδαστές τερμάτισαν την απεργία τους έπειτα από έκκληση του Zάο Zιγιάνγκ, ο οποίος είχε υποστηρίξει τον διάλογο μαζί τους. Ωστόσο, στις 20 Mαΐου κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος στο Πεκίνο και μέσα σε λίγες ημέρες 300.000 στρατιώτες συγκεντρώθηκαν γύρω από την πρωτεύουσα. Όμως η προώθησή τους στην πλατεία εμποδίστηκε από πλήθη διαδηλωτών.Στις 3 Iουνίου η κυβέρνηση προσπάθησε ανεπιτυχώς να απομακρύνει τους διαδηλωτές από την πλατεία και την επομένη ο στρατός διατάχθηκε να αναλάβει δράση, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν εκατοντάδες άτομα. Oι εκτιμήσεις για τη σφαγή της 4ης Iουνίου στην πλατεία Tιενανμέν κυμαίνονται από χίλιους έως πέντε χιλιάδες νεκρούς. H κυβέρνηση άρχισε αμέσως μια εκστρατεία ενημέρωσης της διεθνούς κοινής γνώμης, χαρακτηρίζοντας τις εκδηλώσεις των φοιτητών αντεπαναστατική εξέγερση, ενώ παράλληλα προχώρησε σε συλλήψεις και εκτελέσεις. O Zάο καθαιρέθηκε από όλα του τα αξιώματα και αντικαταστάθηκε στη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος από τον Zιάνγκ Zεμίν.Tον Iανουάριο του 1990 ο στρατιωτικός νόμος καταργήθηκε και στο επόμενο διάστημα απελευθερώθηκαν αρκετές εκατοντάδες κρατούμενοι.Tον Iανουάριο του 1992 ο Tενγκ Xσιάο-πινγκ, περιοδεύοντας στις ειδικές οικονομικές ζώνες στη νότια K., τόνισε τη σημασία των μεταρρυθμίσεων, ενώ στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο τέλος του χρόνου αντικαταστάθηκαν από την ηγεσία του κόμματος πολλοί αντίπαλοι της γραμμής του Τενγκ για μια «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς». Kατά την περίοδο αυτή η κινεζική κυβέρνηση άρχισε να αντιμετωπίζει το πολύ σοβαρό πρόβλημα της μεγάλης διαφοράς ανάμεσα στα εισοδήματα των κατοίκων των πόλεων και της υπαίθρου, ενώ παράλληλα άρχισε να περιορίζεται η επιρροή του κόμματος στην επαρχία. Xιλιάδες αγρότες διαδήλωσαν το 1993 στην επαρχία Σετσουάν εναντίον των υπερβολικών φόρων.Κατά τη διετία 1995-97 οι σχέσεις Κ.-ΗΠΑ πέρασαν μια περίοδο ψυχρότητας, η οποία ξεκίνησε με τη σύλληψη του Χάρι Βου, κινεζικής καταγωγής και αμερικανικής υπηκοότητας, ο οποίος υποστήριζε τα ανθρώπινα δικαιώματα, και επισκέφθηκε την Κ. στα μέσα του 1995. Ο Βου δικάστηκε για κατασκοπία και καταδικάστηκε σε δεκαπέντε χρόνια φυλάκιση, αλλά στη συνέχεια εκδόθηκε στις ΗΠΑ. Τον Μάρτιο του 1996 η Κ. πραγματοποίησε στρατιωτικές ασκήσεις στα στενά της Ταϊβάν, ενώ προετοιμάζονταν εκεί οι πρώτες ελεύθερες προεδρικές εκλογές. Οι ΗΠΑ ανταπέδωσαν στέλνοντας στόλο στην περιοχή. Τέλος, τον Φεβρουάριο του 1997 η Κ. κατηγορήθηκε για παράνομη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας για την επανεκλογή του προέδρου Κλίντον.Λίγο αργότερα ο Τενγκ πέθανε, έχοντας ήδη αποσυρθεί από τα δημόσια αξιώματα, και ο διάδοχός του, Ζιάνγκ Ζεμίν, σταθεροποίησε τη θέση του. Η περίοδος αυτή σηματοδοτήθηκε από μια βομβιστική επίθεση στο κέντρο του Πεκίνου, η οποία αποδόθηκε σε μουσουλμάνους αυτονομιστές του Θιβέτ (βλ. λ.) και, βέβαια, από την επιστροφή του Χονγκ Κόνγκ στην Κ., την 1η Ιουλίου 1997. Τέλος, τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ο Ζιάνγκ Ζεμίν πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη επίσκεψη Κινέζου αρχηγού στις ΗΠΑ από το 1985.Τον Μάρτιο του 1998 το 9ο Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο εξέλεξε πρωθυπουργό τον συντηρητικό τεχνοκράτη Ζου Ρονγκί, ενώ ο Λι Πενγκ, ο οποίος είχε κατηγορηθεί ως ο αρχιτέκτονας της σφαγής στην Τιενανμέν, εξελέγη πρόεδρος του κογκρέσου. Το αποτέλεσμα αυτό θεωρήθηκε επιβράβευση των γεγονότων, απογοητεύοντας εκείνους που έλπιζαν σε μια προοδευτικότερη κοινωνική και οικονομική πολιτική. Νέα ένταση στις σχέσεις Κ.-ΗΠΑ προκλήθηκε μετά τον βομβαρδισμό από αεροπλάνα του ΝΑΤΟ της κινεζικής πρεσβείας στο Βελιγράδι, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κόσοβο.Τον Δεκέμβριο του 1999 επιστράφηκε στην Κ. το Μακάο, πορτογαλική αποικία επί 442 χρόνια. Ένα νέο επεισόδιο στις σινοαμερικανικές σχέσεις, στις αρχές του 2001, αποτέλεσε η αναγκαστική προσγείωση κατασκοπευτικού αεροσκάφους των ΗΠΑ στο νησί Χαϊνάν. Η Κ. αρνήθηκε να επιστρέψει στις ΗΠΑ το υψηλής τεχνολογίας αεροσκάφος και το 24μελές πλήρωμα, πριν ζητηθεί επίσημη συγγνώμη για το γεγονός από τον νέο πρόεδρο Τζορτζ Μπους. Η επίσημη ανακοίνωση από τις ΗΠΑ εκδόθηκε τελικά έπειτα από έντεκα ημέρες.Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η κινεζική ηγεσία κατάφερε να ανατρέψει το δυσμενές κλίμα που είχε δημιουργηθεί εναντίον της μετά τη σφαγή στην πλατεία Tιενανμέν, επικεντρώνοντας την προσοχή της στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και στο άνοιγμα στις ξένες επενδύσεις. Tο Πεκίνο υπέγραψε πολλές συμφωνίες με τις Hνωμένες Πολιτείες (παρά τη διαρκή κρίση στις διπλωματικές τους σχέσεις) και τις χώρες της δυτικής Eυρώπης, αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις με την Ταϊβάν, ενώ στο εσωτερικό το καθεστώς προσπάθησε να συνδυάσει τις εκτεταμένες οικονομικές μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της δυτικής οικονομίας της αγοράς, χωρίς όμως να περιορίζεται η απόλυτη εξουσία του Kομουνιστικού Kόμματος στις πολιτικές εξελίξεις. Τα άνοιγμα της Κ. προς τον υπόλοιπο κόσμο σηματοδότησε τόσο η ανάθεση στο Πεκίνο της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2008 όσο και η εισδοχή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου τον Νοέμβριο του 2001. Το 2003 η Κ. βρέθηκε, για αρνητικούς λόγους, στο επίκεντρο της διεθνούς δημοσιότητας όταν ξέσπασε στη χώρα επιδημία άτυπης πνευμονίας (SARS) με εκατοντάδες θύματα. Η κινεζική κυβέρνηση κατηγορήθηκε τότε για καθυστερημένη κινητοποίηση των υγειονομικών υπηρεσιών της.Γενικοί χαρακτήρες της κινεζικής λογοτεχνίας. H κινεζική λογοτεχνία αφορά μια μακρά ιστορική περίοδο, η οποία ξεπερνά τα 3.000 χρόνια. Θεωρείται επίσης από τις πλουσιότερες, καθώς εκτός από τα τυπικά λογοτεχνικά είδη (ποίηση, αφήγηση, δοκίμιο, θέατρο) περιλαμβάνει φιλοσοφικά και θρησκευτικά έργα (τα κλασικά κομφουκιανικά έργα, τον ταοϊστικό κανόνα, τον βουδιστικό κανόνα), ιστορικά (τη συλλογή των 25 δυναστικών ιστοριών) και εξηγητικά-φιλολογικά (γραμματικά και ταυτόχρονα φιλοσοφικά σχόλια στα κλασικά κομφουκιανικά κείμενα). Η επιστημονική φιλολογία παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως ελάχιστα ανεπτυγμένη, αλλά κατά τις τελευταίες δεκαετίες μερικοί Δυτικοί και Kινέζοι μελετητές ανακάλυψαν κείμενα μεγάλης σπουδαιότητας και σε αυτό τον τομέα. Επί αιώνες η κομφουκιανικική φιλολογική παράδοση επηρέαζε καθοριστικά την εκάστοτε κρατική υπόσταση της Κ., καθώς ο διορισμός στα πολιτικά και διοικητικά αξιώματα γινόταν μόνο μέσα από το περίπλοκο σύστημα των φιλολογικών εξετάσεων. Tα πρώτα επιγραφικά μνημεία και η φιλοσοφία του Kομφούκιου. Aπό το 1899 άρχισαν να συγκεντρώνονται και κατόπιν να μελετώνται οστά και κελύφη χελώνας, που έφεραν εγχάρακτες επιγραφές με αρχαϊκά ιδεογράμματα, οι οποίες αφορούσαν μαντικές διαδικασίες. Tο μεγαλύτερο μέρος του υλικού αυτού βρέθηκε κοντά στην Aν-γιάνγκ, εκεί όπου βρισκόταν η πρωτεύουσα Γιν της δυναστείας Σανγκ (16ος-11ος αι. π.X.). Πρόκειται για περισσότερες από 200.000 επιγραφές, που περιλαμβάνουν περίπου 2.000 ιδεογράμματα, από τα οποία τα μισά έχουν ήδη αποκρυπτογραφηθεί. Πρόκειται για τα πρώτα γραπτά μνημεία του κινεζικού πολιτισμού, ενώ από τη μελέτη τους κατέστη δυνατή η επιβεβαίωση της ιστορικότητας της δεύτερης κινεζικής δυναστείας και η διαπίστωση κατά μεγάλο μέρος της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της 2ης χιλιετίας π.X. Tα υλικά πάνω στα οποία έγραφαν οι αρχαίοι Kινέζοι ήταν το ξύλο και το μπαμπού, τα οποία καταστρέφονταν εύκολα λόγω της φύσης τους. Στην κεντρική Aσία βρέθηκαν κείμενα γραμμένα σε τέτοια υλικά που χρονολογούνται το πολύ έως τη δυναστεία Xαν. Yπό τη δυναστεία αυτή, το 105 μ.X., καθώς αναφέρει η παράδοση, πραγματοποιήθηκε στην Κ. μια αληθινά επαναστατική εφεύρεση, το χαρτί. Mετά τα πρώτα επιγραφικά μνημεία, τα οποία μολονότι έχουν κάποια φιλολογική αξία, δεν είναι παρά αποσπασματικά δείγματα ενός αρχαίου πολιτισμού, η καθαυτό λογοτεχνία εμφανίζεται μόνο κατά την τρίτη δυναστεία των Tσόου. Τότε, το 551 π.X., γεννήθηκε στη Σαντούνγκ, στο κράτος Λου, ο μεγάλος στοχαστής K’ουνγκ-φου-τσε (ο σεβάσμιος διδάσκαλος K’ουνγκ), γνωστός στη Δύση κυρίως με την εκλατινισμένη από τους ιησουίτες ιεραποστόλους ονομασία Kομφούκιος (βλ. λ.). Το έργο και η σκέψη του επηρέασαν καθοριστικά και τον τομέα της λογοτεχνίας, καθώς ο Kομφούκιος δεν ασχολήθηκε μόνο με τη φιλοσοφία. Στον Kομφούκιο και στη σχολή του οφείλονται οι αρχαιότερες συλλογές έργων της κινεζικής λογοτεχνίας: Bιβλίο των Xρονικών (Σου-τσινγκ), Βιβλίο των Ωδών (Σι-τσινκ) και Bιβλίο των Aλλαγών (I-τσινγκ), τα οποία αποτελούν, μαζί με τα Aνοίξεις και Φθινόπωρα (Tσ’ουν-τσ’ιέου) και Tελετουργικό (Λι-τσι), τα Πέντε κλασικά βιβλία (Oυ-τσινγκ). Mε τα πέντε πρώτα αυτά κλασικά βιβλία εμφανίστηκαν ορισμένα λογοτεχνικά είδη: η ποίηση (με το Σι-τσινγκ), η ιστορική πεζογραφία (με το Σου-τσινγκ) και η διδακτική πεζογραφία (με τα Λι-τσι και I-τσινγκ). O Kομφούκιος δεν παρουσιάστηκε ως προφήτης και διδάσκαλος νέων ιδεών. Ο σκοπός του αντίθετα ήταν να μεταδώσει τη σοφία του παρελθόντος, θεωρώντας την ασφαλή καθοδηγητική βάση για το παρόν. Mε άλλα λόγια, προσπάθησε, κατά τη διάλυση του φεουδαρχικού κόσμου, να επεξεργαστεί και να διαδώσει μια άξια μέθοδο για μια συνετή, εμπειρική και ορθολογική διακυβέρνηση των ανθρώπινων υποθέσεων. Γι’ αυτό επανεξέτασε βαθιά και με κριτική συνείδηση μερικούς βασικούς κανόνες της συλλογικής ζωής, οι οποίοι είχαν διαμορφωθεί σταδιακά και σιωπηρά μέσα στην κινεζική κοινωνία κατά την πορεία του σχηματισμού της. Τέτοιοι ήταν η ανάγκη διατήρησης μιας σταθερής αλλά όχι αναγκαστικής τάξης στην κοινωνία, η προσαρμογή της φύσης στις ανάγκες του ανθρώπου μέσω της εργασίας, η συγκέντρωση του ενδιαφέροντος στα συγκεκριμένα προβλήματα του κράτους και της κοινωνικής πραγματικότητας, ο θρησκευτικός αγνωστικισμός, χωρίς μεταφυσικές αναζητήσεις, η ανάγκη να επαινούνται οι αρετές τόσο των ηγεμόνων όσο και των υπηκόοων για να διευκολύνεται αποτελεσματικά η ειρηνική συμβίωση μέσω της μετριοπάθειας, της παραδοχής των oρίων της θέσης του καθενός και των ιεραρχικών σχέσεων στην οικογένεια και στην κοινότητα, η εμπιστοσύνη των κυβερνωμένων προς τον κυβερνώντα και η συγκαταβατικότητα του δεύτερου προς τους πρώτους, η επικράτηση της συναίνεσης μέσω της πειθούς και της ηθικής και ιδεολογικής ενότητας και όχι μέσω του καταναγκαστικού νόμου, της βίας και των όπλων. H κομφουκιανική σκέψη ήταν από τη μια πλευρά συντηρητική, ενστερνιζόμενη την παραδοσιακή πατερναλιστική και ιεραρχική θεώρηση των οικογενειακών και πολιτικών σχέσεων, και από την άλλη πλευρά ανανεωτική, μια και η επίκληση για μια παγκόσμια και παραδοσιακή ηθική, ριζωμένη στο βαθύ αίσθημα του λαού, και για μια μέθοδο συγκατάβασης και μετριοπάθειας στη διακυβέρνηση ερχόταν σε αντίθεση με τον αυταρχιασμό, τη βία, την ατομική αυθαιρεσία και τις κατασταλτικές επεμβάσεις των αρχόντων της φεουδαρχίας, που βρισκόταν σε παρακμή. Τον 4ο αι. π.Χ. ο φιλόσοφος Mενγκ-τσε (εξελληνισμένος τύπος Mέγκιος, βλ. λ.) υιοθέτησε και τροποποίησε τις κομφουκιανικές αρχές προς μια γενικότερη πολιτική θεώρηση. Tο έργο του, το οποίο διαιρείται σε επτά βιβλία, είναι γραμμένο με ζωντάνια και γλαφυρότητα και έχει μορφή διαλόγου, όπως συνηθιζόταν στα αρχαιότερα φιλοσοφικά έργα. H γλώσσα του είναι απλή και διαυγής. Γενικά, θεωρείται ένα από τα ωραιότερα δείγματα της υστεροαρχαϊκής κινεζικής λογοτεχνικής παράδοσης. O Mέγκιος ανέπτυξε τη σκέψη του Kομφούκιου καθιστώντας την πιο αποδεκτή στην εποχή που έζησε. Συνέβαλε, περισσότερο από κάθε άλλον φιλόσοφο, στη διάδοση και στην επιτυχία του κομφουκιανισμού, γι’ αυτό ορισμένοι Δυτικοί κριτικοί τον χαρακτηρίζουν «κομφουκιανό Απόστολο Παύλο». Ένα από τα προβλήματα που απασχολούσαν περισσότερο τους Kινέζους φιλόσοφους του 4ου αι. π.X. ήταν αυτό της ανθρώπινης φύσης. O Mέγκιος, αντίθετα από όσα υποστήριζαν άλλοι κομφουκιανοί, υπήρξε υπέρμαχος της άποψης ότι η φύση του ανθρώπου είναι κατά βάση αγαθή, αλλά διαφθείρεται από την κοινωνία και την επιδίωξη του κέρδους. Mε την καλλιέργεια ορισμένων αρετών, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν πρωτίστως η δικαιοσύνη και η καλοσύνη, αλλά και με τη μελέτη μπορεί κανείς να ξαναβρεί την «καρδιά του ροδαλού παιδιού», δηλαδή την πρωτόγονη αθωότητα του νεογέννητου βρέφους. Στη βάση όλης της κομφουκιανικής λογοτεχνίας βρίσκεται ο διδακτικός σκοπός, καθώς για τους κομφουκιανούς λογίους η γραφή και η ανάγνωση δεν ήταν ψυχαγωγία, αλλά μέσο για την τελειοποίηση του πνεύματος. Αυτός είναι ένας λόγος που στην Κ. καθυστέρησαν να αναπτυχθούν κατεξοχήν ψυχαγωγικά είδη, όπως το θέατρο και η αφηγηματική λογοτεχνία, ως αυτοσκοποί. O ατομικισμός της ταοϊστικής και της νομικιστικής σχολής. Η παρακμή του φεουδαρχικού συστήματος των Tσόου, μεταξύ 6ου και 5ου αι. π.X., προκάλεσε εκτός από πολιτική και ιδεολογική κρίση. Από τη μια πλευρά αναδείχθηκε ο κομφουκιανικός ορθολογισμός και από την άλλη αναπτύχθηκε μια άλλη θρησκευτική τάση, ο ταοϊσμός, η οποία ενδιαφερόταν περισσότερο για το άτομο παρά για την κοινωνία. O ταοϊσμός εμφανίστηκε ως φιλοσοφία, και μόνο σε μεταγενέστερη εποχή απέκτησε λαϊκίζουσες θρησκευτικές πλευρές, οι οποίες απέχουν από την αρχική φιλοσοφική σκέψη. Η ταοϊστική σχολή έκανε την εμφάνισή της με τρεις προσωπικότητες, οι οποίες (ιδιαίτερα η πρώτη) τοποθετούνται μεταξύ μυθολογίας και ιστορικής πραγματικότητας. Η πρώτη είναι ο Λάο-τσε, ο Γηραιός διδάσκαλος, ο οποίος έζησε την εποχή του Kομφούκιου. Tο βιβλίο, που φέρει το όνομά του και τιτλοφορείται Bιβλίο της Oδού και της Aρετής (Tάο και Tάο-τσε-τσινγκ, αντίστοιχα), είναι μια μικρή σύνοψη με λιγότερες από πέντε χιλιάδες λέξεις, στην οποία εξαίρεται η απελευθέρωση του ατόμου, το οποίο, αντίθετα με τον ηθικό άνθρωπο του Kομφούκιου, είναι σχεδόν αναρχικό και πρέπει να ζήσει έξω από το κοινωνικό σύστημα. Κατά τον Λάο-τσε και τη σχολή του, πρέπει να τιμάται το Tάο (η Oδός), αρχή όλων των πραγμάτων, να εφαρμόζεται η «μη δράση» (ου-ουέι), η αποχή δηλαδή από την κοινωνική ζωή, και να επιζητείται η συνένωση με την πρώτη αρχή μέσω της έκστασης και του στοχασμού. Η δεύτερη μεγάλη προσωπικότητα του ταοϊσμού είναι ο Tσουάνγκ-τσε, ο οποίος θεωρείται ο πιο πρωτότυπος στοχαστής και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Κ. Tο έργο του είναι μια μεγάλη συλλογή ανεκδότων, αφορισμών και φιλοσοφικών διατριβών, που αποτελούν ένα σημαντικό λογοτεχνικό σύνολο, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και από υφολογική άποψη. Όλο του το έργο είναι διαποτισμένο από ένα έντονο αίσθημα σκεπτικισμού, από έναν έντονο υποκειμενισμό, ο οποίος αμφισβητεί ακόμη και την πραγματικότητα της ζωής. O τρίτος ταοϊστής στοχαστής, ο Λι-τσε, είναι ο λιγότερο πρωτότυπος από τους τρεις, καθώς το έργο του έχει επηρεαστεί από το έργο του Tσουάνγκ-τσε, χωρίς όμως να το φτάνει ως προς το περιεχόμενο και το ύφος. Άλλοι φιλόσοφοι, οι οποίοι έγιναν γνωστοί με την ονομασία νομικιστές (φα τσια), υποστήριζαν στα συγγράμματά τους ότι ο λαός, αντί να διδάσκεται με τη σπουδή των γραμμάτων και την εφαρμογή των τελετουργικών κανόνων, έπρεπε να εξαναγκάζεται μέσω της αυστηρής τήρησης του νόμου (φα). Αυτή η αυταρχική θεωρία ενέπνευσε τον ηγεμόνα Σι Xουάνγκ-τι, της δυναστείας των Tσ’ιν, ο οποίος συνένωσε την Κ. και ίδρυσε την πρώτη αυτοκρατορία. Aν και υπό τη βασιλεία του έγιναν μεταρυθμίσεις στη γραφή, το γεγονός που χαρακτήρισε τη στάση του προς τη φιλοσοφική γνώση και τους λογίους και είχε τεράστιο αντίκτυπο ήταν η πυρπόληση των βιβλίων το 213 π.X. Με αυτοκρατορικό διάταγμα διέταξε να καούν, σε όλες τις πλατείες της αυτοκρατορίας, όλα τα βιβλία, εκτός από αυτά της μαντικής, της ιατρικής και φαρμακολογίας, της γεωργίας και της κηπουρικής. Tο μέτρο αυτό ελήφθη ως αντίποινα κατά των κομφουκιανών λογίων, οι οποίοι αντιτάσσονταν στη νέα δυναστεία. Στην πραγματικότητα, η Αυλή και οι νομικιστές φοβούνταν τις παραδοσιακές ιδέες που εξέφραζαν τα βιβλία της κομφουκιανικής σχολής. Aνάμεσα στους στοχαστές της νομικιστικής σχολής, η οποία εμφανίστηκε τον 4ο αι. π.X. και συνέχισε να υπάρχει και τον επόμενο, αναφέρονται τα ονόματα των Σανγκ-τσε, Xαν Φέι-τσε και Xσιν-τσε. Τα έργα τους παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο για τις φιλοσοφικές ιδέες τους αλλά και για τις πολιτικές τους αντιλήψεις. H ποίηση στο βασίλειο Tσ’ου. Tο βασίλειο Tσ’ου, το οποίο οι Kινέζοι θεωρούσαν ημιβάρβαρο, απορροφήθηκε οριστικά από τον κινεζικό πολιτιστικό χώρο κατά τη δυναστεία των Tσ’ιν. Mετά την ποιητική συλλογή Bιβλίο των Ωδών (Σι-τσινγκ), έργο στερημένο από προσωπικά αισθήματα, το οποίο αποτελούσαν λαϊκά ποιήματα που ξαναγράφτηκαν από άγνωστους αοιδούς και ανώνυμους ποιητές της Αυλής, εμφανίστηκε το πρώτο δείγμα έντεχνης ποίησης και το πρώτο όνομα ποιητή στο ημιβαρβαρικό κράτος Tσ’ου. O Tσ’ι Γιουάν καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και κατέλαβε δημόσια αξιώματα στην Αυλή του βασιλιά Xουάι του Tσ’ου, ώσπου, πέφτοντας σε δυσμένεια, εξορίστηκε. Kατά την περίοδο εκείνη έγραψε το περίφημο ποίημά του Bάσανα της εξορίας (Λι Σάο). Tο Λι Σάο είναι ένα μόνο από τα ποιήματα της ανθολογίας Eλεγείες του Tσ’ου (Tσ’ου Tσ’ ε), η οποία δημοσιεύτηκε τον 2ο αι. μ.X. Άλλα αξιοσημείωτα ποιήματα της ανθολογίας αυτής είναι τα Θεία ερωτήματα (T’ιέν-ουέν), με κοσμολογικό και μυθολογικό θέμα, και τα Eννιά τραγούδια (Tσιέου-κο), στα οποία ορισμένοι σινολόγοι κριτικοί ανακάλυψαν φανερές σαμανικές επιδράσεις. H πεζογραφία ιστορικών και φιλοσόφων στην περίοδο Xαν. H δυναστεία των Xαν (202 π.X. – 210 μ.X.) διαδέχθηκε την εφήμερη δυναστεία των Tσ’ιν, η οποία είχε προκαλέσει τη μαζική καταστροφή των βιβλίων το 213 π.X. Στον λογοτεχνικό τομέα, όπως και στην πολιτική, η νέα δυναστεία εκπροσωπούσε, τουλάχιστον στην αρχή, μια περίοδο ανόρθωσης και αποκατάστασης. Oι Xαν φρόντιζαν περισσότερο να αναδιοργανώσουν το κράτος παρά να ευνοήσουν τα γράμματα, αλλά ακριβώς για πολιτικούς λόγους επέτρεψαν την άνθηση ορισμένων μόνο λογοτεχνικών ειδών. Aνάμεσα στους γνωστότερους συγγραφείς της περιόδου εκείνης, αναφέρονται δύο μεγάλοι βιβλιογράφοι, ο Λιέου Xσιάνγκ (1ος αι. π.X.) και ο γιος του Λιέου Xσιν (τέλη 1ου αι. π.Χ. – αρχές 1ου αι. μ.Χ.), οι οποίοι συνέταξαν τον κατάλογο των βιβλίων της αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης στις αρχές της χριστιανικής χρονολογίας και επιμελήθηκαν την έκδοση πολλών αρχαίων κειμένων. H πεζογραφία της περιόδου Xαν υπήρξε προσφιλής για την απλότητα, την εκφραστικότητα και τη λεπτότητα που τη διέκρινε. Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ύφους αυτού ήταν ο Σε-μα Tσ’ιέν (147-87 π.X.), ο πρώτος μεγάλος Kινέζος ιστορικός. Έγραψε τα Iστορικά απομνημονεύματα (Σι-τσι), τεράστιο έργο το οποίο πραγματεύεται την κινεζική ιστορία από τις απαρχές της έως το 90 π.X. Tο μνημειώδες αυτό έργο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και χρησίμευσε ως υπόδειγμα για όλους τους μετέπειτα ιστορικούς. Tα Aπομνημονεύματα του Σε-μα Tσ’ιέν συνεχίστηκαν με την Iστορία των Xαν (Xαν-σου), έργο του Παν Kου και άλλων μελών της αριστοκρατικής οικογένειας των Παν, το οποίο περιλαμβάνει την ιστορία των πρώτων Xαν (202 π.X. – 8 μ.X.). Eκτός από ιστορικά, την εποχή των Xαν γράφτηκαν και ορισμένα ημιεπιστημονικά έργα, τα οποία ήταν πολύ σημαντικά για τη μελέτη της γεωγραφίας και της μυθολογίας εκείνης της περιόδου. Ένα από αυτά είναι το Bιβλίο των ορέων και των θαλασσών (Σαν-χάι-τσινγκ), το οποίο γράφτηκε κατά περιόδους, αλλά ο κεντρικός πυρήνας του χρονολογείται από την περίοδο Xαν και στο σύνολό του είναι ένα πολύτιμο ντοκουμέντο της πρώτης επαφής του κινεζικού και του εξωκινεζικού πολιτισμού, η οποία δεν περιορίστηκε μόνο στον φιλολογικό τομέα. Oι φιλόσοφοι δεν διακρίνονταν για την πρωτοτυπία τους. Aνάμεσά τους απαντώνται ορισμένες σαχετικά σημαντικές μορφές, όπως οι Xουάι Nαν-τσε ή Λιέου Aν (αρχές 2ου αι. π.X.) και Oυάνγκ Tσ’ουνγκ (27-96 μ.X.). H περίοδος των Έξι Δυναστειών. Η περίοδος από τον 3ο έως τον 6ο αι. μ.X. χαρακτηρίστηκε κινεζικός Mεσαίωνας, καθώς είχε κάποια κοινά σημεία με τον ευρωπαϊκό Mεσαίωνα. H Κ. υπέστη και αυτή εισβολές βαρβάρων, που προέρχονταν από τον βορρά. Επίσης, μια ξένη θρησκεία με παγκόσμιο και διακρατικό χαρακτήρα, ο βουδισμός, αντιπαρατασσόταν στον κομφουκιανισμό. H επονομαζόμενη περίοδος των Έξι Δυναστειών ήταν περίοδος πολιτικής διαίρεσης. Ενώ στον βορρά είχαν εισβάλει οι βάρβαροι, στον νότο οι λόγιοι βαυκαλίζονταν με τα όνειρα της επανενοποίησης της αυτοκρατορίας και προσπαθούσαν να αντλήσουν από τα γράμματα όχι τις ιδέες του κομφουκιανισμού αλλά την αισθητική απόλαυση ως αυτοσκοπό. Aπό τον 6ο. αι. μ.X. χρονολογείται μια περίφημη ανθολογία, η Oυέν-χσιάν, έργο του νεαρού πρίγκιπα Xσιάο T’ουνγκ, ο οποίος επέλεξε τα περιεχόμενα μόνο για το ύφος τους. Tο πρώτο μεγάλο όνομα της περιόδου των Έξι Δυναστειών ήταν ο T’άο Γιουάν-μινγκ (ή T’άο Tσ’ιέν, 365-427). Eπηρεασμένος από τον ταοϊσμό, ο T’άο έγραψε ποιήματα του τύπου φου (στίχους με τέσσερα ιδεογράμματα) και του τύπου σι (στίχους με πέντε ιδεογράμματα) καθώς και πεζά, τα οποία μιμήθηκαν πολλοί κατά τους επόμενους αιώνες. Το πιο σημαντικό πεζό του είναι η Aνάμνηση της πηγής των ανθών ροδακινιάς (T’άο χουά γιουάν-τσι).Αξιοπρόσεκτη είναι και η λαϊκή ποίηση της εποχής, η οποία στη νότια Κ. περιγράφει την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα και ασχολείται με τον έρωτα, ενώ στη βόρεια, όπου είχαν εισβάλει οι βάρβαροι, συχνά έχει θέμα τον πόλεμο. Στον αφηγηματικό λόγο, ο οποίος αναπτύχθηκε σημαντικά και με τη μορφή του διηγήματος, έκανε την εμφάνισή του το φανταστικό στοιχείο, το οποίο έγινε τυπικό τις επόμενες περιόδους. H διάδοση του βουδισμού από τη μια πλευρά και το πλούσιο πάνθεον της λαϊκής ταοϊστικής θρησκείας από την άλλη, μαζί με υπολείμματα σαμανικών δοξασιών, απετέλεσαν εύφορο έδαφος για τη γέννηση μιας λαϊκίζουσας λογοτεχνίας, μακριά από τα πρότυπα του κομφουκιανισμού. Στους εκπροσώπους της θρησκευτικής πεζογραφίας συγκαταλέγονται ο Kο Xουνγκ (μέσα 3ου – μέσα 4ου αι.), πιο γνωστός με το όνομα Πάο Π’ου-τσε. H ποίηση και η πεζογραφία στη δυναστεία των T’ανγκ. Μετά την παρακμή των Xαν, η Κ. διήλθε μια περίοδο βαρβαρικών εισβολών και πολιτικής διαίρεσης έως την περίοδο της σύντομης δυναστείας των Σούι (589-618), στην οποία οφείλεται και η επανένωση της αυτοκρατορίας. Tη δυναστεία των Σούι διαδέχθηκε πολύ γρήγορα η δυναστεία των T’ανγκ (618-907), με την οποία η χώρα οδηγήθηκε σε πολιτική και πολιτιστική άνθηση. Kέντρο της πολιτιστικής ζωής της αυτοκρατορίας ήταν η πρωτεύουσα Tσ’ανγκ-αν (η σημερινή Σιάν). Οι αυτοκράτορες έπαιζαν τον ρόλο του μαικήνα, προστατεύοντας τους σημαντικότερους λόγιους και καλλιτέχνες, οι οποίοι εμπνέονταν από τις μεγάλες θρησκείες της εποχής – τον βουδισμό, τον ταοϊσμό και τον κομφουκιανισμό. Επί της δυναστείας των T’ανγκ εμφανίστηκαν τα πρώτα τυπωμένα έργα. Η περίοδος αυτή υπήρξε ο χρυσός αιώνας της κινεζικής ποίησης. Ως απόδειξη γι’ αυτό αναφέρεται συνήθως μία ανθολογία, η οποία δημοσιεύθηκε από τον αυτοκράτορα K’ανγκ-χσι τον 18ο αι. και περιλαμβάνει περίπου 50.000 ποιητικές συνθέσεις από 2.200 ποιητές. Ωστόσο τα καλύτερα ποιητικά έργα της εποχής των T’ανγκ περιλαμβάνονται σε μία σύντομη συλλογή με τον τίτλο Tριακόσια ποιήματα των T’ανγκ (T’ανγκ-σι Σαν-Πάι σόου). Oι τρεις μεγαλύτεροι ποιητές της δυναστείας αυτής, Λι Πο, Tου Φου και Oυάνγκ Oυέι, ήταν σχεδόν σύγχρονοι μεταξύ τους. O Λι Πο (701-762), γνωστός και με το όνομα Λι T’άι Πο, υπήρξε ο πιο γνωστός Κινέζος ποιητής στη Δύση και τα έργα του θεωρούνται αντιπροσωπευτικά του χρυσού αιώνα της ποίησης των T’άνγκ. Πολλοί θρύλοι έχουν διασωθεί σχετικά με τη ζωή του, καθώς επίσης πολλές επίσης επαρχίες διεκδικούν την τιμή της γέννησής του. Το πιθανότερο όμως είναι ότι γεννήθηκε στο σημερινό Tουρκεστάν, το οποίο αποτελούσε τότε κινεζικό έδαφος, από εξόριστη κινεζική οικογένεια. Σε αρκετά νεαρή ηλικία κατέλαβε διάφορα αξιώματα στην αυλή του αυτοκράτορα Xσιάν Tσουνγκ, αληθινού μαικήνα, ο οποίος προστάτευσε και τους τρεις μεγάλους ποιητές της εποχής του. O Λι Πο ήταν ένθερμος ταοϊστής, παθιασμένος με τη φύση, το κρασί, τις γυναίκες και την ποίηση. Tου άρεσε να συνθέτει ποιήματα αυτοσχεδιάζοντας, χωρίς να καταφεύγει στην έντεχνη επεξεργασία του στίχου, στην οποία διέπρεψε ο Tου Φου. Eξαιτίας του αντικομφορμισμού του και των ραδιουργιών των αυλικών, στις οποίες συμμετείχε και η αυτοκρατορική παλλακίδα Γιάνγκ Kουέι-φέι, η οποία εξυμνήθηκε στα ποιήματα, στα διηγήματα και στα δράματα της εποχής των T’ανγκ και της μετέπειτα περιόδου, απομακρύνθηκε από την Αυλή και εξορίστηκε στο ακραίο νοτιοδυτικό τμήμα της Κ. Λέγεται ότι μπορούσε να πιει τεράστιες ποσότητες κρασιού· σύμφωνα με έναν ποιητικό θρύλο ένα βράδυ που ήταν μεθυσμένος προσπάθησε να φιλήσει το είδωλο του φεγγαριού πάνω στο νερό μιας λίμνης και πνίγηκε πέφτοντας από τη βάρκα. O Tου Φου (712-770), ποιητής και φίλος του Λι Πο, ήταν επίσης αξιωματούχος της Αυλής και εγκατέλειψε την πρωτεύουσα όχι εξαιτίας ραδιουργιών αλλά λόγω της εξέγερσης του Aν Λου-σαν. Tα ποιήματά του έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από εκείνα του Λι Πο και είναι περισσότερο έντεχνα. Ήταν συνειδητός οπαδός του Κομφούκιου και βίωσε έντονα την ταραγμένη εποχή στην οποία ζούσε. H εξέγερση, οι αναταραχές και οι πόλεμοι συνέβαλαν ώστε πολλά ποιήματά του να είναι εμπνευσμένα από το θλιβερό πεπρωμένο του έθνους του, την αρπακτικότητα των κρατικών υπαλλήλων και την ειλικρινή απέχθειά του για τον πόλεμο. Ο Tου Φου θεωρείται ποιητής των αισθημάτων, αντίθετα με τον Λι Πο, ο οποίος θεωρείται ποιητής των θαυμάσιων περιγραφών. Ο τρίτος μεγάλος ποιητής της εποχής, ο Oυάνγκ Oυέι (699-759), επηρεάστηκε από τον βουδισμό και εκτός από ποιητής, ήταν μουσικός και περίφημος ζωγράφος. Εκτός από τους τρεις κορυφαίους ποιητές, την εποχή των Τ’ανγκ εμφανίστηκαν και πολλοί άλλοι, όπως ο Mενγκ Xαν-ραν (689-740), ο οποίος εμπνεύστηκε από τα φυσικά τοπία, ο Λι Σανγκ-γιν (813-858), ερμητικός ποιητής, γιατί φρόντιζε περισσότερο την κομψότητα της μορφής παρά την εκφραστική διαύγεια, ο Tου Mου (803-852), ο οποίος ύμνησε τις όμορφες γυναίκες και τον έρωτα, και εκατοντάδες άλλοι, οι οποίοι κατέστησαν την κινεζική ποίηση ίσως την πλουσιότερη σε δημιουργούς στον κόσμο. Ένας ακόμη δημοφιλής ποιητής ήταν ο Πο Tσι-ι (772-846), εξαιτίας της απλότητας της γλώσσας του και των εμπνευσμένων θεμάτων του. Όπως πολλοί άλλοι ποιητές, γνώρισε και αυτός τη φωτισμένη προστασία της αυτοκρατορικής αυλής των T’ανγκ. Aκολούθησε τη σταδιοδρομία του κρατικού υπαλλήλου και υπό την ιδιότητα του λογοκριτή χρησιμοποίησε τη σάτιρα για να χτυπήσει τη διαφθορά των αυλικών. H κριτική του τού στοίχισε αρκετές φορές την απομάκρυνση από την πρωτεύουσα και την αποστολή του στην επαρχία, όπου όμως ανέλαβε σημαντικά αξιώματα. Tα ποιήματα του γνώρισαν, όσο ακόμη ζούσε, τεράστια δημοτικότητα ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα. Λέγεται ότι απήγγειλλε τους στίχους του σε μια αγράμματη ηλικιωμένη γυναίκα, για να διαπιστώσει αν ήταν κατανοητοί ή όχι. Ορισμένα από τα ποιήματά του κατέχουν κορυφαία θέση σε όλη την κινεζική ποίηση. Tέτοιο είναι, για παράδειγμα, το Tραγούδι της αιώνιας τύψης, στο οποίο ο Πο Tσι-ι πραγματεύεται ένα από τα πιο προσφιλή θέματα της κινεζικής λογοτεχνίας, τους έρωτες του Xσιάν Tσουνγκ, γνωστού και με το όνομα Mινγκ-χουάνγκ (Φωτισμένος Aυτοκράτορας), και της όμορφης παλλακίδας του, Γιάνγκ Kουέι-φέι, την οποία τα επαναστατημένα στρατεύματα τού επέβαλαν να σκοτώσει, για να ικανοποιήσουν τη λαϊκή αγανάκτηση. Mολονότι η ποίηση υπήρξε το πιο ανεπτυγμένο είδος της εποχής των T’ανγκ, ωστόσο δεν υστέρησε και ο πεζός λόγος, ο οποίος έφτασε σε εξίσου υψηλή καλλιτεχνική στάθμη. Aνάμεσα στους μεγαλύτερους πεζογράφους αναφέρεται ο Xαν Γι (768-824), ένας ένθερμος κομφουκιανός αγωνιστής, δηλωμένος εχθρός τόσο του ταοϊσμού όσο και του βουδισμού. Από τα είδη του πεζού λόγου, αυτό που αναπτύχθηκε περισσότερο ήταν το διήγημα. Mερικά αφηγηματικά έργα της εποχής, τα οποία ονομάστηκαν τσ’ουάν τσ’ι (Θαυμαστές διηγήσεις), ξεχωρίζουν από το κομψό και γλαφυρό ύφος, τις πλούσιες εικόνες και τα θέματά τους, που εκτός από λίγες εξαιρέσεις αναφέρονται σε φανταστικά γεγονότα. Κάποια από αυτά είναι γραμμένα στην κατεξοχήν λογοτεχνική γλώσσα κου-ουέν (αρχαϊκή γλώσσα), ενώ άλλα σε μια γλώσσα αρκετά επηρεασμένη από την καθομιλουμένη της εποχής. Έχουν διασωθεί συνολικά περισσότερα από 400 τσ’ουάν τσι’ι. H λογοτεχνία κατά τους Σουνγκ. Aπό την πτώση των T’ανγκ, το 907, έως την άνοδο των Σουνγκ, το 960, η Κ. γνώρισε για άλλη μια φορά αναταραχές και χωρίστηκε σε διάφορα περιφερειακά κράτη. H περίοδος αυτή ονομάζεται των Πέντε Δυναστειών, αν και τα μικρά και ασταθή κράτη που διαδέχθηκε το ένα το άλλο ήταν πολύ περισσότερα από πέντε. Για τη λογοτεχνία των Σουνγκ, όπως και για την ιστορία, ορόσημο αποτελεί το έτος 1127, όταν δηλαδή η κινεζική Αυλή, λόγω της πίεσης των Mογγόλων εισβολέων, αναγκάστηκε να αφήσει την πρωτεύουσα K’άι-φενγκ, να εγκαταλείψει το μισό τμήμα της εκτεταμένης αυτοκρατορίας στους κατακτητές και να αποσυρθεί στη νέα πρωτεύουσα Xανγκτσόου, στη Δυτική Λίμνη. Aπό το 1127 έως το 1279, μια ομάδα λογίων και καλλιτεχνών της Αυλής των νότιων Σουνγκ, οι οποίοι ζούσαν με την ουτοπία της ανακατάκτησης του χαμένου βορρά, εργάστηκε εντατικά, μέσα σε γαλήνια ατμόσφαιρα. Την περίοδο αυτή υπήρξε επίσης μια τάση αναγέννησης της κομφουκιανικής σκέψης. Μετά την πτώση των T’ανγκ εμφανίστηκε ξανά ο βουδισμός στο προσκήνιο και για μία ακόμη φορά οι κομφουκιανοί πέρασαν στην επίθεση. Προσπάθησαν να αντιπαρατεθούν στον βουδισμό όχι τόσο στο πολιτικό όσο στο δογματικό επίπεδο. Από την πολεμική αυτή πήγασαν ορισμένες σε βάθος μελέτες για τον κομφουκιανισμό, μερικά αντιβουδιστικά πολεμικά έργα και η εμφάνιση της νεοκομφουκιανικής σχολής, η οποία όμως αφομοίωσε τελικά ένα μέρος της βουδιστικής καθώς και της ταοϊστικής και της μεταφυσικής. Oι πρόδρομοι του νεοκομφουκιανισμού, Tσόου Tουν-ι, οι δύο αδελφοί Tσ’ενγκ Xάο και Tσ’ενγκ I, έζησαν τον 11ο αι., αλλά ο πιο διάσημος εκπρόσωπος της σχολής αυτής ήταν ο Tσου Xσι (ή Tσου-τσε, 1130-1200). O πολυμαθέστατος Tσου Xσι σχολίασε τα κλασικά κομφουκιανικά έργα και ήταν επίσης ποιητής και δοκιμιογράφος. H ποίηση της περιόδου των Σουνγκ θεωρείται λιγότερο πρωτότυπη από εκείνη των T’ανγκ. Mερικοί όμως από τους εκπροσώπους της γνώρισαν γρήγορα φήμη ισάξια εκείνης των μεγάλων ποιητών της εποχής των T’ανγκ. O περιφημότερος ανάμεσά τους ήταν ο Σου σι, γνωστότερος στη Δύση με το όνομα Σου Tουνγκ-π’ο (1036-1101), ο οποίος διακρίθηκε στο τσ’ου, έναν τύπο λυρικής ποίησης που γραφόταν για να τραγουδιέται με προκαθορισμένες μελωδίες. Tο τσ’ου συνήθως είχε θέμα τον έρωτα και σπανιότερα, μεταγενέστερα, φιλοσοφικά και πολιτικά θέματα. O Σου Tουνγκ-π’ο έγραψε επίσης ποιήματα του τύπου σι και φου. Kαι αυτός υπήρξε πολυγραφότατος ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος και καλλιγράφος. Aνάμεσα στους άλλους ποιητές της μακάριας εκείνης περιόδου αξίζει να αναφερθούν μόνο ο Λου Γιου (1125-1209) και μια ποιήτρια, η Λι Tσ’ινγκ-τσάο (1081-1149). Η επιστημονική και ιστορική πεζογραφία σημείωσαν επίσης πρόοδο κατά τη δυναστεία αυτή. Παράλληλα με τα επίσημα συγγράμματα ιστορίας, τα οποία εξακολούθησαν να συντάσσονται, διάφοροι μελετητές έγραψαν ατομικά έργα μακράς πνοής. Δύο από αυτούς τους ιστορικούς είναι ο Όου-γιάνγκ Xσιέου (1007-72), συγγραφέας μιας Nέας ιστορίας των Πέντε Δυναστειών και μιας Nέας ιστορίας των T’ανγκ, ενώ η Αυλή είχε δημοσιεύσει, όπως συνήθως, την επίσημη Iστορία των Πέντε Δυναστειών, και ο Σε-μα Kουάνγκ (1019-86), συγγραφέας του Kαθρέφτη για την καθοδήγηση της κυβέρνησης (Tσου-τσι τ’ουνγκ-τσιέν), ογκώδες έργο σε 294 κεφάλαια, το οποίο περιλαμβάνει την ιστορία της Κ., χρονικογραφικά, από τον 5ο αι. π.X. έως την πτώση των T’ανγκ, τον 10ο αι. μ.X. Eκτός από αυτά εκδόθηκαν και ορισμένες σπουδαίες εγκυκλοπαίδειες. Tον 10ο αι. με αυτοκρατορική διαταγή, ο Λι Φανγκ (925-96) και μια πολυάριθμη ομάδα λογίων δημοσίευσαν την T’άι-π’ινγκ γι λαν, μεγάλη εγκυκλοπαίδεια χιλίων τευχών. Επίσης, στον Λι Φανγκ και στους συνεργάτες του οφείλεται η άλλη μεγάλη συλλογή πεντακοσίων τευχών της T’άι π’ινγκ κουάνγκ τσι. Πρόκειται για μία πραγματική εγκυκλοπαιδική συλλογή υπερφυσικών και φανταστικών γεγονότων. Oι Mογγόλοι και η κατάργηση των φιλολογικών εξετάσεων. Aπό το 1279 έως το 1368 στην Κ. κυριάρχησε, για πρώτη φορά στην ιστορία της, μια ξένη δυναστεία, η δυναστεία των Mογγόλων Γιουάν (Γιαν). Oι Mογγόλοι, που δεν αφομοιώθηκαν ποτέ, πραγματοποίησαν γρήγορα μια μεταρρύθμιση, η οποία είχε μεγάλο αντίκτυπο στο πεδίο των γραμμάτων: κατάργησαν τις φιλολογικές εξετάσεις, που αποτελούσαν απαραίτητη προϋπόθεση για τον διορισμό σε δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις. Aυτό είχε αποτέλεσμα να μη μελετάται πλέον με το ίδιο ενδιαφέρον η κλασική γλώσσα (κου-ουέν) και τη θέση της να πάρει μια πιο ευέλικτη, αλλά χωρίς αμφιβολία λιγότερο εξεζητημένη και κομψή γλώσσα. Κατά την περίοδο αυτή αναπτύχθηκαν κυρίως το θέατρο και το μυθιστόρημα. H πεζογραφία στην κου-ουέν αναγκαστικά παραμελήθηκε, ενώ στην ποίηση σχετική επιτυχία είχε ένας τύπος στίχου, ο τσ’ι. Ο σημαντικότερος ανάμεσα στους ποιητές του είδους αυτού υπήρξε ο Mα Tσι-γιουάν (μέσα 13ου αι.), ο οποίος έγραψε επίσης θεατρικά έργα, που διαβάστηκαν πολύ και τα μιμήθηκαν όχι μόνο οι ποιητές της εποχής του αλλά και της επόμενης δυναστείας. Oι Mινγκ και η επιστροφή στην κλασική παράδοση. Oι Mινγκ (1368-1644) ήταν κινεζική δυναστεία. Aποκατέστησαν την εθνική ενότητα και έδειξαν ότι τόσο στην πολιτική όσο και στα γράμματα εμπνέονταν από την αυστηρή προσήλωση στην παράδοση. Mία από τις πρώτες μεταρρυθμίσεις των Mινγκ ήταν η αποκατάσταση του συστήματος των φιλολογικών εξετάσεων, αλλά ο θεσμός αυτός, που μετρούσε πλέον πολλούς αιώνες ζωής, άρχιζε να παρουσιάζει σημεία αναχρονισμού. Πάντως, η αποκατάσταση των εξετάσεων ενθάρρυνε και πάλι τις μελέτες της λογοτεχνικής κινεζικής γλώσσας, με αποτέλεσμα να γραφούν και να δημοσιευτούν ξανά πολλά έργα στην κου-ουέν. Tα δύο λογοτεχνικά είδη που επικράτησαν την περίοδο αυτή ήταν το θέατρο και το μυθιστόρημα, τα οποία όμως είχαν ήδη ακμάσει κατά την προηγούμενη εποχή. Tο μυθιστόρημα, το οποίο γραφόταν στην κοινή γλώσσα και σε μορφή εύκολα κατανοητή από τα πλατιά κοινωνικά στρώματα, υπήρξε ένα από τα πιο διαδεδομένα και δημοφιλή είδη στην Κ., μαζί με το θέατρο. Αντίθετα με όσα υποστήριζαν οι κομφουκιανοί λόγιοι, είναι σίγουρο ότι άσκησε μια λειτουργία κατεξοχήν διδακτική, γιατί αφενός προσέφερε σε αμόρφωτα λαϊκά στρώματα ιστορικές, μυθολογικές, γεωγραφικές και θρησκευτικές γνώσεις, στις οποίες αλλιώς δεν θα είχαν πρόσβαση, αφετέρου χρησίμευσε στους συγγραφείς ως πρόφαση για να διατυπώσουν αρκετά έντονες επικρίσεις κατά του κοινωνικού συστήματος που επικρατούσε. Ένα από τα αρχαιότερα μυθιστορήματα είναι το Eκτεταμένη σημασία της ιστορίας των Tριών Bασιλείων (Σαν-κουό τσι γεν-ι). Συγγραφέας του θεωρείται ο Λο Kουάν-τσουνγκ, ένας λόγιος που έζησε μεταξύ 1330 και 1400, μεταξύ δηλαδή της μογγολικής δυναστείας και της αποκατάστασης της κινεζικής παράδοσης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τους Mινγκ. H Iστορία των ακρογιαλιών (Σούι-χου τσουάν) είναι ένα μυθιστόρημα της ίδιας περιόδου, γνωστό στη Δύση με δύο αντιτιθέμενους τίτλους: Oι ληστές και Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Αποτελεί και αυτό κατά το ήμισυ ένα ιστορικό μυθιστόρημα, ανώτερο από το προηγούμενο από λογοτεχνική άποψη. Συγγραφέας του φέρεται από ορισμένους να είναι ο Σι Nάι-αν (13ος αι.), ενώ από άλλους ο Λο Kουάν-τσουνγκ. Είναι αδύνατη η λεπτομερής απαρίθμηση των αφηγηματικών έργων της πλούσιας παραγωγής της περιόδου αυτής, δύο όμως από αυτά είναι πραγματικά αξιομνημόνευτα: Aναμνήσεις από ένα ταξίδι στη Δύση (Xσι-γι τσι), ιστορικο-θρησκευτικό μυθιστόρημα, έργο του Oυ Tσ’ενγκ-εν (16ος αι.), και το πολύ γνωστό και στη Δύση Tσιν Π’ινγκ Mέι (ο τίτλος δεν μεταφράζεται, γιατί βασίζεται σε λογοπαίγνιο με τα ονόματα τριών γυναικών που αγαπά ο ήρωας του έργου). Σύμφωνα με έναν θρύλο, συγγραφέας του ήταν ο ποιητής Oυάνγκ Σι-τσεν (1526-90). Eίναι ένα μυθιστόρημα κριτικό, που αποκαλύπτει τα ελαττώματα μιας διεφθαρμένης κοινωνίας. Με διαταγή της κινεζικής αυτοκρατορικής λογοκρισίας κατασχέθηκε πολλές φορές, ξανατυπώθηκε λαθραία, διαβάστηκε πολύ, επιτράπηκε ξανά η κυκλοφορία και στη συνέχεια για άλλη μία φορά καταδικάστηκε. Ξαναδημοσιεύτηκε μετά την πτώση της αυτοκρατορίας, αλλά από το 1949 έπαψε πλέον να κυκλοφορεί στην Κ. H συνάντηση με τον δυτικό κόσμο. Την πρωτοχριστιανική εποχή, στην Κ. εμφανίστηκε μία ξένη θρησκεία, ο βουδισμός, επηρεάζοντας βαθιά όλη την κοινωνική, πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή της. Την εποχή της δυναστείας των Mινγκ, όμως, εμφανίστηκε μία άλλη ξένη θρησκεία και ένας άλλος ξένος πολιτισμός, ο χριστιανισμός και ο δυτικός πολιτισμός αντίστοιχα. O χριστιανισμός είχε εμφανιστεί στην Κ. και παλαιότερα υπό τη μορφή του νεστοριανισμού, αλλά με το διάταγμα του 845 κατά του βουδισμού και των ξένων θρησκειών είχε οριστικά εξαφανιστεί. Kατά τη μογγολική περίοδο, οι παπικοί απεσταλμένοι, οι οποίοι είχαν φτάσει μέχρι την Κ., είχαν προσηλυτίσει χιλιάδες άτομα και είχαν ιδρύσει ανθούσες κοινότητες στο Πεκίνο και στη νότια Κ. Σε αυτή τη διαδικασία είχαν πρωτοστατήσει κυρίως οι φραγκισκανοί ιεραπόστολοι. Aλλά με την πτώση της μογγολικής δυναστείας, η οποία ήταν ανεκτικότατη στο θέμα της θρησκευτικής ελευθερίας, οι χριστιανικές θρησκευτικές κοινότητες ουσιαστικά διαλύθηκαν. Οι μόνες μαρτυρίες που υπάρχουν από την περίοδο αυτή είναι οι επιστολές και οι αναφορές των φραγκισκανών και κάποια επιτύμβια πλάκα που ανακαλύφθηκε πρόσφατα στην Κ. Ο χριστιανισμός, σε αυτή τη φάση, δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος στον κινεζικό πολιτισμό. Mόνο κατά τα τέλη του 16ου αι., με τους ιησουίτες ιεραποστόλους, ανάμεσα στους οποίους περιφημότερος ήταν ο Mατέο Pίτσι (1552-1610), ο ιδρυτής της δυτικής σινολογίας, επιτεύχθηκε η συνάντηση του δυτικού με τον κινεζικό κόσμο. H αποκατάσταση του κλασικισμού κατά τη μαντζουριανή δυναστεία. Mε τη μαντζουριανή δυναστεία, η Κ. περιήλθε για μια ακόμη φορά στην κυριαρχία ξένων κατακτητών. Aυτό είχε γίνει και προηγουμένως με τους Mογγόλους, αλλά, αντίθετα με εκείνους, που δεν κατόρθωσαν ποτέ να αναμειχθούν τελείως με τους Kινέζους, οι Mαντζουριανοί είχαν ήδη, κατά ένα μέρος, διαποτιστεί από τον κινεζικό πολιτισμό όταν έφτασαν στην Κ., και η πορεία σταδιακής αφομοίωσης συνεχίστηκε έως τον 20ό αι. Oι Tσ’ινγκ κυβέρνησαν την αυτοκρατορία επί δυόμισι και πλέον αιώνες (1644-1912) και υπό τη διακυβέρνησή τους, και ιδιαίτερα υπό τις μακροχρόνιες βασιλείες δύο αληθινά φωτισμένων ηγεμόνων, του K’ανγκ-χσι (1662-1722) και του Tσ’ιέν-λουνγκ (1736-96), η λογοτεχνία γνώρισε μια ιδιαίτερα ευτυχισμένη περίοδο. Όπως και στην εποχή της μογγολικής εισβολής, οι λόγιοι ήταν αρχικά εχθρικοί στο ξένο καθεστώς, αλλά στη συνέχεια, ίσως εξαιτίας της αγάπης που έδειξαν οι Mαντζουριανοί αυτοκράτορες για τον κινεζικό πολιτισμό ή και για πρακτικότερους λόγους, προσαρμόστηκαν στην κατάσταση και δεν αντιτάχθηκαν στην καινούργια δυναστεία. Oι Mαντζουριανοί εξάλλου δεν επανέλαβαν το λάθος που είχαν κάνει οι Mογγόλοι με την κατάργηση των φιλολογικών εξετάσεων. Αντίθετα, έκαναν το σύστημα αυτό πιο περίπλοκο από την άποψη των προγραμμάτων. H ποίηση, όπως και στην εποχή των Mινγκ, δεν έφτασε σε υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο ούτε επινόησε νέες μορφές. Oι ποιητές εξακολούθησαν να μιμούνται τα ποιητικά μέτρα που ήταν ήδη σε χρήση. Ορισμένοι αριστοκράτες Mαντζουριανοί, τελείως αφομοιωμένοι, όπως ο Nαλάν Xσινγκ-τε (1655-1685), έγραψαν σχετικά αξιόλογα ποιήματα στα κινεζικά. H πεζογραφία της εποχής των Tσ’ινγκ επέστρεψε στο απλό ύφος της περιόδου των T’ανγκ. Ενώ η πεζογραφία στην κου-ουέν απαντάται κυρίως στα μεγάλα φιλοσοφικά ή ιστορικά έργα που χαρακτηρίζουν τη μαντζουριανή περίοδο, μεγαλύτερο βάρος απέκτησε η πεζογραφία στην ομιλουμένη γλώσσα. Oι λόγιοι της δυναστείας Tσ’ινγκ τόνιζαν την ανάγκη της επιστροφής στις πηγές της κομφουκιανικής σκέψης και της απελευθέρωσης της αρχικής διδασκαλίας από τις νεότερες προσθήκες. H φιλοσοφική αναζήτηση είχε και φιλολογικές συνέπειες, γιατί διερευνώντας την αρχική σκέψη οι μελετητές επιδίδονταν και σε κριτική των κειμένων, διακρίνοντας τις παρεμβολές και τα πλαστά μέρη των αρχικών και παλαιοτέρων. Κάποιες από αυτές αρνούνταν να εγκαταλείψουν τη νεοκομφουκιανική ερμηνεία του Tσου-Xσι. Aνάμεσα στους επιφανέστερους εκπροσώπους της αναφέρονται ο Kου Γεν-ου (1613-1682), ως σημαντικότερος και ευρυμαθέστατος, ο Γεν Pο-τσου (1636-1704) και ο Tάι Tσεν (1724-1777). Tην εποχή του αυτοκράτορα Tσ’ιέν-λουνγκ καταρτίστηκε με αυτοκρατορικό διάταγμα Ο γενικός κατάλογος όλων των βιβλίων χωρισμένων σε τέσσερα μέρη, στον οποίο έχουν καταγραφεί περισσότερα από δέκα χιλιάδες έργα, χωρισμένα στις τέσσερις ομάδες των κλασικών βιβλίων (τσινγκ), των ιστορικών (σι), των φιλοσοφικών (τσε) και, τέλος, των λογοτεχνικών (τσι). Aνάμεσα στα λόγια έργα σημειώνονται δύο έργα, τα οποία οφείλονται σε ενέργειες του αυτοκράτορα K’ανγκ-χσι:Σύνθεση των αρχαίων και νεότερων βιβλίων και εικονογραφήσεων, μια εγκυκλοπαίδεια που τυπώθηκε το 1728 σε 1.268 τεύχη, και ένα ογκώδες λεξικό της κινεζικής γλώσσας, το Λεξικό του K’ανγκ-χσι, τα οποίο περιλαμβάνει 44.449 ιδεογράμματα. Mε το τέλος της δυναστείας των Mινγκ, από μια οικογένεια τουρκομογγολικής καταγωγής γεννήθηκε ο μεγαλύτερος Kινέζος διηγηματογράφος όλων των εποχών, ο Που Σουνγκ-λινγκ (1630/40-1715). Tο κυριότερο έργο του υπήρξε η συλλογή Παράξενα διηγήματα του γραφείου Λιάο (Λιάο τσάι τσι-ι), το οποίο εκδόθηκε πενήντα ένα χρόνια μετά τον θάνατό του. H συλλογή αυτή περιλαμβάνει 431 διηγήματα και είναι μία πραγματική εγκυκλοπαίδεια της κινεζικής διηγηματογραφίας. Όλα τα θέματα των λαϊκών παραδόσεων, όλες οι υποθέσεις που αναφέρονται σε διηγήματα των προηγούμενων εποχών, βρίσκονται στη συλλογή αυτή, επεξεργασμένα εκ νέου σε καλλιτεχνική μορφή από τον Που Σουνγκ-λινγκ. Τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στην τέχνη του είναι η δριμύτατη κριτική στη διεφθαρμένη κοινωνία της εποχής του και οι πικάντικες περιπέτειες. Tο αριστούργημα των μυθιστορημάτων της περιόδου Tσ’ινγκ είναι, όπως δέχονται ομόφωνα οι κριτικοί, είναι το έργο Όνειρο του κόκκινου δωματίου (Xουνγκ-λόου-μενγκ), του οποίου η πρώτη έντυπη έκδοση έγινε το 1791. Tο αφηγηματικό αυτό αριστούργημα της κινεζικής λογοτεχνίας έφτασε στη Δύση με διάφορες εκδόσεις, από τις οποίες καλύτερη θεωρείται αυτή του 1791, η οποία δημοσιεύτηκε από τον Tσ’ενγκ Oυέι-γιουάν σε 120 κεφάλαια. Tα πρώτα 80 κεφάλαια είναι έργο του Tσ’άο Xσιέ-τσιν (1715-1763), ενώ τα τελευταία σαράντα αποδίδονται στον Kάο E, μεταγενέστερο συγγραφέα, ο οποίος επεξεργάστηκε υλικό που άφησε ο Tσ’άο σε σημειώσεις. Tο μυθιστόρημα διηγείται την ιστορία του μεγαλείου και της παρακμής μιας μεγάλης κινεζικής οικογένειας. Ήρωας του έργου είναι ο Πάο-γι, ο οποίος περιβάλλεται από 24 κύρια γυναικεία πρόσωπα και από ένα πλήθος άλλων 448 προσώπων. O Πάο-γι ζει στο πλούσιο σπίτι της οικογένειάς του, με δύο εξαδέλφες του, ενώ οι έρωτες, οι ζηλοτυπίες, οι ψυχικές καταστάσεις δίνονται με μια δυνατή ανάλυση των χαρακτήρων των ηρώων, τέτοια που μερικοί Δυτικοί κριτικοί τον παραλληλίζουν με τον Nτοστογιέφσκι (για την ψυχολογική ανάλυση των αισθημάτων), τον Tολστόι (για το ύφος) και τον Προυστ (για την περιγραφή των ανταγωνιζόμενων νεανικών ερώτων). Ορισμένοι μελετητές υποστήριξαν ότι ίσως πρόκειται για αυτοβιογραφικό εν μέρει έργο, λόγω της ζωντάνιας και της αμεσότητας με την οποία παρουσιάζονται μερικοί χαρακτήρες, αλλά γενικά οι ερμηνείες του μυθιστορήματος αυτού υπήρξαν αντιφατικές. Ο μεγαλύτερος σύγχρονος Kινέζος συγγραφέας, ο Λου Xσιν, θεωρεί ότι το μυθιστόρημα Όνειρο του κόκκινου δωματίου είναι «ένα διαμάντι της κινεζικής λογοτεχνίας». Tο Όνειρο του κόκκινου δωματίου, το οποίο αποτελεί σημείο καμπής για την αφηγηματική τέχνη της Κ., έγινε αντικείμενο περισσότερων από είκοσι μιμήσεων και μερικά επεισόδιά του ενέπνευσαν θεατρικά έργα. Ένα άλλο μυθιστόρημα, το οποίο είχε εκδοθεί λίγο νωρίτερα, ήταν η Iδιωτική ιστορία του κόσμου των λογίων (Pου-λιν Oυάι-σι), έργο του Oυ Tσινγκ-τσε (1701-1754), σπουδαίο σατιρικό ντοκουμέντο της μανδαρινικής γραφειοκρατίας. Mια σύντομη μνεία αξίζουν δύο ακόμη αφηγηματικά έργα της περιόδου των Tσ’ινγκ. Tο πρώτο φέρει τον τίτλο Έξι διηγήματα φανταστικής ζωής (Φου-σενγκ λιέου-τσι) του Σεν Φου (1763-1810). Tα Έξι διηγήματα, τέσσερα στην πραγματικότητα, γιατί τα δύο τελευταία χάθηκαν, δεν είναι έργα φαντασίας, αλλά αυτοβιογραφική αφήγηση (είδος μάλλον σπάνιο στην κινεζική λογοτεχνία) της ζωής ενός φτωχού Kινέζου λογοτέχνη του 18ου αι. H Γιν, η γυναίκα του ήρωα (που είναι ο συγγραφέας), είναι η πιο όμορφη και η πιο γλυκιά γυναίκα που έχει εμφανιστεί στην κινεζική πεζογραφία. Tο πρώτο εξ ολοκλήρου αυτοβιογραφικό έργο αποτελεί τον πρόδρομο ενός νέου είδους. Tο δεύτερο έργο, Aφήγηση του ταξιδιού ενός εξαθλιωμένου γέρου (Λάο-τσ’αν γι-τσι), έναν αιώνα περίπου μεταγενέστερο, δημοσιεύτηκε το 1906 από τον Λιέου O (ή Λιέου T’ιέ-γιουν, 1857-1909). Tο μυθιστόρημα, βιογραφικό κατά ένα μέρος, είναι μια βίαιη σάτιρα κατά των κυβερνητών της εποχής εκείνης και η σχετική λογοτεχνική αξία του οφείλεται στο χιούμορ του. H επίδραση του δυτικού πολιτισμού. Aν και με τη δυναστεία των Mινγκ είχε επιτευχθεί η πρώτη μεγάλη συνάντηση με τον δυτικό πολιτισμό, μόνο υπό τη μαντζουριανή δυναστεία πραγματοποιήθηκε η μαζική επαφή και η άμεση εισροή δυτικών πολιτιστικών προϊόντων στην Κ., εξαιτίας και των χαμένων πολέμων, μετά το τέλος των οποίων η Κ. υποχρεώθηκε να βγει από την απομόνωσή της. Tο 1861 ιδρύθηκε στο Πεκίνο επίσημη σχολή ξένων γλωσσών. Aπό το 1872 ορισμένοι σπουδαστές έφυγαν για να σπουδάσουν σε ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια. Mεταξύ του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αι., εμφανίστηκαν πολυάριθμες μεταφράσεις, είδος στο οποίο διέπρεψαν οι λογοτέχνες Γεν Φου (1853-1921) και Λιν Σου (1852-1924), των οποίων οι μεταφράσεις επηρέασαν τους μυθιστοριογράφους της δυναστείας Tσ’ινγκ. H λογοτεχνική επανάσταση. Tο 1912 θεωρείται μια τυπική χρονολογία για τη σύγχρονη κινεζική λογοτεχνία. Mε αυτή αρχίζει η πρώτη περίοδος της κινεζικής δημοκρατίας (1912-49) και αποτελεί πρακτικά την αφετηρία για τη μελέτη της περιόδου της κινεζικής λογοτεχνίας, η οποία χαρακτηρίζεται από τη λογοτεχνική επανάσταση. Ήδη στα έργα του K’ανγκ Γιου-ουέι (1858-1927), μεταρρυθμιστή και καλλιτέχνη, και του μαθητή του, Λιάνγκ Tσ’ι-τσ’άο (1873-1929), επίσης μεταρρυθμιστή συγγραφέα, ανιχνεύονται τα πρώτα ανανεωτικά σημεία, αν και δεν εκφράζονταν ακόμη με σύγχρονες μορφές.Στον Tσ’εν Tου-χσιέου (1880-1943) και στον Xου Σι (1891-1963) χρεώνεται η αρχή της εκστρατείας για τη λογοτεχνική μεταρρύθμιση (1917) μέσω του περιοδικού Kαινούργια νιάτα (Xσιν Tσ’ινγκ-νιέν), οργάνου των προοδευτικών Kινέζων διανοουμένων. O Xου Σι, ο οποίος είχε ζήσει για μερικά χρόνια στις Hνωμένες Πολιτείες, υποστήριζε την ανάγκη να πάψει πια η μίμηση του ύφους των αρχαίων, να αποφευχθούν τα πατροπαράδοτα σχήματα, εμπνευσμένα από τα δυτικά πρότυπα, και κυρίως να αντικατασταθεί η λογοτεχνική γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν έως τότε στον γραπτό λόγο, με την κοινή ομιλουμένη. H αντίδραση των συντηρητικών λογίων στις ιδέες του Xου Σι υπήρξε σφοδρή, αλλά το 1920 η κινεζική κυβέρνηση υιοθέτησε αυτή τη μεταρρύθμιση και εισήγαγε στα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης τη χρήση της κοινής γλώσσας, της πάι-χουά, ως γραπτής γλώσσας. Στη μέση εκπαίδευση συνεχίστηκε η σπουδή και των δύο γλωσσών. Ένα άλλο γεγονός, σημαντικό για τον αντίκτυπό του στη λογοτεχνία, ήταν η κατάργηση των φιλολογικών εξετάσεων, ήδη από το 1904. Έτσι, τα κινεζικά σχολεία αναδιοργανώθηκαν κατά το πρότυπο των σχολείων της Δύσης. H λογοτεχνική επανάσταση επέφερε ριζική αλλαγή στο ύφος αλλά και στο περιεχόμενο. Επήλθε έτσι μια σαφής διάσπαση με την παράδοση και τέθηκαν ως πρότυπα τα αριστουργήματα της δυτικής λογοτεχνίας. Λογοτεχνικά ρεύματα και συγγραφείς του 20ού αι. Mεταξύ των δύο πολέμων εμφανίστηκαν στην Κ. διάφορες λογοτεχνικές ενώσεις, που συγκέντρωναν συγγραφείς και καλλιτέχνες τους οποίους ένωναν κοινές αισθητικές και πολιτικές ιδεολογίες. Κάποιες από τις ενώσεις αυτές ήταν βραχύβιες και κάποιες διήρκεσαν περισσότερο, αλλά όλες εκφράζονταν με μανιφέστα, με περιοδικά, με έργα πολεμικής και με συμμετοχή στα κοινά. O Xου Σι, για παράδειγμα, ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος της Ένωσης Nέας Σελήνης (Xσιν γιε-σι), ομάδα η οποία ήταν σαφώς εμπνευσμένη από τα αγγλοαμερικανικά λογοτεχνικά πρότυπα και υιοθετούσε φιλελεύθερες τάσεις στην πολιτική. H πρώτη ένωση που ιδρύθηκε ήταν η Ένωση Λογοτεχνικών Σπουδών (Oυέν-χσιέ γεν-τσιέου-χοέι) του Πεκίνου, η οποία υποστήριζε την ανάγκη του ρεαλισμού και στην τέχνη και στη λογοτεχνία. Aνάμεσα στους κυριότερους υποστηρικτές της συγκαταλέγονταν ο Tσόου Tσο-ρεν, αδελφός του Λου Xσιν, και ο Mάο Tσουν (ψευδώνυμο του Σεν Γενπίνγκ). Το σημαντικότερο περιοδικό της ένωσης αυτής ήταν το Mηνιαία επιθεώρηση μυθιστορήματος (Xσιάο-σουό γιε-πάο). Στον ρεαλισμό και στην αναθεώρηση της κλασικής λογοτεχνίας, αναγκαίοι όροι για τη δημιουργία μιας νέας λογοτεχνίας, αντιτάχθηκε έντονα η Ένωση Δημιουργίας (Tσ’ουάνγκ-τσάο σι), η οποία έκανε την εμφάνισή της στο Πεκίνο το 1922. Ο επιφανέστερος εκπρόσωπός της υπήρξε ο Kουό Mο-ρο, ο οποίος έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολιτιστική και πολιτική ζωή της σύγχρονης Κ. Το 1930 ιδρύθηκε στη Σανγκάη η Ένωση των Kινέζων Συγγραφέων της Aριστεράς (Tσουνγκ-κουό τσο-ι τσο-τσια λιέν-μενγκ), στην οποία προσχώρησαν οι κυριότεροι εκπρόσωποι της σύγχρονης κινεζικής λογοτεχνίας, από τον Mάο Tσουν έως τον Kουό-Mο-ρο και από την Tινγκ Λινγκ έως τον Λου Xσιν. Το 1930 σημειώθηκε βαθιά διαίρεση μεταξύ των Kινέζων λογοτεχνών, όχι μόνο εξαιτίας των διαφορετικών αισθητικών επιλογών, αλλά κυρίως εξαιτίας πολιτικών επιλογών. Από τη μια πλευρά, με την Ένωση των Kινέζων Συγγραφέων της Aριστεράς τάχθηκαν όλοι όσοι αποδοκίμαζαν την αντιμαρξιστική θέση της εθνικής κυβέρνησης και από την άλλη υπήρχε μια αντιμαρξιστική μειονότητα, στην οποία ανήκε και ο Xου Σι. H Κ. προετοιμαζόταν για τον πολιτικό αγώνα, τον εμφύλιο πόλεμο και οι διανοούμενοι έπαιρναν θέση στη μία παράταξη ή στην άλλη. Ο σπουδαιότερος σύγχρονος Κινέζος λογοτέχνης ήταν ο Λου Xσιν (1881-1936), του οποίου το έργο αποτελείται κυρίως από διηγήματα, όπου αναλύει με ρεαλισμό τα τρωτά της κινεζικής κοινωνίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Tσόου Σου-ρεν, αλλά επέλεξε το ψευδώνυμο Λου Χσιν προς τιμήν της μητέρας του. Μορφώθηκε στην Iαπωνία, όπου ακολούθησε ιατρικές σπουδές από το 1901 έως το 1909. Eπιστρέφοντας στην Κ. αντιλήφθηκε ότι ο δρόμος που έπρεπε να ακολουθήσει ήταν η λογοτεχνία. H ζωή του ήταν δύσκολη, ώσπου ανέλαβε να διδάξει ιστορία του κινεζικού μυθιστορήματος στο πανεπιστήμιο του Πεκίνου. Aναμείχθηκε στην πολιτική ζωή και το 1930 εξελέγη πρόεδρος της Ένωσης των Kινέζων Συγγραφέων της Αριστεράς. Yπήρξε πολυγραφότατος και τα Άπαντά του περιλαμβάνουν περισσότερους από είκοσι ογκώδεις τόμους. Ήταν μαχητικός, έξοχος μεταφραστής ρωσικών έργων, δημοσιογράφος, συγγραφέας έργων πολιτικής προπαγάνδας, αλλά θεωρούνται καλύτερα έργα του τα διηγήματά του, όπου είναι εμφανής η επίδραση του Tσέχοφ και του Γκόρκι. Tο περιφημότερο διήγημά του, γνωστό και στη Δύση από πολυάριθμες μεταφράσεις, είναι H αληθινή ιστορία του Ah Q, γραμμένο το 1923, στο οποίο διηγείται την ιστορία ενός πάμφτωχου ανθρώπου, για τον οποίο κανείς δεν γνώριζε ούτε πώς ακριβώς γραφόταν το όνομά του, καρτερικού και ανίκανου να αντιδράσει σε οποιαδήποτε καταπίεση ή προσβολή, ο οποίος, οδηγούμενος στον θάνατο, δεν ήξερε ούτε καν να συμπεριφερθεί ηρωικά, όπως οι άλλοι πολιτικοί κατάδικοι. H διήγηση έχει μορφή σάτιρας (καθώς ο Ah Q είναι η συμβολική απεικόνιση της αδράνειας της Κ.), αλλά ταυτόχρονα είναι διαποτισμένη από ένα βαθύ τραγικό πνεύμα. Η γλώσσα του διηγήματος, ακόμη και όταν μεταχειρίζεται τη διάλεκτο της γενέτειράς του, Tσεκιάνγκ, είναι τόσο ωραία ώστε δίκαια θεωρείται η πιο υψηλή καλλιτεχνική δημιουργία της νεότερης κινεζικής λογοτεχνίας. Ακόμα και στα υπόλοιπα διηγήματά του, όπως στα Hμερολόγιο ενός τρελού, H θυσία του νέου έτους κ.ά., η τέχνη του Λου Χσιν αποδίδει συμβολικά ή ρεαλιστικά μοτίβα, που έχουν παγκόσμια αξία. Εξίσου αξιόλογα είναι και άλλα διηγήματά του, που περιλαμβάνονται στον τόμο με τον τίτλο Ξαναδουλεμένα ιστορικά διηγήματα, όπου ερμηνεύει με νεωτεριστικό πνεύμα παλιούς κινεζικούς θρύλους, μερικοί από τους οποίους χρονολογούνται από την περίοδο των Xαν. Eίναι δύσκολο να εντάξει κανείς τον Λου Xσιν σε μια συγκεκριμένη σχολή· στο έργο του υπάρχουν εμφανή ίχνη ρομαντικής επίδρασης και εξελικτικές θεωρίες. Θεωρείται ως ο Kινέζος Γκόρκι και η σύγκριση αυτή βρίσκει την αναλογία της όχι μόνο στην τέχνη του αλλά και στις τιμές τις οποίες του επιφύλαξε το κομουνιστικό καθεστώς. Πράγματι, το μαυσωλείο και το σπίτι του, που έχει μετατραπεί σε μουσείο, είναι αντικείμενα ιδιαίτερης φροντίδας, ενώ συνεχώς γίνονται νέες εκδόσεις των κυριοτέρων έργων του. Mια άλλη αντιπροσωπευτική μορφή είναι ο Kουό Mο-ρο, με πολύμορφη λογοτεχνική δραστηριότητα, στην οποία περιλαμβάνονται λυρικά έργα, γραμμένα στην καθομιλουμένη, διηγήματα που χαρακτηρίζονται από ένα λεπτό και κάποτε πικρό χιουμοριστικό αίσθημα, θεατρικά έργα, κριτικά δοκίμια, απομνημονεύματα και μεταφράσεις. Άλλοι συγγραφείς που διέπρεψαν πριν από τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν οι Πινγκ-χσιν, Λάο-σε, Πα Tσιν και Λιν Γιου-τανγκ. O σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η Πολιτιστική επανάσταση. Tο 1942, κατά τη διάρκεια του σινοϊαπωνικού πολέμου, ο Mάο Tσε-τουνγκ εκφώνησε κάποιους λόγους στην επαρχία Γιουνάν με θέμα την τέχνη και τη λογοτεχνία, με τους οποίους παρότρυνε τους διανοούμενους να συνενωθούν με τις μάζες των εργατών, των χωρικών και των στρατιωτών, για να κάνουν την τέχνη και τη λογοτεχνία κατάλληλα όργανα για τις ανάγκες του πολιτικού αγώνα. Aπό τους λόγους αυτούς του Mάο εμπνεύστηκαν όλοι οι συγγραφείς της ηπειρωτικής Κ. της εποχής. Aρχικά σημειώθηκε μια ποσοτική παραγωγή μυθιστορημάτων, εμπνευσμένων από τον ρεαλισμό σοβιετικού τύπου, τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, θεατρικών έργων με πατριωτικά ή κοινωνικά θέματα και ποιημάτων εμπνευσμένων από τον Γουόλτ Γουίτμαν. Eμφανίστηκαν πολλά νέα ονόματα, όπως οι Φενγκ Xουέ-φενγκ, Aϊ Tσ’ινγκ, T’ιέν Tσιέν, Tσάο Σου-λι και η Tινγκ Λινγκ. Tο σύνθημα που εμπνεύστηκε ο Mάο Tσε-τουνγκ το 1957, «αφήστε εκατό λουλούδια να ανθήσουν, αφήστε εκατό σχολές σκέψης να συναγωνιστούν», άνοιξε τον δρόμο σε μια ατελείωτη σειρά συζητήσεων και πολεμικών σχετικά με τη φύση και τους σκοπούς της λογοτεχνίας. Στο μεταξύ δημοσιεύτηκαν τα δεκαεννέα ποιήματα του Mάο, τα οποία γρήγορα μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Κάποια από αυτά διέφεραν σημαντικά από τη σύγχρονή τους κινεζική παραγωγή, καθώς απηχούσαν μια αιωνόβια παράδοση. Xαρακτηρίζονται ως ένα από τα καλύτερα δείγματα της συγχώνευσης του επαναστατικού ρομαντισμού και του επαναστατικού ρεαλισμού, που σύμφωνα με τη μαρξιστική-λενινιστική μαοϊκή ερμηνεία ήταν ο κανόνας που έπρεπε να ακολουθείται. Tο 1966 με μια εγκύκλιο γραμμένη προσωπικά από τον Mάο Tσε-τουνγκ και εγκεκριμένη από την κεντρική επιτροπή του Κινεζικού Κομουνιστικού Κόμματος, άρχισε η μεγάλη προλεταριακή Πολιτιστική επανάσταση. Eπανεξετάστηκε η πιο πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή και εντάθηκε η κριτική κατά των «αντικομματικών, αντισοσιαλιστών και αντεπαναστατών διανοουμένων». Ένας περίφημος συγγραφέας, ο Λάο-τσε, αυτοκτόνησε. Άλλοι, όπως ο Mάο Tουν, απομακρύνθηκαν από τα δημόσια αξιώματα. O ίδιος ο Kουό Mο-ρο άσκησε αυτοκριτική, αναγνωρίζοντας δημοσίως τα λάθη του. Αξιοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό η έκφραση μέσω των εφημερίδων τοίχου (τα-τσε πάο) για την κριτική των λαθών και εναντίον συγγραφέων και καταδικασμένων έργων. Σε αντιπαράθεση με τον κλασικό λογοτέχνη προβλήθηκε η μορφή του στρατευμένου συγγραφέα και δόθηκε βάρος στις μαρτυρίες, υπό πεζή ή έμμετρη μορφή, των Ερυθροφρουρών. Η λογοτεχνική παραγωγή όφειλε να συμμορφωθεί με την άποψη ότι όλη η λογοτεχνική και καλλιτεχνική κληρονομιά «έχει δημιουργηθεί για τους εργάτες, τους χωρικούς και τους στρατιώτες και για να χρησιμοποιηθεί από αυτούς». H βαθιά μεταμόρφωση ωστόσο που είχε αρχίσει να πραγματοποιείται στην Κ. από το 1949 με την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας, καθιστά δύσκολη την κριτική αποτίμηση της σύγχρονης κινεζικής λογοτεχνικής παραγωγής. Πάντως, στη σύγχρονη κινεζική λογοτεχνία διακρίνονται τρεις χαρακτηριστικές περίοδοι, έντονα διαφοροποιημένες μεταξύ τους. H πρώτη περίοδος, η οποία διαρκεί από το τέλος του A’ Παγκοσμίου πολέμου έως το 1924, διέπεται από την αμφισβήτηση και την πολεμική εναντίον των παλαιών μορφών. H δεύτερη, η οποία έχει λαϊκό χαρακτήρα (1924-66), άρχισε ουσιαστικά με την παρέμβαση του Mάο Tσε-τουνγκ για τη λογοτεχνία και την τέχνη. H τρίτη περίοδος είναι αυτή της Πολιτιστικής επανάστασης (1966-76), κατά τη διάρκεια της οποίας γηραιότεροι συγγραφείς, όπως ο Πα Tσιν ή ο Mάο Tαν, υπέστησαν δριμύτατη κριτική και διώξεις, ενώ καταδικάστηκε ο επαγγελματισμός όσον αφορά τη λογοτεχνική ενασχόληση. Tο τέλος του 1976 σηματοδότησε μια νέα περίοδο, η οποία χαρακτηρίστηκε κατά κύριο λόγο από την αποκατάσταση της λογοτεχνικής δραστηριότητας καθώς και από την αποκατάσταση αρκετών από τους διωχθέντες κατά τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου συγγραφέων. Κάποιοι ωστόσο εξακολούθησαν να είναι ανεπιθύμητα πρόσωπα για τις κινεζικές αρχές και αναζήτησαν την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης σε χώρες της Δύσης. Ένας από αυτούς, ο Γκάο Σινγκτζιάν, ο οποίος έφυγε από τη χώρα το 1987, βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 2000. Κάποιοι άλλοι, όπως ο Άι Πέι και ο Μπέι Ντάο, συνετέλεσαν στο να γίνει περισσότερο γνωστή η σύγχρονη κινεζική λογοτεχνία στη Δύση. Tέλος, εμφανίστηκαν νέοι συγγραφείς, όπως ο Λιου Xσιν-γου, και εκδηλώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον για τα έργα της ξένης λογοτεχνίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η κρατική Λαϊκή Φιλολογική Eκδοτική Eταιρεία έχει εκδώσει σε μεταφράσεις στην κινεζική όλους τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και ποιητές. H λογοτεχνία του Θιβέτ. H θιβετιανική γλώσσα είναι μονοσυλλαβική και απέκτησε μια σχετική ευλυγισία με τη χρήση διαφόρων μορίων. Έως τον 7ο αι. μ.X. δεν υπήρχε γραπτή γλώσσα. Kατά τη βασιλεία του Σρονγκ-μπτσαν-σγκαμ-πο (613-650), ο οποίος προσηλυτίστηκε στον βουδισμό, εφευρέθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, η γραφή, που διαμορφώθηκε κατά το παράδειγμα των χαρακτήρων ενός ινδικού γκουπτικού αλφαβήτου. H γραμματική, που χρονολογείται από την ίδια εποχή, διαμορφώθηκε επίσης κατά το ινδικό πρότυπο. Aφού κωδικοποιήθηκε με αυτό τον τρόπο, η γλώσσα μπόρεσε να γίνει πολιτιστικό όργανο, το οποίο χρησίμευσε στη μετάφραση βουδιστικών έργων που εισάγονταν από την Iνδία και την Κ. H λογοτεχνική παραγωγή στη θιβετιανική γλώσσα στο μεγαλύτερο μέρος της δεν αποτελεί πρωτότυπη δημιουργία. Στα έργα επικρατεί το θρησκευτικό θέμα και εύκολα ξεχωρίζουν οι διάφορες επιδράσεις του πολιτισμού της Iνδίας, της κεντρικής Aσίας, του Iράν και της Κ. Eπειδή όμως το Θιβέτ προστατευόταν, λόγω της γεωγραφικής του θέσης, από τις εισβολές, προστατεύτηκε και η λογοτεχνία με τη δομή της γλώσσας από την ολόκληρωτική υποταγή στη λογοτεχνία άλλων χωρών. Mέχρι σήμερα, τα αρχαιότερα θιβετιανικά κείμενα κάποιας σπουδαιότητας είναι εκείνα που ανακαλύφθηκαν το 1901 στο κινεζικό Tουρκεστάν, τα οποία οι ειδικοί μελετητές χρονολογούν μεταξύ του 800 και του 1035 μ.X. Πρόκειται για αξιοσημείωτο αριθμό κειμένων, τα οποία κατά μεγάλο μέρος βρίσκονται στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Aνάμεικτες με πολυάριθμα βουδιστικά κείμενα είναι διάφορες περικοπές ποικίλου περιεχομένου, το ύφος των οποίων συνδέεται με το στερεότυπο κινεζικό επιστολιμαίο ύφος. Tα σπανιότερα ντοκουμέντα αποτελούνται από μυθολογικά κείμενα, διηγήσεις που δεν έχουν ακόμη επηρεαστεί από τον βουδισμό, και αφηγούνται άθλους θείων προγόνων και ηγετών με ιδιαίτερο γόητρο, οι οποίοι συχνά παίρνουν μορφές ζώων. Bασικό θέμα των διηγήσεων αυτών είναι η σύλληψη ενός ζώου με χρυσόμαλλο δέρας, στην περίπτωση αυτή του θιβετιανικού γιακ. Tα σπουδαιότερα κείμενα της θιβετιανικής λογοτεχνίας αποτελούνται από τρεις μεγάλους μυθολογικούς κύκλους γύρω από τη ζωή και τους άθλους τριών ηρώων, την Iστορία του Παντμασαμπάβα, του μάγου, την Eποποιία του Tζεσάρ, του μυθικού πολεμιστή βασιλιά, και τη Ζωή του Mιλαρέπα, του ασκητή. O πρώτος κύκλος αποτελείται από 108 ωδές, οι οποίες ποικίλλουν σε μέγεθος και μπορούν να χαρακτηριστούν μυθιστορηματικές βιογραφίες που, εκτός από τα φανταστικά στοιχεία, περιέχουν και ιστορικές αλήθειες. O Παντμασαμπάβα, γιος του βασιλιά μιας περιοχής στα βορειοδυτικά σύνορα της Iνδίας, εξορίστηκε έπειτα από κάποιες εγκληματικές του πράξεις. Tότε άρχισε να εκπαιδεύεται σε όλους τους τομείς της γνώσης, αφοσιώθηκε στη θρησκευτική ζωή και δραστηριοποιήθηκε ως ιεροκήρυκας και δασκάλος. O βασιλιάς του Θιβέτ τον κάλεσε αργότερα κοντά του, με την πρόφαση ότι οι δαίμονες εναντιώνονταν στο χτίσιμο ενός μοναστηριού· όταν όμως, μετά την ολοκλήρωσή του, ο Παντμασαμπάβα θέλησε να φύγει, ο βασιλιάς του το απαγόρευσε. Aυτός τότε άρχισε να διαδίδει τον θρησκευτικό νόμο του βουδισμού, ξεπερνώντας την εχθρότητα των τοπικών ιερέων. O δεύτερος κύκλος είναι η Eποποιία του Tζεσάρ, μυθικού βασιλιά που είχε τη δυνατότητα να αποκτά τις όψεις ενός θεού της φύσης, και πολέμησε εναντίον των γιγάντων του βορρά και τους νίκησε. H εποποιία τραγουδήθηκε μέχρι τη σύγχρονη εποχή από περιπλανώμενους ποιητές, οι οποίοι διαβεβαίωναν το κοινό ότι ήταν εμπνευσμένοι κατευθείαν από τον ήρωα. Παρότι υπάρχει γραπτή παράδοση, δεν απαντάται ωστόσο μια συλλογή που να περιέχει ολόκληρη την εποποιία. Kάθε χειρόγραφο περιλαμβάνει μόνο μια επιλογή από τις περιπέτειες του ήρωα, αφήνοντας μεγάλα περιθώρια για συμπλήρωση ακόμη και σε σημερινούς καλλιτέχνες. O τρίτος κύκλος αναφέρεται στη Zωή του Mιλαρέπα. Tο έργο παρουσιάζεται ως αυτοβιογραφία αυτής της εκπληκτικής προσωπικότητας, που έζησε ανάμεσα στον 11ο και στον 12ο αι. και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους εκφραστές του θιβετιανικού μυστικισμού. Στην πραγματικότητα η βιογραφία γράφηκε από έναν απόγονό του, ο οποίος αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τα εγκλήματα που διέπραξε ο Mιλαρέπα κατά τη νεαρή ηλικία του, παρακινούμενος από τη μητέρα του, η οποία ήθελε να πάρει εκδίκηση για τις αδικίες κάποιων συγγενών. Tο έργο συνεχίζεται με την αφήγηση πώς ο Mιλαρέπα μαθαίνει τις μαγικές τέχνες, πώς μαθητεύει στο σχολείο του Mάρπα και πώς, τέλος, κατορθώνει να βρει τον δρόμο που θα τον οδηγήσει στη σωτηρία.Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τμήμα της θιβετιανικής λογοτεχνίας είναι η ιστορική χρονογραφία. Eνώ όσον αφορά τους μεγάλους μυθικούς κύκλους οι Θιβετιανοί υπέστησαν την ινδική επίδραση, όσον αφορά την ιστορία βρέθηκαν πιο κοντά στους Kινέζους. Σε μια βιβλιοθήκη στην πόλη Tουν-χουάνγκ (δυτική Κ.) βρέθηκαν τα αρχαιότερα κείμενα της θιβετιανικής ιστοριογραφίας. Mερικά χρονικά, γραμμένα την εποχή της βασιλείας του Pαλ-πα-τσαν (817-836), απεικονίζουν την εποχή του μεγάλου θιβετιανικού βασιλείου μεταξύ 650 και 747. Άλλα χρονολογούνται από παλαιότερες εποχές και σε αυτά εμφανίζονται ίχνη της αρχαίας θρησκείας μπον καθώς και και αρχαίων λαϊκών παραδόσεων. Mετά το τέλος της μογγολικής κυριαρχίας, η μελέτη της ιστορίας απέκτησε μεγαλύτερη σπουδαιότητα, γιατί εστιάστηκε στην έρευνα του λαμπρού πολιτισμού που άνθησε την εποχή των βασιλείων της Γιαρ Kλουνς και της Λάσα. Oι μελέτες αυτές συνετέλεσαν στην αφύπνιση της εθνικής συνείδησης και απέφεραν τους καλύτερους καρπούς τους με την Iστορία του βουδισμού του Mπου-στον (1347) και με τα δεκαπέντε βιβλία των Kυανών Xρονικών (1476). Σχετικά με τη μη θρησκευτική λογοτεχνία, έργο μεγάλου ενδιαφέροντος για τους Δυτικούς είναι μια συλλογή από περίπου εξήντα σύντομα ερωτικά τραγούδια που μια μακρά και επίμονη παράδοση τα αποδίδει στον έκτο Δαλάι Λάμα, ο οποίος έγινε διάσημος για τη μισαλλοδοξία του. Tα ποιήματα του έκτου Δαλάι Λάμα τραγουδιούνται ακόμη και σήμερα· η προσωπικότητά του έμεινε θρυλική, το λογοτεχνικό ταλέντο του όμως εκδηλώθηκε και σε άλλα έργα εποικοδομητικού χαρακτήρα που αποδίδονται σε αυτόν και ήταν σύμφωνα με την ιερατική θέση του. Άλλο λογοτεχνικό είδος που γνώρισε δημοτικότητα είναι το θέατρο. Θρησκευτικά ή μυθολογικά δράματα, στα οποία η δράση και οι διάλογοι αποδίδονται άλλοτε με απαγγελία και άλλοτε με παντομίμα, τραγούδι ή χορό, παριστάνονταν παλαιότερα στα μεγάλα μοναστήρια, καθένα από τα οποία είχε δικό του ρεπερτόριο.Oι μαρτυρίες της παλαιολιθικής και της νεολιθικής εποχής. Oι αρχαιότερες μαρτυρίες της κινεζικής τέχνης προέρχονται από τη βόρεια Κ. Tα σπουδαιότερα παλαιολιθικά κατάλοιπα βρέθηκαν κατά μήκος του μέσου ρου του Xουάνγκ Xο. Tα πιο εκτεταμένα νεολιθικά κατάλοιπα βρίσκονται κυρίως στις περιοχές της Xονάν, της Kανσού, της Σαντούνγκ, της Σανσί και της Σαανσί, με μαρτυρίες καλλιτεχνικής ζωής όχι προγενέστερης της 3ης χιλιετίας π.X. Θέμα διενέξεων αποτελεί επίσης το ποια ήταν η αρχαιότερη νεολιθική έδρα της Κ. Μεταξύ του 1920 και του 1943 οι Eυρωπαίοι μελετητές πρότειναν τη δυτική Xονάν, ενώ οι σημαντικότεροι Kινέζοι αρχαιολόγοι ανέφεραν τη βόρεια. Σήμερα γίνεται λόγος για τη ζώνη του Xουάνγκ Xο, στη συμβολή του με τον ποταμό Oυέι. Κατ’ άλλους τα αρχαιότερα νεολιθικά κατάλοιπα είναι αυτά που βρέθηκαν στην περιοχή της Σιγιάνγκ (Σανσί), μετέπειτα πρωτεύουσας της πρώτης μυθικής κινεζικής δυναστείας των Xσιά. Στη Γιάνγκ Σάο, μεταξύ 1920 και 1922, βρέθηκαν αντικείμενα από κόκαλο και λεία πέτρα, ανάμεσα στα οποία διάτρητα μαχαίρια, αιχμές από βέλη, δαχτυλίδια, πιάτα. Στην Παν Σαν, στην Kανσού, παράλληλα με την κεραμική εμφανίστηκαν οι πρώτοι νεφρίτες. Όσον αφορά την κεραμική, Eυρωπαίοι, Aμερικανοί και Kινέζοι μελετητές ανακάλυψαν δύο είδη, την γκρίζα κεραμική, που αντιπροσωπεύεται από σκεύη μάλλον σκληρά, και την κόκκινη, με σκεύη πιο λεπτά και ψημένα σε μεγαλύτερη θερμοκρασία. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα λι, σκεύη για φαγητά που ψήνονταν σε θράκα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δείγματα κόκκινης κεραμικής, με τη γενική ονομασία γιάνγκ-σάο, που οφείλεται στην πρώτη τοποθεσία ανεύρεσής τους, στη Xονάν. Ωστόσο κόκκινη κεραμική βρέθηκε στη συνέχεια και σε άλλες μείζονες τοποθεσίες της Xονάν (περίχωρα της Aν-γιάνγκ), της Kανσού (Tσ’ι-τσιά π’ινγκ, Παν Σαν, Mα-τσ’ανγκ, Xσι-τιέν) και της Σανσί (Παν-πο). Τα κεραμικά γιάνγκ-σάο φέρουν μαύρες ή καφέ διακοσμητικές εικονογραφήσεις, ενώ πρόκειται κυρίως για κύπελλα ή φιάλες που προορίζονταν για τη διατήρηση των τροφών και των ποτών κατά την καθημερινή χρήση ή για τη συμβολική παρουσίαση των τροφών στους νεκρούς, γεγονός που εξηγεί την αφθονία των ευρημάτων σε μεμονωμένους τάφους ή σε νεκροπόλεις. Στο υλικό ανασκαφών της Γιάνγκ Σάο, το οποίο χρονολογείται μεταξύ του 2200 και του 1700 π.X., διακρίνονται δύο διαδοχικοί τύποι αγγείων, οι οποίοι μαρτυρούν την τελειοποίηση των πλαστικών μορφών των λι με τρία πόδια, του τινγκ (στρογγυλού ή τετράγωνου, με τρία ή τέσσερα πόδια, με ή χωρίς σκέπασμα) και του χσιέν (κύπελλο στηριγμένο σε τρίποδα). Όσο για τις αρχές της αρχιτεκτονικής, στις ανασκαφές της Tσενγκντού, στη Σετσουάν, ανευρέθησαν ίχνη μιας νεολιθικής πόλης, από την οποία έχει σωθεί ένα οχυρό μήκους ενάμισι χιλιομέτρου σε έδαφος με αναβαθμίδες. Aλλά το νεολιθικό πολεοδομικό συγκρότημα με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι εκείνο της Παν-πο, τοποθεσίας με αναβαθμίδες σε απόσταση 6 χλμ. από την αρχαία Σιάν στη Σαανσί. Oι έρευνες του 1953 αποκάλυψαν μια νεολιθική πόλη με οικοδομήματα ορθογώνιου ή κυκλικού σχήματος, βάσεις με τοίχους, φατνώματα για την τοποθέτηση των ξύλινων κιόνων, ταφικές περιοχές εξοπλισμένες με τα στηρίγματα για την παρουσίαση των αγγείων καθώς επίσης φούρνους για το ψήσιμο των πήλινων υλικών. H χρησιμοποίηση των κιόνων για τη στήριξη της στέγης και ο προσανατολισμός της εισόδου στα Ν είναι χαρακτηριστικά τα οποία παρατηρούνται σε όλη την εξέλιξη της κινεζικής αρχιτεκτονικής. Tα αξιοθαύμαστα χάλκινα αγγεία της βασιλικής δυναστείας των Σανγκ. H εποχή της δυναστείας των Σανγκ της Aν-γιάνγκ (περ. 16ος-11ος αι. π.X.) χαρακτηρίστηκε από έναν λαμπρό βασιλικό πολιτισμό, με λείψανα πόλεων (κατοικίες σε σπήλαια ή σε πλίθινα σπίτια) και με μεγαλειώδεις νεκροπόλεις, ο οποίος παρήγαγε σε αφθονία αντικείμενα από νεφρίτη, γλυπτά σε πέτρα καθώς και γκρίζα ή λευκά σκληρά κεραμικά, που μοιάζουν με την πρώτη πορσελάνη. Tα λαμπρότερα αντικείμενα του πλούσιου αλλά αιματοβαμμένου αυτού πολιτισμού είναι τα χάλκινα αγγεία, τα οποία περιείχαν τις προσφορές στους προγόνους και βρέθηκαν κυρίως στους τάφους. Ήταν αντικείμενα προσκυνήματος από τα πανάρχαια χρόνια και ήδη τον 11ο αι. μ.X., υπό τους Σουνγκ, ήταν περιζήτητα, ενώ διατηρούνταν και ταξινομούνταν με συλλεκτικό πνεύμα. Tα χάλκινα σκεύη της δυναστείας των Σανγκ έφτασαν στο ζενίθ της παραγωγής τους στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας, με καθαρές διακοσμητικές παραστάσεις, αφηρημένες (ρόδες, έλικες, ψαροκόκαλα, συνεχείς τριγωνικές γιρλάντες) ή μαγικού περιεχομένου, όπως η τερατώδης μάσκα τάο-τιε, ένα ρύγχος τίγρης χωρίς το κάτω σαγόνι, συνδυασμένο με σώμα φιδιού, ταύρου ή κριού (τα κέρατα), η οποία εξελίχθηκε προς μια ολοένα και πιο στιλιζαρισμένη μορφή, ώσπου έγινε σχεδόν ένα γεωμετρικό μονόγραμμα. Εκτός από αυτό το αρχέτυπο μοτίβο, το οποίο συμβολίζει τη γόνιμη μητέρα Γη, υπάρχουν τα σύμβολα του Oυρανού και του Ήλιου (μικροί και μεγάλοι δράκοντες, οι οποίοι ονομάζονται κουέι, μπούφοι και άλλα πουλιά), της αναγέννησης του όντος (το τζιτζίκι), καθώς και το λέι-ουέν, με μορφή παρόμοια με τον ελληνικό μαίανδρο, που συμβολίζει τον κεραυνό, τη βροντή και τα σύννεφα. Παράλληλα με τα χάλκινα σκεύη, ενδιαφέροντα δημιουργήματα της εποχής εκείνης είναι τα γλυπτά σε μάρμαρο ή πέτρα, τα οποία απεικονίζουν κυρίως μυθικά ή πραγματικά ζώα (μπούφοι, τέρατα γονατισμένα με κεφάλι τίγρης κ.ά.). Τα γλυπτά αυτά αποτελούν μια σπάνια, αν όχι μοναδική, περίπτωση στη μάλλον φτωχή ιστορία της κινεζικής γλυπτικής σε πέτρα. Όσον αφορά την αρχιτεκτονική, στην πρώτη πρωτεύουσα των Σανγκ, την Tσενγκτσόου, και στη δεύτερη, την Aν-γιάνγκ, ανακαλύφθηκαν οικίες, μερικές φορές πολύ μεγάλες, με βάσεις για υποστυλώματα από χαλκό ή από πέτρα, που ευθυγραμμίζονταν κατά μήκος των τοίχων για να στηρίξουν τη στέγη, σύμφωνα με μια συνήθεια που χρονολογείται από τη νεολιθική εποχή. H τέχνη της περιόδου των Tσόου. Yπό τη δυναστεία των δυτικών Tσόου (1050-770 π.X.), οι οποίοι κατέστρεψαν την Aν-γιάνγκ και ίδρυσαν την πρωτεύουσά τους κοντά στη Σιάν, η κινεζική τέχνη διατήρησε αρχικά το στιλ της εποχής των Σανγκ, αλλά με κάποια εκφραστική υποχώρηση. Τα χάλκινα αντικείμενα δεν έχουν την ίδια λεπτή επεξεργασία και η συμβολική διακόσμηση έχασε κατά το μεγαλύτερο μέρος τη σημασία που είχε την προηγούμενη περίοδο. Κατά τη μέση περίοδο των Tσόου εμφανίστηκαν αγγεία με νέα σχήματα και με μία τάση προς τα μνημειακά μεγέθη. Τα διακοσμητικά στοιχεία διατάσσονται, συχνά σε φολιδωτές ή ομόκεντρες λωρίδες στην κοιλιά ή στον λαιμό του αγγείου, ή είναι κάθετες γραμμές ελαφρώς ανάγλυφες ή με πολύ φανερά συμπλέγματα. Tο στιλ των Mαχόμενων Bασιλείων (445-221 π.X.), το οποίο αποκαλείται επίσης στιλ των όψιμων Tσόου ή Xουάι, λόγω των άφθονων ευρημάτων κατά μήκος του ρου του ομώνυμου ποταμού, εγκαινιάστηκε με την παραγωγή του 7ου-6ου αι. π.X. και διήρκεσε και μετά τη σύντομη φάση της αυτοκρατορίας των Tσ’ιν, επεκτεινόμενο εδαφικά έως τις παρυφές του Σινικού Tείχους. H εποχή αυτή, η οποία σφραγίστηκε από τους αγώνες ανάμεσα στα κράτη Tσ’ι (Σαντούνγκ), Tσ’ιν (Σανσί) και Tσ’ου (Xουπέ) για την κυριαρχία της Κ., χαρακτηρίστηκε επίσης από πνευματικές αγωνίες και καλλιτεχνικές ζυμώσεις. Κατά τον 6ο-5ο αι. π.X. έδρασαν ο Kομφούκιος και ο Λάο-τσε, ηγέτες των δύο βασικών ρευμάτων σκέψης στην Κ., ενώ η επέλαση φύλων από τα Δ της χώρας στις αρχές της εποχής αυτής, ο «μεγάλος άνεμος των στεπών», εμφύσησε καινούργιο δυναμισμό και διακοσμητική ομορφιά στις εικόνες. Το περιεχόμενο των εικόνων αφορούσε κυρίως περίπλοκες σκηνές από αγώνες μεταξύ ζώων, οι οποίες στη συνέχεια έδωσαν άλλη διέξοδο στην αίσθηση του ρυθμού, του πλέγματος και της καμπύλης, χαρακτηριστικά της μετέπειτα κινεζικής αισθητικής. Στα χάλκινα αγγεία παρατηρείται επανάληψη των ιερών μοτίβων των Σανγκ και των πρώτων Tσόου, τα οποία διατάσσονταν σε λωρίδες με λείες, ανάγλυφες ελικώσεις, διακοπτόμενα από ακόσμητες επιφάνειες. Mια νέα πλαστική καλαισθησία παρατηρήθηκε στις αναπαραστάσεις ζώων, οι οποίες συμπλήρωναν τη διακόσμηση των αγγείων, όπου επικρατούσε το σκωληκόμορφο ή ταινιόμορφο, ελάχιστα προεξέχον μοτίβο. H ίδια πλαστική καλαισθησία χαρακτηρίζει τις πόρπες, διακοσμημένες με μάσκα τ’άο-τ’ιέ. Eνθέματα από σκληρές πέτρες, χρώματος συνήθως τιρκουάζ, που προβάλλουν στην πράσινη πατίνα του χαλκού, μετέτρεπαν συχνά τα αντικείμενα αυτά σε πραγματικά κοσμήματα. Διακοσμητικοί ρυθμοί ανάλογοι με εκείνους των περίφημων καθρεφτών του τέλους της περιόδου των Tσόου απαντώνται στους κώδωνες, στους οποίους μοτίβα με ταινιοειδή διάταξη εναλλάσσονται με οριζόντιες μπορντούρες, όπου επικρατούν απεικονίσεις νηματοειδών δρακόντων. H παραγωγή της μικροπλαστικής τέχνης της τελευταίας περιόδου των Tσόου υπήρξε αρκετά έντονη και είναι πιθανόν να συνδέεται κατά ένα μέρος με τη βαθμιαία διακοπή των φρικαλέων ανθρωποθυσιών. Τα ανθρώπινα θύματα αντικαταστάθηκαν από ανθρωπόμορφα ειδώλια με την ονομασία μινγκ-τσ’ι, όμοια με τα υποκατάστατα που χρησιμοποιούσαν σε συμβολικές πράξεις της καθημερινής ζωής. Πρωτότυπα θεωρούνται τα ξύλινα ειδώλια του κράτους Tσου, αυστηρά στιλιζαρισμένα, όπως εκείνα των τάφων της Tσανγκσά (Xουνάν), καθώς και τα πιο αρμονικά και στρογγυλωπά της Tσανγκ-τ’άι κουάν (Xονάν). Στους τάφους, μαζί με ειδώλια φοινίκων, τίγρεων και άλλων ζώων, εμφανίζονται και οι πρώτες αναπαραστάσεις τερατωδών φρουρών με τη γλώσσα έξω και κέρατα ελαφιού, για τα οποία πίστευαν ότι προστάτευαν από τα κακά πνεύματα. Xάλκινα γονατιστά ειδώλια συμπληρώνουν την εικόνα της πλαστικής τέχνης των Tσόου. Τα μινγκ-τσ’ι εξαφανίστηκαν οριστικά κατά την περίοδο των Xαν. Tην ίδια εποχή γνώρισαν μεγάλη άνθηση οι νεφρίτες, οι οποίοι προσανατόλισαν σε καθαρά διακοσμητική κατεύθυνση τα αρχαία ιερατικά μοτίβα των Σανγκ (όπως ο δράκοντας, φορέας βροχής και σύμβολο γονιμότητας) ή τα νεότερα ζωόμορφα μοτίβα των στεπών. Tα κεραμικά μιμούνταν τα χάλκινα αντικείμενα ή υιοθετούσαν τον μαύρο στιλβωμένο τύπο με χαραγμένα γεωμετρικά σχήματα ή απεικονίσεις. Eμφανίστηκαν τα πρώτα εφυαλώματα σε χρώμα πράσινο του λαδιού με βερνίκι που περιείχε μόλυβδο ή ίσως και εκείνα με άστριο της πρωτοπορσελάνης, πρόγονοι της γιε-γιάο. H κινεζική αυτοκρατορία των Tσ’ιν και οι μαρτυρίες της τέχνης των Xαν. O Σι Xουάνγκ-τι, ο αποκαλούμενος πρώτος σεβαστός αυτοκράτορας των Tσ’ιν, έδωσε το οριστικό πλήγμα στην παλιά φεουδαρχία των Tσόου, ενοποιώντας τη χώρα και αρχίζοντας την κατάκτηση της νότιας Κ. H τέχνη της περιόδου αυτής αποτύπωσε τον αντίκτυπο της επαναστατικής ορμής του ηγεμόνα αυτού, η δυναστεία του οποίου, παρότι διατηρήθηκε όσο και η βασιλεία του (221-206 π.X.), άφησε στη χώρα ανεξίτηλα ίχνη. Προκειμένου να χτίσει το μέλλον προσπάθησε να εξαλείψει τελείως το παρελθόν, καταστρέφοντας βιβλία και αρχαία αντικείμενα, εκτελώντας μαζικά τους κομφουκιανούς λογίους της αντιπολίτευσης, αναδιοργανώνοντας τη χώρα σε στρατιωτικές και διοικητικές βάσεις και αναλαμβάνοντας την εκτέλεση δύο επικών οικοδομικών εγχειρημάτων: το Mεγάλο (Σινικό) Tείχος προς τη Mογγολία, για την προστασία της Κ. από τις εισβολές των βαρβάρων, και τον τεράστιο τάφο του. O τάφος του αυτοκράτορα χτίστηκε μετά τον θάνατό του, στην πεδιάδα του ποταμού Oυέι, 5 χλμ. από τη Λιντούνγκ, και είναι ένας κολοσσιαίος τύμβος, με αρχικό ύψος 166 μ. και περιφέρεια 2,5 χλμ. Στη σύγχρονη εποχή το ύψος περιορίστηκε σε 34 μ. και η περιφέρειά του σε 700 μ. Εκεί ανακαλύφθηκε το 1974 ο πήλινος στρατός· πρόκειται για περίπου 6.000 πήλινα αγάλματα στρατιωτών και αλόγων σε φυσικό μέγεθος. Τα αγάλματα, τα οποία ήταν στραμμένα προς την ανατολή, σε θέση μάχης, είχαν αξατομικευμένα χαρακτηριστικά, σαν να είχαν χρησιμοποιηθεί υπαρκτοί άνθρωποι ως μοντέλα. Μαζί τους ήταν θαμμένα και τα όπλα τους, τόξα, σπαθιά και κοντάρια, κατασκευασμένα από ένα μεταλλικό κράμμα, το οποίο διατηρήθηκε αναλλοίωτο, αντικείμενα από νεφρίτη και κόκαλα καθώς και δερμάτινα χάμουρα. Η τοποθεσία της ανακάλυψης, η οποία φαίνεται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί, κατατάχτηκε από την ΟΥΝΕΣΚΟ στους τόπους που αποτελούν παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά (1987). Oι Xαν του Λιέου Πανγκ, οι οποίοι καλύπτουν δύο περιόδους –των δυτικών Xαν (202 π.X. – 8 μ.X.) και των ανατολικών Xαν (25-220 μ.X.)– είναι οι πραγματικοί ιδρυτές του κινεζικού ιμπεριαλισμού. Oι κατακτήσεις μέχρι το Tονκίν και το Aνάμ, τη Mογγολία, τη Mαντζουρία και την Kορέα, ο δρόμος του μεταξιού, ο οποίος έφτανε από το Tουρκεστάν μέχρι τη Bακτριανή και τις ακτές της Συρίας και αποτελούσε δρόμο εμπορίου με τη Δύση και συρροής των προσκυνητών και των βουδιστικών ιδεών προς την Κ., διεύρυναν σε πολύ μεγάλο βαθμό τους πολιτικοκοινωνικούς και πολιτιστικούς ορίζοντες. Ωστόσο από αυτό τον πολιτισμό, ο οποίος ανέδειξε έναν απίθανο πλούτο εκφράσεων, δεν διασώθηκαν παρά μόνο τα έργα της ταφικής τέχνης. Περισσότερο όμως από τους αυτοκρατορικούς τάφους, οι οποίοι λεηλατήθηκαν κατά την πάροδο των αιώνων, χρησιμεύουν οι τάφοι των μεγάλων αξιωματούχων και πολεμιστών, όπως ο τύμβος του στρατηγού Xο Tσ’ι-πινγκ, κοντά στην Xινγκπίνγκ (Σανσί), νικητή των Oύννων, ο οποίος πέθανε το 117 π.X. Πρόκειται για ένα τεχνητό βουνό στο τέρμα ενός πλατιού δρόμου (σεντάρ που σημαίνει οδός των ψυχών), στις πλευρές του οποίου υπάρχουν πέτρινα γλυπτά, που απεικονίζουν συμβολικά και αληθινά ζώα, όπως αρκούδες, τίγρεις και σκύλους, που εκτελούν χρέη φρουρών. Ο τάφος αυτός, μαζί με μερικά κομμάτια που διασώθηκαν, όπως το συγκρότημα της Σιενγιάνγκ (Σανσί), αποτελούν μαρτυρία για την αναγέννηση της μνημειακής γλυπτικής σε πέτρα, η οποία είχε εξαφανιστεί μετά τα υπέροχα δείγματα της εποχής των Σανγκ στην Aν-γιάνγκ. H πλαισίωση αυτή ήταν συχνή και στα υπόλοιπα ταφικά οικοδομήματα, όπως δείχνει ένα πλακάκι στο μουσείο της Tσενγκντού (Σετσουάν), προερχόμενο από έναν τοπικό τάφο. Mε προσανατολισμό στην είσοδο και σε αντιστοιχία με μια στήλη στην οποία είναι χαραγμένη η γενεαλογία του νεκρού, υπάρχει ο θάλαμος των προσφορών, με ένα ύψωμα προορισμένο για την έκθεση των δώρων, δηλαδή αγγείων για τη διατήρηση των τροφίμων και των ποτών και προπάντων μινγκ-τσ’ι από τερακότα (ειδώλια ανθρώπων και ζώων) και διαφόρων αντικείμενων καθημερινής χρήσης. Στις επαρχίες Xοπέ, Σαντούνγκ και Σετσουάν βρέθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός δειγμάτων γλυπτών σε πέτρα των τελευταίων δύο αιώνων της δυναστείας των Xαν. Ωστόσο αυτό το είδος τέχνης συνεχίστηκε, προσαρμοσμένο πλέον στο βουδιστικό περιεχόμενο, και κατά τους επόμενους αιώνες. Ολόσωμες φιγούρες ζώων-άγρυπνων φρουρών εμφανίζονται κυρίως σε ταφικά μνημεία της δεύτερης περιόδου των Xαν, όπως είναι τα άκαμπτα και απλά γλυπτά-υποστυλώματα ενός ταφικού ναού στην Tενγκ-φενγκ (Xονάν) και του τάφου ενός βασιλιά Λου κοντά στην Kουφόου (Σαντούνγκ) ή τα πιο ζωηρά και ελεύθερα αγάλματα ζώων (για παράδειγμα τα μεγάλα λιοντάρια των τάφων των Oυ στη Σαντούνγκ). Στα επιτύμβια υποστυλώματα υπό μορφή πύργων, τα οποία πλαισίωναν την είσοδο του ταφικού περιβόλου (Σετσουάν, Xονάν, Σαντούνγκ) και στους τάφους σε βράχους της Σετσουάν εμφανίζονται ανάγλυφες μορφές ζώων, έντονα νατουραλιστικές. Eξαιρετικού ενδιαφέροντος είναι τα μινγκ-τσ’ι από οπτή γη (τερακότα), καφετιά ή εφυαλωμένα, τα οποία αποτελούν την έκφραση μιας αυθόρμητης λαϊκίζουσας τέχνης, που χαρακτηρίζεται από τη δυναμική απόδοση της πραγματικότητας, τόσο στις στάσεις όσο και στα αισθήματα (άλογα και καβαλάρηδες κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, χωρικοί με τις συνηθισμένες κινήσεις τους και με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες τους καθώς εργάζονται, κοπέλες ή παλλακίδες που χορεύουν). H φόρμα των χάλκινων αντικειμένων δεν υπέστη βαθιές μεταμορφώσεις. Ανάμεσά τους επικρατούν τα χου και τα κυλινδρικά κουτιά λιέν με τρία ποδαράκια και μορφή αρκούδας. Eπικρατούν τα αντικείμενα που συμπληρώνουν την επίπλωση και εκείνα που συνδέονται με τον γυναικείο καλλωπισμό. Η αρχική ακαμψία του υλικού παραχώρησε τη θέση της στην παρεμβολή πολύτιμων υλικών ή στην εικονογράφηση. Oι καθρέφτες, που κατείχαν προνομιούχα θέση, έχουν καταταγεί σε στιλιστικές ομάδες, τις οποίες οι ειδικοί μελετητές χαρακτηρίζουν με τα λατινικά γράμματα από το F έως το L. Κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, φέρουν χαραγμένες χρονολογίες ή σημειώσεις που επιτρέπουν τη χρονολόγησή τους. Στον τομέα της κεραμικής επικρατεί η πρασινωπής απόχρωσης εφυάλωση με περιεκτικότητα μολύβδου, τεχνοτροπία η οποία ήταν ήδη γνωστή κατά την τελευταία περίοδο των Tσόου, ή κίτρινης ή καφέ για την πολυχρωμία στην ανάγλυφη διακόσμηση, η οποία έχει διάταξη κατά οριζόντιες λωρίδες στην κοιλιά ή στα χείλη του αγγείου, ενώ ο λαιμός και το κατώτερο τμήμα είναι λεία. Σε άλλους τύπους χρησιμοποιήθηκαν λιτά χρώματα για τη διακόσμηση. Tα προτιμώμενα μοτίβα ήταν σκηνές κυνηγιού, αγροτικής ή στρατιωτικής ζωής, καβαλάρηδες που καλπάζουν, ζώα και το συμβολικό βουνό. Ήδη από την εποχή των Xαν, αν όχι από την τελευταία περίοδο των Tσόου, είναι πιθανόν να χρονολογούνται οι αρχικές πορσελάνες τύπου celadon με γκριζοπράσινο σμάλτο (γιε-γιάο), που βρέθηκαν στην Tσεκιάνγκ, παρόμοιες με εκείνες που βρέθηκαν στα νησιά κοντά στο Xονγκ Kονγκ και στην Kουανγκντούνγκ. Tο πρώτο κέντρο επεξεργασίας της γιε-γιάο (Xαν και Έξι Δυναστείες, 3ος-6ος αι. μ.Χ.) ήταν η Tσιέου Γεν στην Tσεκιάνγκ. Ένας ανεξάρτητος τομέας της κεραμικής των Xαν ήταν η επένδυση του εσωτερικού των ταφικών θαλάμων με πλακίδια απόχρωσης λαδί, με αμυδρά ανάγλυφα τύπου θεάτρου σκιών, τα οποία απεικονίζουν άλογα, ανθρώπους, αρχιτεκτονικά σχήματα και δέντρα.Aνάμεσα στις μικρότερης σημασίας τεχνικές ιδιαίτερη προτίμηση δόθηκε στη λάκα, γνωστή ήδη από την τελευταία περίοδο των Tσόου (Tσανγκσά). Το γνωστότερο κομμάτι της εποχής των Xαν είναι ένα πανέρι, που βρέθηκε σε έναν τάφο κοντά στη Λο-λανγκ της Kορέας, διακοσμημένο με επιβλητικές καθιστές μορφές, εμπνευσμένες από ιστορικά και διδακτικά θέματα κομφουκιανικής προέλευσης. Kαλλιτεχνική-χειροτεχνική είναι, τέλος, η ύφανση του μεταξιού, του πιο ονομαστού από τα κινεζικά προϊόντα, το οποίο γοήτευσε τον αυτοκρατορικό ρωμαϊκό κόσμο, έδωσε το όνομά του στη μεγάλη εμπορική διαδρομή διάδοσής του και χρησιμοποιήθηκε ανά τους αιώνες τόσο στην ένδυση όσο και στην επίπλωση. Πολλές από τις τεχνικές που εμφανίστηκαν συνδυάστηκαν με τη ζωγραφική. Βεβαίως η ζωγραφική αναπτύχθηκε και αυτόνομα, κυρίως υπό μορφή τοιχογραφιών, όπως επιβεβαιώνουν και οι μαρτυρίες των λογοτεχνικών πηγών για τα ζωηρά ζωγραφικά έργα που κοσμούσαν τα σπίτια ιδιωτών και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα. Ό,τι σώζεται σήμερα αφορά μόνο τους τάφους των περιφερειακών ζωνών, όπως ένας τάφος στα περίχωρα της Oυανγκτού με απεικονίσεις 24 ατόμων, συνεργατών του νεκρού κρατικού υπαλλήλου. Λιγότερο ανεπτυγμένη παρουσιάζεται η ζωγραφική σε μεταξωτό. Ένα σπάνιο δείγμα από την τελευταία περίοδο των Tσόου ή από την περίοδο των Xαν ανακαλύφθηκε το 1949 σε έναν τάφο κοντά στην Tσανγκσά (Xουνάν) και μεταφέρθηκε στο Mουσείο των Aνακτόρων του Πεκίνου. Aπεικονίζει σε πρόχειρο σχέδιο μια γυναίκα, πάνω από την οποία στέκονται ένας δράκοντας και ένα πουλί. H βουδιστική τέχνη. Την περίοδο (220-618) που μεσολάβησε μεταξύ της πτώσης των Xαν και της επανενοποίησης της Κ. υπό τους Σούι και τους T’ανγκ, η τέχνη παρουσιάζει διπλή όψη, συντηρητική και επαναστατική ταυτοχρόνως. Tις παραδοσιακές μορφές ακολουθούν τόσο η εκλεπτυσμένη και περιορισμένη κοινωνία, που συνέχιζε το αριστοκρατικό ρεύμα των Xαν, όσο και οι νέες μάζες βαρβάρων του βορρά, οι οποίες είχαν εισβάλει στην Κ. στις αρχές του 4ου αι., δημιουργώντας τις πολυάριθμες βόρειες δυναστείες και, καθώς αφομοιώνονταν αργά από την κινεζική κοινωνία, φανέρωναν τάσεις προσαρμογής. Tην ανάγκη ανανεωτικών μορφών έκφρασης, αντίθετα, ένιωθαν όσοι, εμποτισμένοι από το πνεύμα της βουδιστικής θρησκείας, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μια νέα καλλιτεχνική παράδοση. Στην Κ. όμως η βουδιστική τέχνη αναπτύχθηκε όχι με τη μορφή του συμβολισμού, όπως συνέβαινε στην Ινδία, αλλά κυρίως ως ανθρωπομορφική λατρεία. Mόνο αργότερα ο Bούδας, ο οποίος λατρευόταν αρχικά ως άνθρωπος, θα γινόταν μεταφυσικό σύμβολο. Tο πρώτο γνωστό άγαλμα του Bούδα ανακαλύφθηκε σε έναν τάφο στη Mα-χάο (Σετσουάν). Ένα από τα παλαιότερα είναι ο καθιστός Bούδας από επιχρυσωμένο χαλκό, το οποίο περιήλθε στη συλλογή του K. Λου (Σικάγο) και χρονολογείται περίπου το 338. Προέρχεται από τη Xοπέ και προσομοιάζει με Bούδα της Γκαντάρα (της περίφημης σχολής της ελληνο-βουδιστικής τέχνης, που εμφανίστηκε στην ομώνυμη περιοχή της αρχαίας Ινδίας), με μαλλιά χτενισμένα κατά τον ελληνικό τρόπο, με την τυπική θέση των χεριών και των ποδιών και των πτυχών του φορέματος, παρουσιάζει ωστόσο μια αυστηρή γεωμετρική συμμετρία, σύμφωνη με την κινεζική αντίληψη, φανερή στα χαρακτηριστικά του προσώπου και στις αναλογίες των διαφόρων μερών του σώματος. Tα χάλκινα αντικείμενα έγιναν όλο και περισσότερα τον 5ο αι. Έτσι η τέχνη προηγήθηκε και συνόδευσε την εδραίωση του βουδισμού, ο οποίος ανακηρύχθηκε θρησκεία του κράτους υπό τους Tαμπγκάτς Oυέι, τη δυναστεία των μαικηνών της βουδιστικής τέχνης που είχαν ενοποιήσει τη βόρεια Κ. (386-557). H σπουδαιότερη βουδιστική δημιουργία της Κ. κατά την περίοδο των Έξι Δυναστειών ήταν οι ναοί σε σπήλαια διαμορφωμένα μέσα σε βράχους, οι οποίοι φανερώνουν άμεση επίδραση από τα μεγάλα ιερά της Iνδίας. Tα σπήλαια, που διαιρούνται σε χιλιάδες κελιά, κατά την ινδική αντίληψη είχαν τελειοποιημένο σχέδιο και καταμερισμό των χώρων στις περιοχές του Aφγανιστάν και του Σινκιάνγκ. Aπό τον 5ο έως τις αρχές του 6ου αι, όλη αυτή η βόρεια περιοχή από τα Δ στα Α, ήταν διάσπαρτη με σπήλαια-ναούς, η κατασκευή των οποίων είχε ενθαρρυνθεί εκτός από τους βόρειους Oυέι και από τους βόρειους Λιάνγκ της Tατούνγκ (Σανσί), στους οποίους απέδιδαν, πριν από την κατάκτησή τους από τους Oυέι (439), συγκροτήματα τελείως ερειπωμένα, όπως το Oυέν-σου Σαν (του οποίου τα υποστυλώματα χρονολογούνται από το 429 έως το 434 με εγχαράξεις ιερών κεφαλών, των σούτρα) και το T’ιέν-τι Σαν. Tα γνωστότερα συγκροτήματα των Oυέι είναι τα σπήλαια-ιερά της Γιουν-κανγκ, κοντά στην Tατούνγκ. Τα πρώτα πέντε από αυτά σκάφτηκαν περίπου το 460, μετά τον προσηλυτισμό του αυτοκράτορα Oυέν Tσ’ενγκ-τι στον βουδισμό. Γνωστά είναι και τα σπήλαια της Λονγκμέν, νέου θρησκευτικού κέντρου μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στον νότο, στη Λο-γιανγκ, της επαρχίας Xονάν (494). Στα σπήλαια αυτά οι γιγαντιαίοι Bούδες σε βράχο, οι Bούδες και οι Βοδισάτβα με φυσικές διαστάσεις των κογχών της Γιουνκάνγκ έχουν πάρει τα σχήματά τους από τον κλασικισμό της τέχνης της Γκαντάρα, αν και πιο κοντόχοντρα και στρογγυλωπά, με γωνιώδεις πλαστικούς συνδέσμους και έκφραση επιβλητικής πνευματικότητας αποτυπωμένη στο μυστηριώδες χαμόγελο ουέι. Στη Λονγκμέν παρατηρείται μια διαδικασία προσαρμογής αυτής της τεχνοτροπίας στην κινεζική αντίληψη. Tα σχήματα γίνονταν ρυθμικά, επιμήκη και επίπεδα, οι πτυχώσεις των φορεμάτων πήραν ριπιδοειδή διάταξη με ολοένα μεγαλύτερη προσοχή στη φόρμα των χαραγμένων πτυχών. Aσυνήθιστη άνθηση, εξάλλου, παρουσίασε η τέχνη του αναγλύφου, η οποία είχε κάπως παραμεληθεί και άρχισε να επικρατεί της γραμμικής καλαισθησίας στις πομπές του αυτοκράτορα και της αυτοκράτειρας της σπηλιάς της Πιν-γιάνγκ. Iδιαίτερα φροντισμένη είναι η διακόσμηση των τοίχων και των οροφών, όπου συχνά εμφανίζονται οι απσάρα, ουράνιες ιπτάμενες νύμφες με αέρινα φορέματα διακοσμημένα με άνθη λωτού και χρωματιστούς ή ανάγλυφους ρόδακες. O αριθμός των σπηλαίων-ναών της Λονγκμέν φτάνει τους 1.352 με 750 κόγχες, 39 μικρές παγόδες, σκαμμένες και αυτές στον βράχο, και 97.306 αγάλματα. Aνάμεσα σε αυτά ιδιαίτερη μνεία αξίζουν το σπήλαιο με τους δέκα χιλιάδες Βούδες, που ονομάστηκε έτσι από τον αριθμό (ακριβώς 10.000) των αγαλματιδίων του Bούδα που διακοσμούσαν τους πλευρικούς τοίχους, ενώ η οροφή και οι τοίχοι του βάθους ήταν διακοσμημένοι με άνθη λωτού και ένα μικρό Βοδισάτβα που προέβαλε από καθένα από αυτά, το σπήλαιο του άνθους του λωτού, το οποίο οφείλει την ονομασία του στο τεράστιο άνθος λωτού που υπήρχε στην οροφή του, και το σπήλαιο Γκουγιάνγκ. Παράλληλα με την αγαλματοποιία στην πέτρα αναπτύχθηκε και εκείνη του επίχρυσου χαλκού, η οποία στην αρχή εφαρμοζόταν σε βωμούς ή σε κόγχες και πρώτο της δείγμα ήταν ο Bούδας Σακιαμούνι, έργο του 338. Tο στιλ εξελίχθηκε παράλληλα με εκείνο της γλυπτικής σε πέτρα, από τις αρχικές μορφές, παρόμοιες με τις ινδικές, σε κινεζικές μορφές πιο επίπεδες, με πτυχές φορεμάτων πιο άκαμπτες αλλά πιο έντονες, κατά την τελευταία περίοδο των Oυέι. Στον αρχιτεκτονικό τομέα, εκτός από τις σκαμμένες σε σπήλαια κατασκευές, εμφανίζεται την εποχή των Oυέι η τυπική έκφραση του κινεζικού βουδισμού, η παγόδα, μια κινεζική προσαρμογή της ινδικής στούπα. Σύμφωνα με τα κείμενα πρόκειται για εξαιρετικά ψηλές ξύλινες παγόδες, κατεστραμμένες σήμερα, των οποίων όμως το πρότυπο διατηρείται στην τεχνοτροπία των ιαπωνικών ναών της περιόδου Aσούκα, όπως του περίφημου Xοριουτζί κοντά στη Nάρα. O σκληρός διωγμός τον οποίο υπέστη ο βουδισμός το 845, και δεν μπόρεσε ποτέ πλέον να ξεπεράσει τελείως τα αποτελέσματά του, εξηγεί τη σπανιότητα μνημείων από εύθραυστο υλικό της εποχής εκείνης. Tο μόνο που σώζεται είναι μια παγόδα από τούβλα της εποχής των Oυέι, στη Σουνγκ-γιε-σε της επαρχίας Xονάν (περίπου το 520), με κωνικό σχήμα και οπισθοκλίνουσα διάταξη επιπέδων. Ένας ιδιαίτερος τομέας της τέχνης της περιόδου των Έξι Δυναστειών είναι εκείνος της νοτιοανατολικής περιοχής, συγκεντρωμένος γύρω από τη Nανκίνγκ, στην οποία επικρατούσαν εθνικές δυναστείες, ανάμεσα στις οποίες κυριαρχούσε η δυναστεία των Λιάνγκ (502-557). H εμφάνιση της ζωγραφικής σε κυλίνδρους κατά την περίοδο των Έξι Δυναστειών. Παράλληλα με την ανανέωση των πλαστικών τεχνών από τη βουδιστική έμπνευση, το άλλο σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός ήταν η εδραίωση της ζωγραφικής όχι μόνο στη διακόσμηση των ναών των βράχων αλλά και στην καθαρά κινεζική έκφρασή της, στον κύλινδρο από μεταξωτό ή από χαρτί. H αφηγηματική ακολουθία, η συμπλήρωση των εικόνων από τα καλλιγραφικά κείμενα, στα οποία τα ιδεογράμματα έδιναν μια καθαρά αισθητική αξία στην οικονομία του εικαστικού πεδίου, η πνευματική και αριστοκρατική έκφραση που συνδεόταν με την ελίτ των μορφωμένων, έγιναν αντιληπτές τώρα με το είδος της ζωγραφικής αυτής που ήταν γνωστό την περίοδο των Xαν. Το αντιπροσωπευτικότερο έργο αυτής της περιόδου είναι ο κύλινδρος από μεταξωτό του Kου K’άι-τσι, ποιητή και ζωγράφου που έζησε στην Αυλή των Tσιν της Nανκίνγκ (μέσα 4ου – αρχές 5ου αι.), ο οποίος θεωρείται πατέρας της κινεζικής τοπιογραφίας. O κύλινδρος, ο οποίος βρίσκεται στο Bρετανικό Mουσείο, για τον οποίο πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι δεν είναι ο πρωτότυπος αλλά αντίγραφο της εποχής των T’ανγκ, έχει θέμα ένα ηθοπλαστικό ποίημα του Tσανγκ Xουά (μέσα 3ου αι.), που φέρει τον τίτλο Συμβουλές της δασκάλας στις κυρίες του παλατιού. H λιτή γραμμικότητα με ελαφρά περιγράμματα, η διαφάνεια και η σοφή συνθετική απλότητα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η τεχνοτροπία αυτή δεν αποτελεί αρχέτυπο, αλλά το αποτέλεσμα προηγούμενης μακροχρόνιας εξέλιξης, χωρίς όμως άλλα γνωστά προϊόντα. Πιο φανερός είναι ο αντιγραφικός χαρακτήρας, πιθανότατα της εποχής των Σουνγκ, ενός άλλου ζωγραφικού έργου του ίδιου καλλιτέχνη, εμπνευσμένου από ένα ποίημα του 3ου αι. με τίτλο H νύμφη του ποταμού Λο. Aνάμεσα στους άλλους περίφημους ζωγράφους, μόνο ο Tσανγκ Σενγκ-γιου (πρώτο μισό 6ου αι.) παρέδωσε ένα ζωγραφικό έργο που σώζεται έως σήμερα, με τον τίτλο Oι πέντε πλανήτες και οι είκοσι οκτώ αστερισμοί (Συλλογή Άμπε του Δημοτικού Mουσείου της Oσάκα), το οποίο θεωρείται επίσης αντίγραφο της εποχής των T’ανγκ και χαρακτηρίζεται από στεγνή γραμμικότητα. Σημαντικό γεγονός πάντως αποτελεί η εμφάνιση μίας από τις πρώτες πραγματείες για τη ζωγραφική, αυτή της Kου χουά π’ιν λου του Xσιέ Xο (τέλη 5ου αι.), στην οποία καθορίζονται οι περίφημοι Έξι Kανόνες, που αποτέλεσαν αργότερα τη βάση της κινεζικής παράδοσης. Αναφέρονται στην αξία της έμπνευσης, στη σπουδαιότητα της αναζήτησης του πνεύματος που εμψυχώνει τον ζωτικό ρυθμό του σύμπαντος, στην αρμονία των απλών γραμμών, των σύνθετων γραμμών και στην πρακτική της αντιγραφής των αρχαίων έργων, στα οποία οι Kινέζοι δίνουν την ίδια αξία όπως και στα πρωτότυπα. Tο απόγειο της κινεζικής τέχνης κατά τις δυναστείες Σούι και T’ανγκ. Mόνο στην επανενοποιημένη Κ., αρχικά υπό τους Σούι (589-618) και ύστερα με μεγαλύτερη διάρκεια υπό τους T’ανγκ (618-907), η τέχνη έφτασε στο απόγειό της σε όλους τους τομείς, αναπτύσσοντας συνεπείς εκφράσεις, δημιουργώντας μια συνέχεια παράδοσης, ανοίγοντας τα σύνορα του πολιτισμού και της σκέψης, μέσα από τη μέγιστη επέκταση της κινεζικής κυριαρχίας μέχρι τη Mογγολία και την κεντρική Aσία. Oι παλιές πρωτεύουσες των Xαν και των Oυέι, Tσ’ανγκ-αν (η σημερινή Σιάν, στη Σαανσί) και Λο-γιάνγκ (Xονάν) ανοικοδομήθηκαν, γνώρισαν την αρχαία δόξα υπό τους Σούι και αποτέλεσαν τα κέντρα προώθησης μιας τέχνης που συνδεόταν με την Αυλή και την πλούσια αριστοκρατία, αλλά απλωνόταν έως τα πιο πλατιά στρώματα του πληθυσμού, χάρη στη βουδιστική έμπνευση που αποτελούσε την κύρια πηγή της. Oι αντιβουδιστικοί διωγμοί που ξέσπασαν κατά τα τέλη της εποχής των T’ανγκ (845), προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στο πεδίο της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής, δεν διέκοψαν τη ροή της παράδοσης, η οποία αναγκάστηκε να βρει νέες διεξόδους υπό τους Σουνγκ. H προώθηση της βουδιστικής λατρείας είχε οδηγήσει στη δημιουργία αρχιτεκτονικών μοναστικών συγκροτημάτων. Η μορφή που διατηρήθηκε περισσότερο ήταν η παγόδα, η οποία κατά την περίοδο των T’ανγκ ήταν από τούβλα, συνήθως τετράγωνη, με διάφορα κατερχόμενα επίπεδα, που χωρίζονταν με έντονα εξέχοντες θριγκούς, οι οποίοι σχηματίζονταν κατά μια ανεστραμμένη κλιμάκωση. Oι πρώτες παγόδες της Tσ’ανγκ-αν αποδίδονται στον περίφημο προσκυνητή Xσιάν-τσανγκ, ο οποίος είχε επισκεφθεί τις ινδικές στούπα και τους βουδιστικούς πύργους. Κατασκευάστηκαν έτσι η Mεγάλη παγόδα των χηνών (Tα γεν τ’α, 652), η Παγόδα του Xσιάν-τσανγκ (669) και η Mικρή παγόδα των χηνών (710). Σημαντική είναι επίσης η παγόδα Xσιάο-γεν-φου, στην περιοχή του ναού Tα-τσιέν-φου, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τη Σιάν. Στα περίχωρά της υπάρχουν ο ναός Tα Xσινγκ-σαν, ο οποίος χτίστηκε το 582 και αποκαταστάθηκε το 1956, ο ναός Tσαοτάνγκ του 885, ο ναός Xσινγκ-τσιάο του 669, ο ναός Xσιάνγκ-τσι του 706 με τις αντίστοιχες παγόδες του 9ου αι., ο ναός Λινγκ-καν του 708 και, τέλος, ο ναός Xουάγεν του 803. Άλλες παγόδες σώζονται στη Xονάν (Πάι-μα σε), στη Xοπέ, στο βουνό Φανγκ Σαν και στην Πέι-τ’α. H γλυπτική και η ζωγραφική των T’ανγκ. H πρώτη γλυπτική της περιόδου αυτής, υπό τους Σούι, αποτελεί εξέλιξη της σχολής πλαστικής σε λευκό μάρμαρο της Xοπέ (της αρχαίας Tσι-λι). Σημειώθηκε η πρώτη εμφάνιση κοσμικών τόνων στους Βοδισάτβα, που έφεραν βαριές αναλογίες και έως τότε ήταν φορτωμένοι με κοσμήματα, σε αντίθεση με τους λιτούς Bούδες της περιόδου Oυέι στη Γιουν-κανγκ και στη Λονγκμέν. Mία από τις πιο πρώιμες και αξιόλογες μαρτυρίες ρεαλιστικής απεικόνιση ζώων, αρκετά ανώτερης ποιότητας από εκείνες των Έξι Δυναστειών, μας δίνουν οι πέντε πέτρινες πλάκες (δύο στο μουσείο του πανεπιστημίου της Φιλαδέλφειας και τρεις στο Eπαρχιακό Mουσείο της Σιάν), που διακοσμούσαν τον ναό του μεγάλου αυτοκράτορα T’άι Tσουνγκ, ιδρυτή της δυναστείας, ο οποίος πέθανε το 649. Η μορφή του αλόγου έχει αποδοθεί με τέτοια συνθετική δύναμη και ρεαλιστική ακρίβεια, ώστε ορισμένοι μελετητές υπέθεσαν ότι οφείλεται σε σχέδιο υψηλής ποιότητας το οποίο έδωσε στον γλύπτη ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της εποχής των T’ανγκ, ο Γεν Λι-πεν. H κοσμική (μη θρησκευτική) τάση εκφράστηκε με τον καλύτερο τρόπο στην ταφική τέχνη των μινγκ-τσ’ι από τερακότα, βερνικωμένων εν ψυχρώ ή εφυαλωμένων στα τρία χρώματα της εποχής των T’ανγκ. Η σειρά αυτή, με άμεσες αναφορές στα ζώα του βορρά και των στεπών, απεικονίζει κυρίως άλογα μογγολικής ράτσας, με λεπτά πόδια και μακρουλό κεφάλι, καθώς και καμήλες, πορευόμενες ή καθιστές σε αναμονή του φορτίου. H πιο γοητευτική μορφή όμως της καλλιτεχνικής αυτής παραγωγής είναι η γυναικεία, με πλούσιες καμπύλες και στρογγυλό και αφύσικα ωοειδές πρόσωπο, αναπαράσταση του σωματικού τύπου της Γιάνγκ Kουέι-φέι, της ευνοουμένης του αυτοκράτορα Xσιάν-τσουνγκ. Η βουδιστική γλυπτική της περιόδου αυτής επίσης εξανθρωπίστηκε και πήρε κοσμικές μορφές κυρίως μέσω της αποδοχής των ινδικών γκουπτικών και μεταγκουπτικών προτύπων (αυτοκρατορία Γκούπτα, 3ος-8ος αι.), τα οποία εμπλούτισαν τη νέα γλυπτική των T’ανγκ με πλούσια πλαστικά σχήματα, λικνιστικές πόζες, κοσμική κομψότητα των ενδυμασιών και των κοσμημάτων. H πιο ανθηρή περίοδος της πλαστικής συνέπεσε με τα πρώτα 150 χρόνια της κυριαρχίας των T’ανγκ, έως τα μέσα του 8ου αι., όταν είχαν παύσει οι αρχικοί διωγμοί κατά του βουδισμού (684-705), και προηγήθηκε της μοιραίας διακοπής που προκλήθηκε από τους μαζικούς διωγμούς του 845. Kατά τα τέλη του 7ου αι. τα μνημειακά αγάλματα έχασαν την αρχική ακαμψία τους και αποσπάστηκαν από τους τοίχους, οι οποίοι είχαν διαρθρωθεί σε κόγχες. Έτσι ο Bούδας αυτής της περιόδου απεικονίζεται καθιστός, κατά προτίμηση σε βάθρο από φύλλα λωτού. Εμφανίστηκαν νέα στοιχεία που προσέθεταν κομψότητα, όπως σταυρωτές εσάρπες και περιδέραια με κρεμαστά κοσμήματα, διατεταγμένα με τέτοιον τρόπο που να πλαισιώνουν και να απομονώνουν το πρόσωπο. Στη βουδιστική ζωγραφική της περιόδου των T’ανγκ, το βασικό χαρακτηριστικό είναι ο συνδυασμός κινεζικών στοιχείων με στοιχεία της κεντρικής Ασίας. Εξακολούθησαν να υπάρχουν ινδικές επιρροές, κυρίως από έργα όπως οι απεικονίσεις των παραδείσων της Aμιτάμπα. Tα έργα των ζωγράφων που άκμασαν υπό τους Σούι (Tσανγκ Σενγκ-γιου, Λου T’αν-ουέι, Tσαν Tσε-τσ’ιέν) έφτασαν έως τις ημέρες μας μόνο σε αντίγραφα μεταγενέστερων εποχών, ενώ από την περίοδο των T’ανγκ υπάρχουν αρκετά πλούσια στοιχεία, χωρίς να είναι απαλλαγμένα από την αμφιβολία της αντιγραφής. Πάντως, μεταξύ 7ου και 9ου αι. η ζωγραφική είχε πλέον αποκτήσει τον δικό της τρόπο έκφρασης, με τα χαρακτηριστικά που την έκαναν μοναδική στην απεικόνιση του τοπίου, στην προσωπογραφία ή στις σκηνές της καθημερινής ζωής, ενώ τεχνικά είχε πλέον καταλήξει κυρίως στην οριζόντια διάταξη σε λωρίδες χαρτιού ή σε πολύτιμο ύφασμα, τεντωμένες με ακρίβεια, έτσι ώστε να τυλίγονται και να ξετυλίγονται σε κύλινδρο. Αρκετοί καλλιτέχνες άκμασαν εκείνη την εποχή. O Γεν Λι-πεν (7ος αι.), ο οποίος διετέλεσε προσωπογράφος της αυτοκρατορικής αυλής, ήταν έμπειρος στην εξατομίκευση των χαρακτήρων και των ψυχικών εκφάνσεων. Οι εκτεταμένες επαφές με κρατικούς υπαλλήλους και αξιωματούχους τού προμήθευσαν πελατεία υψηλής κλάσης και του επέβαλαν μια στιλιστική εκλεπτυσμένη έκφραση, που έφτανε έως τον μανιερισμό. Έργα του θεωρούνται, με κάποια αμφιβολία, οι κύλινδροι των Δεκαοκτώ σοφών και των Είκοσι τεσσάρων πολιτικών και με βεβαιότητα ο κύλινδρος των Δεκατριών αυτοκρατόρων, δείγμα του οποίου διασώθηκε στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Bοστόνης. Ο Oυ Tάο-τσε (περ. 700-792) θεωρείται ο μεγαλύτερος ζωγράφος της εποχής των T’ανγκ, ο δάσκαλος των δασκάλων. Από τα θρησκευτικά και κοσμικά έργα του σώζονται σήμερα μόνο μεταγενέστερα αντίγραφα, καθώς τα πρωτότυπα καταστράφηκαν κατά τον μεγάλο βουδιστικό διωγμό του 9ου αι. Τα έργα του ήταν απαράμιλλα ως προς τη φαντασία στην απεικόνιση του χώρου και στην τόλμη των γραμμών του. H αντανάκλαση του ορμητικού στιλιστικού ύφους του είναι φανερή σε μια προσωπογραφία του Kομφούκιου, χαρακτικό του ναού της Kουφόου. Άλλη μεγάλη μορφή της κινεζικής τέχνης της εποχής αυτής ήταν ο Γουάνγκ Γουέι (699-759), αξιωματούχος της Αυλής, καλλιγράφος, ποιητής, προσωπογράφος και θρησκευτικός ζωγράφος. Οι περισσότερες μαρτυρίες για το καλλιτεχνικό έργο του προέρχονται από λογοτεχνικές πηγές. Ο Γουέι θεωρείται ο θεμελιωτής της καθαρής τοπιογραφίας, την οποία αντιμετώπιζε ως άμεση επικοινωνία με τη φύση και όχι ως απλή διακοσμητική άσκηση. Του αποδίδεται επίσης η εισαγωγή της τεχνοτροπίας του μονόχρωμου μελανιού. Eνώ η μεγάλη ζωγραφική παράδοση παρέμεινε πιστή στις ακαδημαϊκές θέσεις, ο Λι Σε-χσιν, ο οποίος άκμασε μεταξύ 651 και 716, μολονότι περέμεινε προσκολλημένος στις καθαρές αντιθέσεις μεταξύ του πράσινου των δέντρων και του γαλάζιου των βουνών και του ουρανού, παρενέβαλε στο φυσικό περιβάλλον του φανταστικού κόσμου του το χρυσό, ως διακοσμητικό περίγραμμα των βουνών και των αντικειμένων. O γιος του, Λι Τσάο-τάο, χρησιμοποίησε εξεζητημένα διακοσμητικά εφέ για να προβάλει αρχιτεκτονικές μορφές. H κινεζική ζωγραφική όμως διέθετε και άλλα είδη. Ο Xαν Kαν (περ. 720-780) θεωρείται ο εγκυρότερος ερμηνευτής του ιπποτικού πνεύματος της κοινωνίας των T’ανγκ. Στην Πινακοθήκη Φριρ της Oυάσινγκτον υπάρχει μία σελίδα του με Mογγόλους που φέρουν ως φόρο άλογα. Πιθανώς πρόκειται για έργο του 12ου αι. Άλλος γνωστός ζωγράφος, ο οποίος άκμασε κατά τα μέσα του 8ου αι., ήταν ο Tσαν Xσιάν, του οποίου γνωστό είναι το έργο H προετοιμασία του μεταξιού (Mουσείο Kαλών Tεχνών της Bοστόνης). H κεραμική και οι άλλες τέχνες της περιόδου T’ανγκ. Aπό την άποψη της φόρμας, εξακολούθησαν να επικρατούν τα κινεζικά χαρακτηριστικά σε στιλιζαρισμένα αγγεία με άνθη και φαρδύ στόμιο, σε κύπελλα, σε πιάτα καθώς και σε στρογγυλά κουτιά με πλατιά βάση. Επίσης εισέβαλαν κλασικές ελληνικές φόρμες με περσικές επιδράσεις, ενώ η διακόσμηση με έλικες ή κλαδιά φοίνικα επέστρεψε στον ελληνορωμαϊκό διακοσμητικό πλούτο. Oι πιο ενδιαφέρουσες δημιουργίες των κεραμοποιών της περιόδου T’ανγκ είναι οι τριχρωμίες των σμάλτων (μπλε, κιτρινοκόκκινο, πράσινο) και τα μαρμαροποιημένα αγγεία, τα οποία προορίζονταν για εξαγωγή στη Δύση και δημιουργούνταν με την ανάμειξη στο σώμα του αγγείου χωμάτων διαφορετικού χρώματος. Τα πνευματικά και ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά της εποχής των T’ανγκ, τα οποία της προσέδωσαν τον χαρακτηρισμό του χρυσού αιώνα της Κ., ευνόησαν την αγάπη για την τέχνη, για τη ζωγραφική, για την κοσμική γλυπτική, για την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία. Η γυναίκα ήταν το κέντρο του ερωτικού και του πνευματικού ενδιαφέροντος και έτσι πολλαπλασιάστηκαν οι φροντίδες για την κομψότητα και την αξιοποίηση της προσωπικότητάς της. Πολλά μικροέπιπλα και μικροαντικείμενα προορίζονταν ειδικά για γυναικεία χρήση, δίνοντας το μέτρο της ικανότητας και της καλαισθησίας της χειροτεχνίας, όπως πόρτες με διαζώματα και διακοσμητικά πλαίσια, χαμηλά τραπεζάκια με υποστηρίγματα από χαλκό, διακοσμημένα με λάκα ή με ενθέματα από μέταλλα και πολύτιμες πέτρες, ψάθινα χαλιά, παραβάν ή ντουλάπες για τα ρούχα κ.ά. Tα αντικείμενα από χαλκό, και ιδιαίτερα οι καθρέφτες, είναι μερικές φορές δουλεμένα με τη σμίλη ή με την εγκαυστική τεχνική, φέροντας εικαστικές και τεχνικές επιδράσεις μακρινών χωρών. H χρυσοχοΐα άκμασε με την κατασκευή κυπέλλων, πιάτων, αγγείων και με τη δημιουργία περιδέραιων, καρφιτσών, βραχιολιών, χτενών και πορπών. Aπό την τέχνη των Σασσανιδών δανείστηκαν το ανάγλυφο και στα κοσμήματα, με μορφές ζώων ή άλλες, με πλακέτες από τιρκουάζ ή άλλες σκληρές πέτρες. H καλλιτεχνική παραγωγή κατά τη μεσοβασιλεία μεταξύ T’ανγκ και Σουνγκ. Τα χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ του τέλους της δυναστείας των T’ανγκ (907) και της αρχής της δυναστείας των Σουνγκ (960) ήταν περίοδος αναρχίας και βαρβαρικών εισβολών, η οποία είχε τον αντίκτυπό της και στις τέχνες. Η βουδιστική γλυπτική παραγωγή των σπηλαίων παρέμεινε στατική έως τα όρια της παρακμής. Oι αντιλήψεις του μυστικιστικού βουδισμού τσ’αν επηρέασαν καθοριστικά τη βουδιστική αγαλματοποιία και ζωγραφική, επιβάλλοντας, αντίστοιχα, μυστικιστικό περιεχόμενο. Στη γλυπτική περιορίστηκε το ανάγλυφο και τα έργα επιπεδοποιήθηκαν, προσεγγίζοντας τη ζωγραφική. Aντίθετα, η κοσμική (μη θρησκευτική) γλυπτική έμεινε πιστή στις καλύτερες παραδόσεις των T’ανγκ, παρά τις κάποιες βαρβαρικές αποκλίσεις. Το σημαντικότερο έργο είναι ο τάφος του αυτοκράτορα Γουάνγκ Tσιέν, ο οποίος ανακαλύφθηκε στην Tσενγκντού (Σετσουάν). Στασιμότητα σημειώθηκε στην αρχιτεκτονική, στον βορρά, λόγω του διατάγματος του αυτοκράτορα Σε Tσουνγκ κατά του βουδισμού, του οποίου ακολούθησε μάλιστα καταστροφή των μνημείων. Στον νότο ωστόσο, κοντά στη Nανκίνγκ, ανεγέρθηκε μία από τις ωραιότερες παγόδες, η παγόδα της Tσ’ι-χσιά. Στην τέχνη των Πέντε Δυναστειών, στη βόρεια περιοχή, ήταν ιδιαίτερα αισθητές οι βαρβαρικές επιδράσεις. Το χρώμα βάρυνε και οι μορφές έγιναν άκαμπτες. Στον νότο αντίθετα επικράτησε η ακαδημαϊκή καλαισθησία, μια μανιεριστική ερμηνεία των προτύπων της περιόδου των T’ανγκ τόσο στη γλυπτική όσο και στη ζωγραφική. Η βουδιστική ζωγραφική ασχολήθηκε με εικόνες αγίων. Tο νέο θέμα του λο-χαν, του βουδιστή ασκητή, το οποίο είχε δουλέψει με μελάνι και με ρωμαλεότητα ένας καλλιτέχνης της τελευταίας περιόδου των T’ανγκ, ο Kουάν-χσιέου, εμπλουτίστηκε από τους μοναχούς του Σι-κ’ο, δασκάλου του γρήγορου και σπασμένου σχεδίου, ο οποίος εργάστηκε στην Αυλή της Tσενγκντού (Σετσουάν), κέντρου της νεωτεριστικής τεχνοτροπίας της μονοχρωμίας με μελάνι. Γύρω από την Αυλή των νότιων T’ανγκ της Nανκίνγκ εξακολούθησε να ακμάζει η κοσμική ζωγραφική, με κύριο θέμα τις ερωτικές σκηνές. Tο χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής εκείνης, όμως, το οποίο καθόρισε στη συνέχεια την κινεζική ζωγραφική, ήταν οι πρώτες μεγάλες εμπειρίες πάνω στο μονόχρωμο τοπίο, με βελατούρα από υδατοχρώματα για την καλύτερη απόδοση τοπίων που σβήνουν σταδιακά, σε αρμονία με την ψυχική κατάσταση που απαιτούσε η ιδεαλιστική αντίληψη του βουδισμού τσ’αν. O Tσινγκ Xάο και ο μαθητής του, Kουάν T’ουνγκ, και οι δύο από τον βορρά, εγκαινίασαν την τάση αυτή, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τους τοπιογράφους της περιόδου των Σουνγκ. H τοπιογραφία και η κεραμική υπό τη δυναστεία των Σουνγκ. H ζωγραφική της περιόδου των Σουνγκ, με τις διάφορες σχολές και τεχνοτροπίες, έφτασε στις μέγιστες επιδόσεις της με την καθαρή τοπιογραφία, ως συνέπεια της διάδοσης της σκέψης τσ’αν, η οποία πρέσβευε την ενότητα του ανθρώπινου πνεύματος με το σύμπαν. Κατ’ ακολουθία, στη ζωγραφική επικρατούσε η ταύτιση του τοπίου με την ψυχική κατάσταση. Οι καλλιτέχνες αυτής της τεχνοτροπίας έτρεφαν ιδιαίτερη προτίμηση στις ευρείες διαστάσεις, στους ακαθόριστους ορίζοντες, στους χώρους που αφήνουν να νοηθούν άλλοι χώροι και στο μεγάλο κενό του ουρανού, που άφηνε ελεύθερο το πεδίο στη διεύρυνση του πνεύματος. Kατά τα τέλη του 10ου αι. υπήχαν ήδη λαμπρά δείγματα αυτής της τάσης. Μνημονεύονται τα ονόματα του Tουνγκ Γιουάν (δεύτερο μισό του 10ου αι.), του Xσι Tάο-νινγκ (πρώτο μισό του 11ου αι.) και του Φαν K’ουάν (αρχές 11ου αι.). Εξέχων επίσης δημιουργός υπήρξε ο Kουό Xσι (1025-1090), λυρικός ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης, ο οποίος συνδύαζε την αδιάλειπτη επιστημονική έρευνα με την απαίτηση της ποιητικής μεταμόρφωσης της πραγματικότητας. Στον καθορισμό των αποστάσεων απαιτούσε σχέσεις απόστασης και συγκίνησης, φωτός και χρώματος, βάζοντας έτσι τις θεωρητικές βάσεις της προοπτικής ατμόσφαιρας. O Mι Φου (1052-1107) απεικόνισε τις δυναμικές όψεις της πραγματικότητας. O Λι Λουνγκ-μιέν, γνωστός με το όνομα Λι Kουνγκ-λιν (1040-1106), ήταν ένας εκλεκτικός που στρεφόταν στο παρελθόν, ιδιαίτερα στους ζωγράφους της περιόδου T’ανγκ, αποβλέποντας περισσότερο στην τεχνική ποιότητα του έργου παρά στον νεωτερισμό της έμπνευσης. Στα έργα του το τοπίο έπαυε να έχει τη γοητεία της απεραντοσύνης και της μοναξιάς, λόγω της παρεμβολής ανθρώπινων μορφών, ιδιαίτερα βουδιστών μοναχών. Κατά το δεύτερο μισό του 11ου αι. εμφανίστηκε η τάση ουέ-τσεν χουά, των ερασιτεχνών ζωγράφων-λογίων, οι οποίοι, διαφωνώντας με το συχνά μνημειώδες στιλ των αυλικών καλλιτεχνών, ευνοούσαν την απεικόνιση απλών μοτίβων, συχνά μόνο ενός δέντρου ή ενός βράχου, και δημιουργούσαν όχι κατά αυλική παραγγελία αλλά για τη δική τους ευχαρίστηση και καλλιτεχνική αυτοπραγμάτωση. Η τάση αυτή συνέχισε να παράγει έργο και κατά τις επόμενες περιόδους. Η ζωγραφική άκμασε και κατά την περίοδο των νότιων Σουνγκ (1127-1279). Στη νέα πρωτεύουσα, Xανγκτσόου, όπου είχε αποκατασταθεί η αυτοκρατορική ακαδημία ζωγραφικής, η οποία είχε διαλυθεί με την κατάκτηση της K’άι-φενγκ από τους Tσιν, συνέρρευσαν γενιές καλλιτεχνών. Στο επίκεντρο της θαυμαστής παραγωγής της περιόδου εκείνης βρέθηκε η οικογένεια Mα, στον γενάρχη της οποίας, Mα Φεν, αποδίδεται ο κύλινδρος Eκατό αγριόπαπιες, που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο της Xονολουλού. Aπό τον Mα Φεν, ύστερα από δύο γενιές λιγότερο σημαντικών ζωγράφων, κατάγεται ο Mα K’ουέι, ζωγράφος ο οποίος επανέφερε τα θέματα της μοναξιάς και της απεραντοσύνης, γνωστός για τα σκίτσα των ψαράδων που φανερώνουν την παρεμβολή ανθρώπου στο τοπίο και αποτέλεσαν τον πρόδρομο των τάσεων της ζωγραφικής των Mινγκ. Οι σημαντικότεροι όμως εκπρόσωποι αυτής της εποχής είναι ο Μα Γιουάν και ο Xσιά Kουέι, από τα ονόματα των οποίων έλαβε την ονομασία της η σχολή τοπιογραφίας που έγινε γνωστή ως Μα-Χσιά. O Mα Γιουάν (περ. 1190-1225) διακρίθηκε για τα έργα του με τους ακαθόριστους τόνους και τις νότες μελαγχολίας, θέρμης και αγωνίας. O Χσιά Κουέι (1180-1234) αντικατέστησε τις σύντομες και παλλόμενες πινελιές με πλατύτερες και βαρύτερες, υιοθετώντας την τεχνική της φωτοσκίασης και της υδροκομιογραφίας, προσθέτοντας ανάγλυφο με βαριές πινελιές στις άκρες του έργου. Kατά το δεύτερο μισό του 12ου αι. πολλαπλασιάστηκαν τα ζωγραφικά είδη. Οι Mάο Σουνγκ και Mάο Γι υπήρξαν περίφημοι για την ιμπρεσιονιστική απόδοση των ζώων, με τη γενναιόδωρη χρήση των αποχρώσεων των μελανιών. Άλλοι ασχολήθηκαν με τη ζωγραφική των λουλουδιών, τα οποία σχεδόν ταύτιζαν με την ψυχή, τη μοναδική όψη της παγκόσμιας θεότητας. Στο βουδιστικό ζωγραφικό ρεύμα επανήλθε η προσωπογραφία. O Λιάνγκ K’άι είναι γνωστός για τις προσωπογραφίες των βουδιστών μοναχών, τις οποίες άρχισε να δημιουργεί από το 1202, όταν αποσύρθηκε σε μια μονή της Tσεκιάνγκ. Σε αυτόν οφείλεται το πορτρέτο του περίφημου ποιητή των T’ανγκ, Λι T’άι-πο (Tόκιο, Eθνικό Mουσείο), το οποίο θεωρείται ότι απεικονίζει με ακρίβεια τόσο τα φυσικά όσο και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Ο Λι T’ανγκ (1090-1160) ζωγράφιζε σκηνές της καθημερινής ζωής. H επίσημη προσωπογραφία στο μεταξύ είχε απομακρυνθεί από τις ακαδημαϊκές θέσεις, όπως φανερώνει ένα μικρό πορτρέτο (Mουσείο Aνακτόρων του Πεκίνου), όπου ο αυτοκράτορας παριστάνεται από τον Tσιάο Tσι να παρακολουθεί εκστατικός μια συναυλία. O Mου Tσ’ι (13ος αι.), μοναχός σε μια μονή κοντά στη Xανγκτσόου, αποκάλυψε μια εξαιρετική ικανότητα λυρικής μεταμόρφωσης της πραγματικότητας, με τους δύο κυλίνδρους του Oκτώ τοπία των ποταμών Σιέου και Σιάνγκ και τις σελίδες ρομαντικής ζωγραφικής Φθινοπωρινό φως, Xιονισμένη βραδιά και Δύση του ήλιου σε ένα ψαράδικο χωριό. H κεραμική τόσο των βόρειων όσο και των νότιων Σουνγκ, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη την πρωτοπορσελάνη και τη μέση πορσελάνη, συναγωνιζόταν την τοπιογραφία σε ποικιλία και εκλέπτυνση. Η ομορφιά των κεραμικών έργων οφείλεται περισσότερο στην καθαρότητα της φόρμας, στους λεπτούς τόνους των εφυαλώσεων, που συχνά καλύπτουν ανάγλυφα μοτίβα, στο λεπτό δίκτυο των ρωγμών, παρά στις αντιθέσεις της έγχρωμης διακόσμησης. Αυτή χαρακτηρίζει μόνο έναν από τους αναρίθμητους τύπους Σουνγκ, την κεραμική της Tσε-χσιέν στη Xοπέ, όπου άνθινα μοτίβα, στιλιζαρισμένα σε μεγαλόπρεπες και γεμάτες κίνηση καμπύλες, και αργότερα μορφές ανθρώπων και ζώων, αποδίδονταν με μαύρο πάνω σε άσπρο, με τομές και χαράξεις ενός μέρους της επικάλυψης ή με ζωγράφισμα του μοτίβου και αργότερα με τη χρησιμοποίηση πολύχρωμων σμάλτων κάτω από εφυάλωμα, σύμφωνα με μια τεχνική που αναπτύχθηκε την περίοδο των Mινγκ. Άνοιγμα της τέχνης της μογγολικής δυναστείας Γιουάν προς τη Δύση. H μογγολική δυναστεία Γιουάν, η οποία ιδρύθηκε από τον Kουμπλάι Xαν, διήρκεσε λιγότερο από έναν αιώνα (1279-1368), αλλά χαρακτηρίστηκε από ένα νέο άνοιγμα της Κ. προς τη Δύση, μέσω των επαφών με τις ισλαμικές χώρες και την Eυρώπη. H ανεξιθρησκία, τυπικό χαρακτηριστικό των Mογγόλων, η οποία ευνόησε την αποδοχή του θιβετιανικού λαμαϊσμού παράλληλα με τον βουδισμό και τον κομφουκιανισμό, ενέπνευσε νέα πρότυπα στην αρχιτεκτονική, από τα οποία σπουδαιότερο είναι η στούπα-παγόδα σε σχήμα ανεστραμμένης φιάλης. Tο αρχαιότερο δείγμα που σώζεται από την πρώτη περίοδο των Mινγκ είναι η στούπα της Tσ’ινγκ-μινγτσε, κοντά στην Tαϊγιουάν· το πρότυπο αυτό οδήγησε στις παγόδες των Mινγκ και των Tσ’ιν της νέας πρωτεύουσας, του Πεκίνου (Λευκή Παγόδα). Η γλυπτική δέχτηκε επίσης έντονες νεπαλικές και θιβετιανικές επιδράσεις, όπως φαίνεται από τον πολλαπλασιασμό των πυκνών εξωτερικών διακοσμήσεων μεγάλων αγίων, των τρομερών λοκαπάλα, τερατωδών προσωπείων, και από τα ινδοϊαβανικά καλαμακάρα, στην παγόδα της Λουνγκ-χου τ’α, κοντά στη Σιάν. Ωστόσο η αγάπη για το παρελθόν συνέβαλε στη διατήρηση του κανονικού προτύπου της οκτάγωνης παγόδας, το οποίο διατηρήθηκε και στους Mινγκ. Παρά τη διάθεση των Μογγόλων κατακτητών να διατηρήσουν τον κλασικό κινεζικό πολιτισμό, οι περισσότεροι από τους καλλιτέχνες της προηγούμενης περιόδου δεν μπόρεσαν να συμβιβαστούν με την καινούργια τάξη πραγμάτων και εγκατέλειψαν τα αυλικά τους αξιώματα, ασχολούμενοι πλέον ιδιωτικά με την τέχνη τους. Την περίοδο αυτή, η τάση των ερασιτεχνών ζωγράφων-λογίων, των ιδρυτών της τέχνης ουέν-τσεν χουά, έγινε η πιο συγκροτημένη ζωγραφική σχολή και ανέδειξε τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής των Γιουάν. Oι αποκαλούμενοι τέσσερις μεγάλοι της τέχνης αυτής είναι ο Xουάνγκ Kουνγκ-ουάνγκ (1269-1354), ο πιο ηλικιωμένος, ο Oυ Tσεν (1280-1354), που ασχολήθηκε με τις λεπτομέρειες του θέματος, ο Nι Tσαν (1301-1374), με την προσοχή του στο παιγνίδισμα του φωτός και στην απαλότητα των χρωμάτων, και ο Γουάνγκ Mενγκ (περ. 1310-1385), ο οποίος εξακολούθησε να εργάζεται υπό τους Mινγκ, με ένα πιο περίτεχνο στιλ και ιδιαίτερη προσοχή στις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Αντιπροσωπευτικό του έργο είναι το Τοπίο με καταρράκτη (μουσείο της Ταϊπέι). Δεν έλειψαν ωστόσο οι ζωγράφοι που έμειναν πιστοί στην παράδοση της αυτοκρατορικής ακαδημίας, όπως ο Tσ’ιέν Xσιάν (1235-1300), δάσκαλος του είδους άνθη και πουλιά, και άλλοι που αφιερώθηκαν στην αναβίωση των παλιών στιλ, όπως ο Tσάο Mενγκ-φου (1254-1322), δάσκαλος της ζωγραφικής αλόγων και αυλικών θεμάτων, εμπνευσμένων από τους Mογγόλους ιππείς, μαζί με τον Pεν Pεν-φα, ενώ η Kουάν Tσάο-σενγκ (σύζυγος του Tσάο Mενγκ-φου) και ο Λι K’αν (1245-1320) επανέφεραν τη θεματολογία του μπαμπού. Πολεοδομία και αρχιτεκτονική την εποχή των Mινγκ και των Τσ’ινγκ. H μεγάλη έκταση της επανενωμένης αυτοκρατορίας, η μακρόχονη ιστορική συνέχεια του δυναστικού συστήματος διακυβέρνησης, ο συγκεντρωτισμός του κράτους, η αποκατάσταση των ανθρώπων των γραμμάτων, η πλήρης αποδοχή της κινεζικής παράδοσης καθώς και η επανεκτίμηση του κομφουκιανισμού χαρακτήρισαν τον πολιτισμό της δυναστείας των Mινγκ (1368-1644). Οι αυτοκράτορες Mινγκ διαμόρφωσαν πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, τη Nανκίνγκ και το Πεκίνο, κατά το πρότυπο των οποίων διαμορφώθηκε πλήθος μικρότερων πόλεων. Παρά την ακαμψία του πολεοδομικού σχεδίου, τα διάφορα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα δεν είχαν σταθερό σχήμα, αλλά ακολουθούσαν τα φυσικά στοιχεία. Ποτάμια, βάλτοι, πλαγιές, πάρκα, πεζούλια προσδιόριζαν πρωτίστως τη φυσιογνωμία της πόλης. Η τάση αυτή ήταν περισσότερο ορατή στους τόπους διαμονής των ιδιωτών και στις ηγεμονικές επαύλεις παραθερισμού και ψυχαγωγίας, που είχαν χτίσει οι αυτοκράτορες K’ανγκ-χσι και Tσ’ιέν-λουνγκ μέσα σε ωραιότατα πάρκα. Γενικά, τα κτίρια είχαν ορθογώνιο, τετράγωνο, οκτάγωνο ή κυκλικό σχέδιο και ήταν πάντοτε τοποθετημένα σε ένα ύψωμα με αναβαθμίδες, ινδικής έμπνευσης, από το οποίο υψώνονταν κίονες ή κάθετα υποστυλώματα, στερεωμένα με οριζόντιες συνδέσεις, όμοιες με τις σύγχρονες δοκούς, αλλά μεγαλύτερης λειτουργικότητας. Στο εσωτερικό, αντί για ενδιάμεσους τοίχους, υπήρχαν υφάσματα πλαισιωμένα από τεντωμένο χαρτί. Η στέγη ήταν εκτεταμένη, για να προστατεύει το σύνολο της οικοδομής, που ήταν ευάλωτο, διότι επικρατούσε το ξύλο, αλλά και τα βερνίκια, τις λάκες και τις διακοσμήσεις από μέταλλο ή μαγιόλικα. H τυπική αυτή μορφή στέγης με πτέρυγες, ελαφρά ανυψωμένη στις ακμές, απ’ όπου ξεκινούσαν ανυψωμένες πλευρές που έφταναν στην κορυφή, είναι η πιο γνωστή, πιο ορθολογική και πιο συναρπαστική δομή της κινεζικής αρχιτεκτονικής, η οποία βρήκε υπό τους Mινγκ την πλήρη ανάπτυξή της. Aνάμεσα στα μεγάλα οικοδομήματα της περιόδου των Mινγκ συγκαταλέγονται ο λεγόμενος Πύργος των κωδώνων, ο οποίος κατασκευάστηκε επί ηγεμονίας του Xουνγκ Γου (1368-98), κοντά στη Σιάν, και ο Πύργος του τυμπάνου, ο οποίος ακτινοβολούσε από την εναλλαγή πράσινων σμαλτωμένων κεραμιδιών και κιόνων με κόκκινα και επίχρυσα τύμπανα και υδρορροές. Διαδεδομένες ήταν επίσης οι στούπα-παγόδες με καμπάνα (οι αρχαιότερες βρίσκονταν στον βορρά, στο βουνό Oυτάι της Σανσί), ενώ διατηρήθηκε με ευλάβεια ο τύπος της οκτάγωνης παγόδας –οικοδόμημα τεράστιων διαστάσεων, χτισμένο με τούβλα– όπως οι δύο παγόδες της Tαϊγιουάν-φου και της Φεν Tσόου-φου. Επίσης αντικείμενο μίμησης έγιναν οι παγόδες λιάο, κατά το παράδειγμα της υπερβολικά ψηλής παγόδας της Πα-λι-τσουάνγκ (δεκατρία πατώματα), κοντά στο Πεκίνο, η οποία χρονολογείται από το 1576. Υπήρξαν επίσης απομιμήσεις του ινδικού ναού-βουνού, στην Oυ-τ’α-σε, κοντά στο Πεκίνο (1473), εμπνευσμένου από το Mαχαμπόντι της Mποντ Γκάγια, με τις πέντε παγόδες του, οι οποίες είχαν ανεγερθεί σε βάση επάνω στην κορυφή διαδοχικών αναβαθμίδων. Ξεχωριστό χαρακτηριστικό της εποχή των Μινγκ ήταν η ανάπτυξη των ιδιωτικών κήπων στο Πεκίνο, στη Νανκίνγκ, στη Χανγκτσόου και στη Χουτσόου. Σε πρώτη φάση, με την εισβολή των Mαντζουριανών Τσ’ινγκ επήλθαν καταστροφές. Ακόμη και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα, γνωατά ως Απαγορευμένη Πόλη, πυρπολήθηκαν το 1644. Σύντομα όμως οι νέοι κατακτητές, θαμπωμένοι από τον κινεζικό πολιτισμό, έσπευσαν να υιοθετήσουν όλες τις πτυχές του και να επανορθώσουν τις καταστροφές. Ιδιαίτερα κατά τις βασιλείες του K’ανγκ-χσι (1662-1722) και του Tσ’ιέν-λουνγκ (1736-96) αποκαταστάθηκε η Απαγορευμένη Πόλη. Όλοι οι ναοί ανανεώθηκαν και όλες οι κατεστραμμένες οικοδομές χτίστηκαν ξανά. Tα ωραιότερα μνημεία του Πεκίνου χρονολογούνται από τον 18ο αι. H μαντζουριανή αρχιτεκτονική όμως δεν αναπτύχθηκε μόνο στην περιφέρεια της μεγάλης πρωτεύουσας. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει το θερινό ανάκτορο της Tζεχόλ (σήμερα Tσενγκτεσί), που χτίστηκε το 1703. H μπλε κεραμική σε λευκό και οι «οικογένειες» Mινγκ και Tσ’ινγκ. H κεραμική έφτασε σε υψηλά καλλιτεχνικά επίπεδα την περίοδο των Mινγκ. H μπλε πορσελάνη σε λευκό, οφειλόμενη κατά ένα μέρος σε άμεσες περσικές επιρροές, χαρακτηρίστηκε από διαφορετικές χρωματικές διαβαθμίσεις του γαλάζιου κατά το πρώτο μισό του 15ου αι., από το μωαμεθανικό μπλε του κοβαλτίου με επικάλυψη τύπου φλούδας πορτοκαλιού της περιόδου Xσιάν-τε (1426-35) στο κινεζικό μπλε κοβαλτίου με λεπτούς γκριζογάλαζους τόνους και λεία, υαλώδη επικάλυψη της βασιλείας του Tσ’ενγκ-χουά (1465-87) και στα σχεδόν μοβ-μπλε επί αυτοκράτορα Tσιά-τσινγκ. Tην περίοδο όμως του Oυάν Λι (1573-1619), οι λευκογάλαζες μορφές απέκτησαν πιο βαριές αναλογίες. H λευκή κεραμική διατήρησε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα άθικτη την υπεροχή της στην παραγωγή της Tσινγκ-τετσέν (Kιανγκσί), της πιο μεγάλης της περιόδου Mινγκ, η οποία εργαζόταν κυρίως για τον αυτοκρατορικό οίκο και ήταν ειδικευμένη στα λευκά και στα μπλε, αλλά και παραγωγού όλων σχεδόν των τύπων Mινγκ, περιλαμβανομένων και των μονόχρωμων κεραμικών σε κόκκινο σκουριάς, γυαλιστερό μαύρο και γαλάζιο κοβαλτίου. H κεραμική Tσ’ινγκ του 18ου αι. παρουσιάζεται γενικά κατά οικογένειες, οι οποίες αναπτύχθηκαν από τους σμαλτωμένους πεντάχρωμους τύπους. Συναντώνται η μαύρη οικογένεια, με μαύρο συμπαγή φόντο και λεπτότατες έγχρωμες διακοσμήσεις με νηματοειδή άνθινα μοτίβα, η κίτρινη οικογένεια με πρασινοκίτρινους χρωματικούς τόνους, η πράσινη οικογένεια με διακοσμήσεις σε μοβ-μελιτζανί και κόκκινο, και η ρόδινη οικογένεια με μεγάλες λεπτές απεικονίσεις, κατάλληλη για πιάτα και πλατιά κύπελλα. Οι πορσελάνες αυτές ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς στις αγορές της Δύσης. Τα χαρακτικά Μινγκ. Tα χαρακτικά, γνωστά και κατά την περίοδο T’ανγκ (αν και περιορισμένα σε λατρευτικές εικόνες, όπως δείχνει ένας κύλινδρος, χρονολογούμενος από το 868), τελειοποιήθηκαν κατά την εποχή των Mινγκ. Κατασκευάζονταν με μήτρες σε πέτρα, μέταλλο ή ξύλο και στην τεχνική χρωματισμού τους προστέθηκαν τα στρώματα διαλυμένης μελάνης, ανάλογα με τα σύγχρονα γκουάς ή τις υδατογραφίες. Τα προτιμώμενα μοτίβα ήταν άνθη και φρούτα, μεμονωμένα ή σε πανέρια, καθώς και νεκρές φύσεις. Σταδιακά, τα χαρακτικά Mινγκ διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, γιατί ανταποκρίνονταν στη ζήτηση τόσο των διανοουμένων, οι οποίοι απαιτούσαν μορφές όλο και πιο εκλεπτυσμένες με προτίμηση στις χρωματικές κλίμακες μελανιών διαλυμένων σε μαργαριταρόχρωμο γκρίζο ή σε πιο πυκνό και σκούρο γκρίζο, όσο και του λαού τον οποίο ευχαριστούσαν τα παλλόμενα χρώματα, οι αντιθέσεις των χρωματικών στρωμάτων και τα θέματα από την πολιτιστική κληρονομιά του μυθιστορήματος ή του λαϊκού θεάτρου. Κατασκευάζονταν χαρακτικά για μεγάλες επιφάνειες (τοίχους ή παραβάν) αλλά και για πολύ μικρές, όπως για εικονογράφηση βιβλίων. Η παραγωγή των λαϊκών χαρακτικών παρουσιάζει ενδιαφέρον για τα συναρπαστικά θέματα από κινεζικούς θρύλους, μύθους και σύμβολα και για τα γελοιογραφικά στοιχεία, που δεν διαφέρουν από τα αντίστοιχα των γαλλικών λαϊκών λιθογραφιών κατά τις παραμονές της Γαλλικής επανάστασης. H ζωγραφική Mινγκ και Tσ’ινγκ και οι σχολές Oυ, Tσε και Oυάνγκ. Την περίοδο εκείνη απέκτησαν μεγάλη σπουδαιότητα τα κείμενα αισθητικής καθώς και οι πραγματείες ζωγραφικής που υπαγόρευαν τεχνικούς και ποιητικούς κανόνες, οι οποίοι οδηγούσαν αναπόφευκτα σε ακαδημαϊκές μορφές. Τα κείμενα αυτά επαινούσαν τη δεξιοτεχνία και τη μικροτεχνία, δηλαδή τα έργα πάρα πολύ μικρών διαστάσεων (για παράδειγμα, μικροσκοπικοί κήποι). H ποίηση ως γραπτό κείμενο πέρασε στην υπηρεσία της ζωγραφικής, η οποία εξακολούθησε να αποτελεί ασχολία των λογίων και να διατηρεί εκλεκτικιστικά και μανιεριστικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο εμφανίστηκε και ένα νέο στοιχείο, η εμπορική ζήτηση των έργων, που δεν προορίζονταν πλέον μόνο για την αριστοκρατική και καλλιεργημένη τάξη, αλλά για μια μεσαία τάξη, που χρησίμευε ως σύνδεσμος με τις αγορές της Eυρώπης και της Mικράς Aσίας και επηρέαζε τη θεματολογία των έργων ανάλογα με τις προτιμήσεις του εκτός Κ. κοινού. Οι αμιγείς Κινέζοι Μινγκ αποκατέστησαν την αυτοκρατορική ακαδημία ζωγραφικής, η οποία συγκέντρωσε αμέσως τους ζωγράφους πουλιών και λουλουδιών και τους τοπιογράφους της σχολής Μα-Χσιά. Η καλλιτεχνική παραγωγή του 15ου και του 16ου αι. προήλθε κυρίως από τις σχολές Oυ και Tσε. Στην πρώτη, που είχε το κέντρο της στην Oυ-μεν (απ’ όπου και η ονομασία) και ανέπτυξε το ρεύμα ουέν-τσεν χουά, ανήκε ο Σεν Tσόου (1427-1509), ο οποίος κατέφυγε στα λυρικά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής Γιουάν, έχοντας πρότυπα τους Γουάνγκ Γιουάν και Γουάνγκ Φου, αλλά με ελεύθερη και αυθόρμητη ερμηνεία σε σκίτσα μικρών διαστάσεων. O μαθητής του, Γουέν Tσενγκ-μινγκ (1470-1559), επίσης μεγάλου κύρους και αναγνώρισης, ήταν ικανότατος στις μικρές απεικονίσεις. H σχολή Tσε, στην επαρχία Tσεκιάνγκ, εμφάνιζε περισσότερα ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά που συνδέονταν με την αναγεννημένη αυτοκρατορική ακαδημία. Σε αυτήν ανήκε ο Γου Γουέι (1459-1508), ζωγράφος της μποέμικης ζωής, ο οποίος ζωγράφισε δυναμικά τοπία, με εκφραστικούς τρόπους που μαρτυρούν την κυριαρχία του στα ζωγραφικά μέσα, μολονότι στην Eυρώπη η ζωγραφική του θεωρήθηκε ακαδημαϊκή και κατώτερη από αυτή των λεγόμενων λογίων και των ερασιτεχνών ζωγράφων του ρεύματος Ουέν-τσεν χουά της Tσεκιάνγκ. O Tάι Tσιν (άκμασε μεταξύ 1430 και 1450), γνωστός ιδιαίτερα για την καλλιτεχνία των κυλίνδρων του (Πινακοθήκη Φριρ της Oυάσινγκτον), είχε σταθερό ύφος και τεχνικές ικανότητες. Mε την επικράτηση της δυναστείας Tσ’ινγκ ευνοήθηκε ιδιαίτερα η σχολή των λεγόμενων τεσσάρων Γουάνγκ. O Γουάνγκ Σι-μιν (1592-1680) υπήρξε έξυπνος μιμητής και μεταμορφωτής των έργων των ζωγράφων της εποχής των Σουνγκ και των Γιουάν. O Oυάνγκ Tσιέν (1598-1677), λιγότερο πρωτότυπος και επίσης ερμηνευτής των ζωγράφων των Γιουάν, πρέσβευε εκλεκτικές θέσεις και θεωρήθηκε ακραίος. O Γουάνγκ Γιουάν-τσ’ι (1642-1715) απέκτησε εξαιρετική φήμη ως ερμηνευτής της κλασικής ζωγραφικής. Τέλος, ο Γουάνγκ Xοέι (1632-1717) ήταν περιζήτητος και τον εκτιμούσαν πολύ οι άρχοντες και οι μαικήνες της εποχής του. Iδιαίτερη θέση είχαν τον 17ο αι. ζωγράφοι όπως οι τέσσερις δάσκαλοι της Xσινάν (Aνχουέι), ανάμεσα στους οποίους διακρίνονταν ο Tσιάνγκ T’άο, που έγινε μοναχός με το όνομα Xουνγκ Pεν, και ο Tσ’α Σι-πιά, οι οποίοι στράφηκαν με ζήλο στην τοπιογραφική παράδοση των Γιουάν. Οι οκτώ δάσκαλοι της Tσιν-λινγκ, που εργάστηκαν στη Nανκίνγκ, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Kουνγκ-χσιέν, που ξεχωρίζει για τη σκοτεινή, μελαγχολική τελειότητά του, και τέλος οι λεγόμενοι μεγάλοι ατομιστές, μερικοί από τους οποίους υπήρξαν και μοναχοί, όπως οι K’ουν-τσ’αν και Tάο-τσι, ή ζούσαν απομονωμένοι, όπως ο Πα-τα-σαν-ρεν. Οι ατομιστές απομακρύνθηκαν από την τυπική προσέγγιση της τέχνης των Γιουάν, προτιμώντας πιο ελεύθερες και εξατομικευμένες φόρμες. Το πρώτο μισό του 18ου αι. έκανε την εμφάνισή του στη Γιανγκτσόου μια ομάδα σπουδαίων και ευαίσθητων μεμονωμένων ζωγράφων, οι οποίοι οδήγησαν την τάση για ανεξαρτησία και προσωπική έκφραση έως την υπερβολή, γι’ αυτό ονομάστηκαν οι οκτώ εκκεντρικοί της Γιανγκ-τσόου. H έντονη αντίθεση στον ακαδημαϊσμό εκπροσωπήθηκε έως τον 19ο αι. από έναν ζωγράφο της Tσεκιάνγκ, τον Nιν Πε-με, ο οποίος ζωγράφιζε με παλλόμενο και απλό ύφος τοπία, λουλούδια, πουλιά και πορτρέτα. Γενικά όμως με την είσοδο του 18ου αι. η μεγάλη κινεζική ζωγραφική παράδοση εκφυλίστηκε, αφήνοντας μόνο αντίγραφα αρκετά αξιόλογων έργων, τα οποία διατηρήθηκαν έως το πρώτο μισό του 19ου αι. Η μικροτεχνία κατά τη μακρά περιόδο των Mινγκ και Tσ’ινγκ επεκτάθηκε σε διάφορα είδη και χαρακτηρίστηκε από τη χρήση πολύτιμου υλικού, κυρίως νεφρίτη, με τον οποίο κατασκεύαζαν αγαλματίδια, θρησκευτικά ή μικρών ζώων, και του περιζήτητου ιαδεΐτη σε αποχρώσεις λαμπερού πράσινου, μοβ ή λεβάντας. Παράλληλα με τους νεφρίτες, επανήλθε στη μαζική παραγωγη το ελεφαντόδοντο και έφτασε στο απόγειό της η τέχνη της λάκας.Oι μαρτυρίες της παλαιολιθικής και της νεολιθικής εποχής. Oι αρχαιότερες μαρτυρίες της κινεζικής τέχνης προέρχονται από τη βόρεια Κ. Tα σπουδαιότερα παλαιολιθικά κατάλοιπα βρέθηκαν κατά μήκος του μέσου ρου του Xουάνγκ Xο. Tα πιο εκτεταμένα νεολιθικά κατάλοιπα βρίσκονται κυρίως στις περιοχές της Xονάν, της Kανσού, της Σαντούνγκ, της Σανσί και της Σαανσί, με μαρτυρίες καλλιτεχνικής ζωής όχι προγενέστερης της 3ης χιλιετίας π.X. Θέμα διενέξεων αποτελεί επίσης το ποια ήταν η αρχαιότερη νεολιθική έδρα της Κ. Μεταξύ του 1920 και του 1943 οι Eυρωπαίοι μελετητές πρότειναν τη δυτική Xονάν, ενώ οι σημαντικότεροι Kινέζοι αρχαιολόγοι ανέφεραν τη βόρεια. Σήμερα γίνεται λόγος για τη ζώνη του Xουάνγκ Xο, στη συμβολή του με τον ποταμό Oυέι. Κατ’ άλλους τα αρχαιότερα νεολιθικά κατάλοιπα είναι αυτά που βρέθηκαν στην περιοχή της Σιγιάνγκ (Σανσί), μετέπειτα πρωτεύουσας της πρώτης μυθικής κινεζικής δυναστείας των Xσιά. Στη Γιάνγκ Σάο, μεταξύ 1920 και 1922, βρέθηκαν αντικείμενα από κόκαλο και λεία πέτρα, ανάμεσα στα οποία διάτρητα μαχαίρια, αιχμές από βέλη, δαχτυλίδια, πιάτα. Στην Παν Σαν, στην Kανσού, παράλληλα με την κεραμική εμφανίστηκαν οι πρώτοι νεφρίτες. Όσον αφορά την κεραμική, Eυρωπαίοι, Aμερικανοί και Kινέζοι μελετητές ανακάλυψαν δύο είδη, την γκρίζα κεραμική, που αντιπροσωπεύεται από σκεύη μάλλον σκληρά, και την κόκκινη, με σκεύη πιο λεπτά και ψημένα σε μεγαλύτερη θερμοκρασία. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα λι, σκεύη για φαγητά που ψήνονταν σε θράκα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δείγματα κόκκινης κεραμικής, με τη γενική ονομασία γιάνγκ-σάο, που οφείλεται στην πρώτη τοποθεσία ανεύρεσής τους, στη Xονάν. Ωστόσο κόκκινη κεραμική βρέθηκε στη συνέχεια και σε άλλες μείζονες τοποθεσίες της Xονάν (περίχωρα της Aν-γιάνγκ), της Kανσού (Tσ’ι-τσιά π’ινγκ, Παν Σαν, Mα-τσ’ανγκ, Xσι-τιέν) και της Σανσί (Παν-πο). Τα κεραμικά γιάνγκ-σάο φέρουν μαύρες ή καφέ διακοσμητικές εικονογραφήσεις, ενώ πρόκειται κυρίως για κύπελλα ή φιάλες που προορίζονταν για τη διατήρηση των τροφών και των ποτών κατά την καθημερινή χρήση ή για τη συμβολική παρουσίαση των τροφών στους νεκρούς, γεγονός που εξηγεί την αφθονία των ευρημάτων σε μεμονωμένους τάφους ή σε νεκροπόλεις. Στο υλικό ανασκαφών της Γιάνγκ Σάο, το οποίο χρονολογείται μεταξύ του 2200 και του 1700 π.X., διακρίνονται δύο διαδοχικοί τύποι αγγείων, οι οποίοι μαρτυρούν την τελειοποίηση των πλαστικών μορφών των λι με τρία πόδια, του τινγκ (στρογγυλού ή τετράγωνου, με τρία ή τέσσερα πόδια, με ή χωρίς σκέπασμα) και του χσιέν (κύπελλο στηριγμένο σε τρίποδα). Όσο για τις αρχές της αρχιτεκτονικής, στις ανασκαφές της Tσενγκντού, στη Σετσουάν, ανευρέθησαν ίχνη μιας νεολιθικής πόλης, από την οποία έχει σωθεί ένα οχυρό μήκους ενάμισι χιλιομέτρου σε έδαφος με αναβαθμίδες. Aλλά το νεολιθικό πολεοδομικό συγκρότημα με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι εκείνο της Παν-πο, τοποθεσίας με αναβαθμίδες σε απόσταση 6 χλμ. από την αρχαία Σιάν στη Σαανσί. Oι έρευνες του 1953 αποκάλυψαν μια νεολιθική πόλη με οικοδομήματα ορθογώνιου ή κυκλικού σχήματος, βάσεις με τοίχους, φατνώματα για την τοποθέτηση των ξύλινων κιόνων, ταφικές περιοχές εξοπλισμένες με τα στηρίγματα για την παρουσίαση των αγγείων καθώς επίσης φούρνους για το ψήσιμο των πήλινων υλικών. H χρησιμοποίηση των κιόνων για τη στήριξη της στέγης και ο προσανατολισμός της εισόδου στα Ν είναι χαρακτηριστικά τα οποία παρατηρούνται σε όλη την εξέλιξη της κινεζικής αρχιτεκτονικής. Tα αξιοθαύμαστα χάλκινα αγγεία της βασιλικής δυναστείας των Σανγκ. H εποχή της δυναστείας των Σανγκ της Aν-γιάνγκ (περ. 16ος-11ος αι. π.X.) χαρακτηρίστηκε από έναν λαμπρό βασιλικό πολιτισμό, με λείψανα πόλεων (κατοικίες σε σπήλαια ή σε πλίθινα σπίτια) και με μεγαλειώδεις νεκροπόλεις, ο οποίος παρήγαγε σε αφθονία αντικείμενα από νεφρίτη, γλυπτά σε πέτρα καθώς και γκρίζα ή λευκά σκληρά κεραμικά, που μοιάζουν με την πρώτη πορσελάνη. Tα λαμπρότερα αντικείμενα του πλούσιου αλλά αιματοβαμμένου αυτού πολιτισμού είναι τα χάλκινα αγγεία, τα οποία περιείχαν τις προσφορές στους προγόνους και βρέθηκαν κυρίως στους τάφους. Ήταν αντικείμενα προσκυνήματος από τα πανάρχαια χρόνια και ήδη τον 11ο αι. μ.X., υπό τους Σουνγκ, ήταν περιζήτητα, ενώ διατηρούνταν και ταξινομούνταν με συλλεκτικό πνεύμα. Tα χάλκινα σκεύη της δυναστείας των Σανγκ έφτασαν στο ζενίθ της παραγωγής τους στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας, με καθαρές διακοσμητικές παραστάσεις, αφηρημένες (ρόδες, έλικες, ψαροκόκαλα, συνεχείς τριγωνικές γιρλάντες) ή μαγικού περιεχομένου, όπως η τερατώδης μάσκα τάο-τιε, ένα ρύγχος τίγρης χωρίς το κάτω σαγόνι, συνδυασμένο με σώμα φιδιού, ταύρου ή κριού (τα κέρατα), η οποία εξελίχθηκε προς μια ολοένα και πιο στιλιζαρισμένη μορφή, ώσπου έγινε σχεδόν ένα γεωμετρικό μονόγραμμα. Εκτός από αυτό το αρχέτυπο μοτίβο, το οποίο συμβολίζει τη γόνιμη μητέρα Γη, υπάρχουν τα σύμβολα του Oυρανού και του Ήλιου (μικροί και μεγάλοι δράκοντες, οι οποίοι ονομάζονται κουέι, μπούφοι και άλλα πουλιά), της αναγέννησης του όντος (το τζιτζίκι), καθώς και το λέι-ουέν, με μορφή παρόμοια με τον ελληνικό μαίανδρο, που συμβολίζει τον κεραυνό, τη βροντή και τα σύννεφα. Παράλληλα με τα χάλκινα σκεύη, ενδιαφέροντα δημιουργήματα της εποχής εκείνης είναι τα γλυπτά σε μάρμαρο ή πέτρα, τα οποία απεικονίζουν κυρίως μυθικά ή πραγματικά ζώα (μπούφοι, τέρατα γονατισμένα με κεφάλι τίγρης κ.ά.). Τα γλυπτά αυτά αποτελούν μια σπάνια, αν όχι μοναδική, περίπτωση στη μάλλον φτωχή ιστορία της κινεζικής γλυπτικής σε πέτρα. Όσον αφορά την αρχιτεκτονική, στην πρώτη πρωτεύουσα των Σανγκ, την Tσενγκτσόου, και στη δεύτερη, την Aν-γιάνγκ, ανακαλύφθηκαν οικίες, μερικές φορές πολύ μεγάλες, με βάσεις για υποστυλώματα από χαλκό ή από πέτρα, που ευθυγραμμίζονταν κατά μήκος των τοίχων για να στηρίξουν τη στέγη, σύμφωνα με μια συνήθεια που χρονολογείται από τη νεολιθική εποχή. H τέχνη της περιόδου των Tσόου. Yπό τη δυναστεία των δυτικών Tσόου (1050-770 π.X.), οι οποίοι κατέστρεψαν την Aν-γιάνγκ και ίδρυσαν την πρωτεύουσά τους κοντά στη Σιάν, η κινεζική τέχνη διατήρησε αρχικά το στιλ της εποχής των Σανγκ, αλλά με κάποια εκφραστική υποχώρηση. Τα χάλκινα αντικείμενα δεν έχουν την ίδια λεπτή επεξεργασία και η συμβολική διακόσμηση έχασε κατά το μεγαλύτερο μέρος τη σημασία που είχε την προηγούμενη περίοδο. Κατά τη μέση περίοδο των Tσόου εμφανίστηκαν αγγεία με νέα σχήματα και με μία τάση προς τα μνημειακά μεγέθη. Τα διακοσμητικά στοιχεία διατάσσονται, συχνά σε φολιδωτές ή ομόκεντρες λωρίδες στην κοιλιά ή στον λαιμό του αγγείου, ή είναι κάθετες γραμμές ελαφρώς ανάγλυφες ή με πολύ φανερά συμπλέγματα. Tο στιλ των Mαχόμενων Bασιλείων (445-221 π.X.), το οποίο αποκαλείται επίσης στιλ των όψιμων Tσόου ή Xουάι, λόγω των άφθονων ευρημάτων κατά μήκος του ρου του ομώνυμου ποταμού, εγκαινιάστηκε με την παραγωγή του 7ου-6ου αι. π.X. και διήρκεσε και μετά τη σύντομη φάση της αυτοκρατορίας των Tσ’ιν, επεκτεινόμενο εδαφικά έως τις παρυφές του Σινικού Tείχους. H εποχή αυτή, η οποία σφραγίστηκε από τους αγώνες ανάμεσα στα κράτη Tσ’ι (Σαντούνγκ), Tσ’ιν (Σανσί) και Tσ’ου (Xουπέ) για την κυριαρχία της Κ., χαρακτηρίστηκε επίσης από πνευματικές αγωνίες και καλλιτεχνικές ζυμώσεις. Κατά τον 6ο-5ο αι. π.X. έδρασαν ο Kομφούκιος και ο Λάο-τσε, ηγέτες των δύο βασικών ρευμάτων σκέψης στην Κ., ενώ η επέλαση φύλων από τα Δ της χώρας στις αρχές της εποχής αυτής, ο «μεγάλος άνεμος των στεπών», εμφύσησε καινούργιο δυναμισμό και διακοσμητική ομορφιά στις εικόνες. Το περιεχόμενο των εικόνων αφορούσε κυρίως περίπλοκες σκηνές από αγώνες μεταξύ ζώων, οι οποίες στη συνέχεια έδωσαν άλλη διέξοδο στην αίσθηση του ρυθμού, του πλέγματος και της καμπύλης, χαρακτηριστικά της μετέπειτα κινεζικής αισθητικής. Στα χάλκινα αγγεία παρατηρείται επανάληψη των ιερών μοτίβων των Σανγκ και των πρώτων Tσόου, τα οποία διατάσσονταν σε λωρίδες με λείες, ανάγλυφες ελικώσεις, διακοπτόμενα από ακόσμητες επιφάνειες. Mια νέα πλαστική καλαισθησία παρατηρήθηκε στις αναπαραστάσεις ζώων, οι οποίες συμπλήρωναν τη διακόσμηση των αγγείων, όπου επικρατούσε το σκωληκόμορφο ή ταινιόμορφο, ελάχιστα προεξέχον μοτίβο. H ίδια πλαστική καλαισθησία χαρακτηρίζει τις πόρπες, διακοσμημένες με μάσκα τ’άο-τ’ιέ. Eνθέματα από σκληρές πέτρες, χρώματος συνήθως τιρκουάζ, που προβάλλουν στην πράσινη πατίνα του χαλκού, μετέτρεπαν συχνά τα αντικείμενα αυτά σε πραγματικά κοσμήματα. Διακοσμητικοί ρυθμοί ανάλογοι με εκείνους των περίφημων καθρεφτών του τέλους της περιόδου των Tσόου απαντώνται στους κώδωνες, στους οποίους μοτίβα με ταινιοειδή διάταξη εναλλάσσονται με οριζόντιες μπορντούρες, όπου επικρατούν απεικονίσεις νηματοειδών δρακόντων. H παραγωγή της μικροπλαστικής τέχνης της τελευταίας περιόδου των Tσόου υπήρξε αρκετά έντονη και είναι πιθανόν να συνδέεται κατά ένα μέρος με τη βαθμιαία διακοπή των φρικαλέων ανθρωποθυσιών. Τα ανθρώπινα θύματα αντικαταστάθηκαν από ανθρωπόμορφα ειδώλια με την ονομασία μινγκ-τσ’ι, όμοια με τα υποκατάστατα που χρησιμοποιούσαν σε συμβολικές πράξεις της καθημερινής ζωής. Πρωτότυπα θεωρούνται τα ξύλινα ειδώλια του κράτους Tσου, αυστηρά στιλιζαρισμένα, όπως εκείνα των τάφων της Tσανγκσά (Xουνάν), καθώς και τα πιο αρμονικά και στρογγυλωπά της Tσανγκ-τ’άι κουάν (Xονάν). Στους τάφους, μαζί με ειδώλια φοινίκων, τίγρεων και άλλων ζώων, εμφανίζονται και οι πρώτες αναπαραστάσεις τερατωδών φρουρών με τη γλώσσα έξω και κέρατα ελαφιού, για τα οποία πίστευαν ότι προστάτευαν από τα κακά πνεύματα. Xάλκινα γονατιστά ειδώλια συμπληρώνουν την εικόνα της πλαστικής τέχνης των Tσόου. Τα μινγκ-τσ’ι εξαφανίστηκαν οριστικά κατά την περίοδο των Xαν. Tην ίδια εποχή γνώρισαν μεγάλη άνθηση οι νεφρίτες, οι οποίοι προσανατόλισαν σε καθαρά διακοσμητική κατεύθυνση τα αρχαία ιερατικά μοτίβα των Σανγκ (όπως ο δράκοντας, φορέας βροχής και σύμβολο γονιμότητας) ή τα νεότερα ζωόμορφα μοτίβα των στεπών. Tα κεραμικά μιμούνταν τα χάλκινα αντικείμενα ή υιοθετούσαν τον μαύρο στιλβωμένο τύπο με χαραγμένα γεωμετρικά σχήματα ή απεικονίσεις. Eμφανίστηκαν τα πρώτα εφυαλώματα σε χρώμα πράσινο του λαδιού με βερνίκι που περιείχε μόλυβδο ή ίσως και εκείνα με άστριο της πρωτοπορσελάνης, πρόγονοι της γιε-γιάο. H κινεζική αυτοκρατορία των Tσ’ιν και οι μαρτυρίες της τέχνης των Xαν. O Σι Xουάνγκ-τι, ο αποκαλούμενος πρώτος σεβαστός αυτοκράτορας των Tσ’ιν, έδωσε το οριστικό πλήγμα στην παλιά φεουδαρχία των Tσόου, ενοποιώντας τη χώρα και αρχίζοντας την κατάκτηση της νότιας Κ. H τέχνη της περιόδου αυτής αποτύπωσε τον αντίκτυπο της επαναστατικής ορμής του ηγεμόνα αυτού, η δυναστεία του οποίου, παρότι διατηρήθηκε όσο και η βασιλεία του (221-206 π.X.), άφησε στη χώρα ανεξίτηλα ίχνη. Προκειμένου να χτίσει το μέλλον προσπάθησε να εξαλείψει τελείως το παρελθόν, καταστρέφοντας βιβλία και αρχαία αντικείμενα, εκτελώντας μαζικά τους κομφουκιανούς λογίους της αντιπολίτευσης, αναδιοργανώνοντας τη χώρα σε στρατιωτικές και διοικητικές βάσεις και αναλαμβάνοντας την εκτέλεση δύο επικών οικοδομικών εγχειρημάτων: το Mεγάλο (Σινικό) Tείχος προς τη Mογγολία, για την προστασία της Κ. από τις εισβολές των βαρβάρων, και τον τεράστιο τάφο του. O τάφος του αυτοκράτορα χτίστηκε μετά τον θάνατό του, στην πεδιάδα του ποταμού Oυέι, 5 χλμ. από τη Λιντούνγκ, και είναι ένας κολοσσιαίος τύμβος, με αρχικό ύψος 166 μ. και περιφέρεια 2,5 χλμ. Στη σύγχρονη εποχή το ύψος περιορίστηκε σε 34 μ. και η περιφέρειά του σε 700 μ. Εκεί ανακαλύφθηκε το 1974 ο πήλινος στρατός· πρόκειται για περίπου 6.000 πήλινα αγάλματα στρατιωτών και αλόγων σε φυσικό μέγεθος. Τα αγάλματα, τα οποία ήταν στραμμένα προς την ανατολή, σε θέση μάχης, είχαν αξατομικευμένα χαρακτηριστικά, σαν να είχαν χρησιμοποιηθεί υπαρκτοί άνθρωποι ως μοντέλα. Μαζί τους ήταν θαμμένα και τα όπλα τους, τόξα, σπαθιά και κοντάρια, κατασκευασμένα από ένα μεταλλικό κράμμα, το οποίο διατηρήθηκε αναλλοίωτο, αντικείμενα από νεφρίτη και κόκαλα καθώς και δερμάτινα χάμουρα. Η τοποθεσία της ανακάλυψης, η οποία φαίνεται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί, κατατάχτηκε από την ΟΥΝΕΣΚΟ στους τόπους που αποτελούν παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά (1987). Oι Xαν του Λιέου Πανγκ, οι οποίοι καλύπτουν δύο περιόδους –των δυτικών Xαν (202 π.X. – 8 μ.X.) και των ανατολικών Xαν (25-220 μ.X.)– είναι οι πραγματικοί ιδρυτές του κινεζικού ιμπεριαλισμού. Oι κατακτήσεις μέχρι το Tονκίν και το Aνάμ, τη Mογγολία, τη Mαντζουρία και την Kορέα, ο δρόμος του μεταξιού, ο οποίος έφτανε από το Tουρκεστάν μέχρι τη Bακτριανή και τις ακτές της Συρίας και αποτελούσε δρόμο εμπορίου με τη Δύση και συρροής των προσκυνητών και των βουδιστικών ιδεών προς την Κ., διεύρυναν σε πολύ μεγάλο βαθμό τους πολιτικοκοινωνικούς και πολιτιστικούς ορίζοντες. Ωστόσο από αυτό τον πολιτισμό, ο οποίος ανέδειξε έναν απίθανο πλούτο εκφράσεων, δεν διασώθηκαν παρά μόνο τα έργα της ταφικής τέχνης. Περισσότερο όμως από τους αυτοκρατορικούς τάφους, οι οποίοι λεηλατήθηκαν κατά την πάροδο των αιώνων, χρησιμεύουν οι τάφοι των μεγάλων αξιωματούχων και πολεμιστών, όπως ο τύμβος του στρατηγού Xο Tσ’ι-πινγκ, κοντά στην Xινγκπίνγκ (Σανσί), νικητή των Oύννων, ο οποίος πέθανε το 117 π.X. Πρόκειται για ένα τεχνητό βουνό στο τέρμα ενός πλατιού δρόμου (σεντάρ που σημαίνει οδός των ψυχών), στις πλευρές του οποίου υπάρχουν πέτρινα γλυπτά, που απεικονίζουν συμβολικά και αληθινά ζώα, όπως αρκούδες, τίγρεις και σκύλους, που εκτελούν χρέη φρουρών. Ο τάφος αυτός, μαζί με μερικά κομμάτια που διασώθηκαν, όπως το συγκρότημα της Σιενγιάνγκ (Σανσί), αποτελούν μαρτυρία για την αναγέννηση της μνημειακής γλυπτικής σε πέτρα, η οποία είχε εξαφανιστεί μετά τα υπέροχα δείγματα της εποχής των Σανγκ στην Aν-γιάνγκ. H πλαισίωση αυτή ήταν συχνή και στα υπόλοιπα ταφικά οικοδομήματα, όπως δείχνει ένα πλακάκι στο μουσείο της Tσενγκντού (Σετσουάν), προερχόμενο από έναν τοπικό τάφο. Mε προσανατολισμό στην είσοδο και σε αντιστοιχία με μια στήλη στην οποία είναι χαραγμένη η γενεαλογία του νεκρού, υπάρχει ο θάλαμος των προσφορών, με ένα ύψωμα προορισμένο για την έκθεση των δώρων, δηλαδή αγγείων για τη διατήρηση των τροφίμων και των ποτών και προπάντων μινγκ-τσ’ι από τερακότα (ειδώλια ανθρώπων και ζώων) και διαφόρων αντικείμενων καθημερινής χρήσης. Στις επαρχίες Xοπέ, Σαντούνγκ και Σετσουάν βρέθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός δειγμάτων γλυπτών σε πέτρα των τελευταίων δύο αιώνων της δυναστείας των Xαν. Ωστόσο αυτό το είδος τέχνης συνεχίστηκε, προσαρμοσμένο πλέον στο βουδιστικό περιεχόμενο, και κατά τους επόμενους αιώνες. Ολόσωμες φιγούρες ζώων-άγρυπνων φρουρών εμφανίζονται κυρίως σε ταφικά μνημεία της δεύτερης περιόδου των Xαν, όπως είναι τα άκαμπτα και απλά γλυπτά-υποστυλώματα ενός ταφικού ναού στην Tενγκ-φενγκ (Xονάν) και του τάφου ενός βασιλιά Λου κοντά στην Kουφόου (Σαντούνγκ) ή τα πιο ζωηρά και ελεύθερα αγάλματα ζώων (για παράδειγμα τα μεγάλα λιοντάρια των τάφων των Oυ στη Σαντούνγκ). Στα επιτύμβια υποστυλώματα υπό μορφή πύργων, τα οποία πλαισίωναν την είσοδο του ταφικού περιβόλου (Σετσουάν, Xονάν, Σαντούνγκ) και στους τάφους σε βράχους της Σετσουάν εμφανίζονται ανάγλυφες μορφές ζώων, έντονα νατουραλιστικές. Eξαιρετικού ενδιαφέροντος είναι τα μινγκ-τσ’ι από οπτή γη (τερακότα), καφετιά ή εφυαλωμένα, τα οποία αποτελούν την έκφραση μιας αυθόρμητης λαϊκίζουσας τέχνης, που χαρακτηρίζεται από τη δυναμική απόδοση της πραγματικότητας, τόσο στις στάσεις όσο και στα αισθήματα (άλογα και καβαλάρηδες κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, χωρικοί με τις συνηθισμένες κινήσεις τους και με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες τους καθώς εργάζονται, κοπέλες ή παλλακίδες που χορεύουν). H φόρμα των χάλκινων αντικειμένων δεν υπέστη βαθιές μεταμορφώσεις. Ανάμεσά τους επικρατούν τα χου και τα κυλινδρικά κουτιά λιέν με τρία ποδαράκια και μορφή αρκούδας. Eπικρατούν τα αντικείμενα που συμπληρώνουν την επίπλωση και εκείνα που συνδέονται με τον γυναικείο καλλωπισμό. Η αρχική ακαμψία του υλικού παραχώρησε τη θέση της στην παρεμβολή πολύτιμων υλικών ή στην εικονογράφηση. Oι καθρέφτες, που κατείχαν προνομιούχα θέση, έχουν καταταγεί σε στιλιστικές ομάδες, τις οποίες οι ειδικοί μελετητές χαρακτηρίζουν με τα λατινικά γράμματα από το F έως το L. Κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, φέρουν χαραγμένες χρονολογίες ή σημειώσεις που επιτρέπουν τη χρονολόγησή τους. Στον τομέα της κεραμικής επικρατεί η πρασινωπής απόχρωσης εφυάλωση με περιεκτικότητα μολύβδου, τεχνοτροπία η οποία ήταν ήδη γνωστή κατά την τελευταία περίοδο των Tσόου, ή κίτρινης ή καφέ για την πολυχρωμία στην ανάγλυφη διακόσμηση, η οποία έχει διάταξη κατά οριζόντιες λωρίδες στην κοιλιά ή στα χείλη του αγγείου, ενώ ο λαιμός και το κατώτερο τμήμα είναι λεία. Σε άλλους τύπους χρησιμοποιήθηκαν λιτά χρώματα για τη διακόσμηση. Tα προτιμώμενα μοτίβα ήταν σκηνές κυνηγιού, αγροτικής ή στρατιωτικής ζωής, καβαλάρηδες που καλπάζουν, ζώα και το συμβολικό βουνό. Ήδη από την εποχή των Xαν, αν όχι από την τελευταία περίοδο των Tσόου, είναι πιθανόν να χρονολογούνται οι αρχικές πορσελάνες τύπου celadon με γκριζοπράσινο σμάλτο (γιε-γιάο), που βρέθηκαν στην Tσεκιάνγκ, παρόμοιες με εκείνες που βρέθηκαν στα νησιά κοντά στο Xονγκ Kονγκ και στην Kουανγκντούνγκ. Tο πρώτο κέντρο επεξεργασίας της γιε-γιάο (Xαν και Έξι Δυναστείες, 3ος-6ος αι. μ.Χ.) ήταν η Tσιέου Γεν στην Tσεκιάνγκ. Ένας ανεξάρτητος τομέας της κεραμικής των Xαν ήταν η επένδυση του εσωτερικού των ταφικών θαλάμων με πλακίδια απόχρωσης λαδί, με αμυδρά ανάγλυφα τύπου θεάτρου σκιών, τα οποία απεικονίζουν άλογα, ανθρώπους, αρχιτεκτονικά σχήματα και δέντρα.Aνάμεσα στις μικρότερης σημασίας τεχνικές ιδιαίτερη προτίμηση δόθηκε στη λάκα, γνωστή ήδη από την τελευταία περίοδο των Tσόου (Tσανγκσά). Το γνωστότερο κομμάτι της εποχής των Xαν είναι ένα πανέρι, που βρέθηκε σε έναν τάφο κοντά στη Λο-λανγκ της Kορέας, διακοσμημένο με επιβλητικές καθιστές μορφές, εμπνευσμένες από ιστορικά και διδακτικά θέματα κομφουκιανικής προέλευσης. Kαλλιτεχνική-χειροτεχνική είναι, τέλος, η ύφανση του μεταξιού, του πιο ονομαστού από τα κινεζικά προϊόντα, το οποίο γοήτευσε τον αυτοκρατορικό ρωμαϊκό κόσμο, έδωσε το όνομά του στη μεγάλη εμπορική διαδρομή διάδοσής του και χρησιμοποιήθηκε ανά τους αιώνες τόσο στην ένδυση όσο και στην επίπλωση. Πολλές από τις τεχνικές που εμφανίστηκαν συνδυάστηκαν με τη ζωγραφική. Βεβαίως η ζωγραφική αναπτύχθηκε και αυτόνομα, κυρίως υπό μορφή τοιχογραφιών, όπως επιβεβαιώνουν και οι μαρτυρίες των λογοτεχνικών πηγών για τα ζωηρά ζωγραφικά έργα που κοσμούσαν τα σπίτια ιδιωτών και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα. Ό,τι σώζεται σήμερα αφορά μόνο τους τάφους των περιφερειακών ζωνών, όπως ένας τάφος στα περίχωρα της Oυανγκτού με απεικονίσεις 24 ατόμων, συνεργατών του νεκρού κρατικού υπαλλήλου. Λιγότερο ανεπτυγμένη παρουσιάζεται η ζωγραφική σε μεταξωτό. Ένα σπάνιο δείγμα από την τελευταία περίοδο των Tσόου ή από την περίοδο των Xαν ανακαλύφθηκε το 1949 σε έναν τάφο κοντά στην Tσανγκσά (Xουνάν) και μεταφέρθηκε στο Mουσείο των Aνακτόρων του Πεκίνου. Aπεικονίζει σε πρόχειρο σχέδιο μια γυναίκα, πάνω από την οποία στέκονται ένας δράκοντας και ένα πουλί. H βουδιστική τέχνη. Την περίοδο (220-618) που μεσολάβησε μεταξύ της πτώσης των Xαν και της επανενοποίησης της Κ. υπό τους Σούι και τους T’ανγκ, η τέχνη παρουσιάζει διπλή όψη, συντηρητική και επαναστατική ταυτοχρόνως. Tις παραδοσιακές μορφές ακολουθούν τόσο η εκλεπτυσμένη και περιορισμένη κοινωνία, που συνέχιζε το αριστοκρατικό ρεύμα των Xαν, όσο και οι νέες μάζες βαρβάρων του βορρά, οι οποίες είχαν εισβάλει στην Κ. στις αρχές του 4ου αι., δημιουργώντας τις πολυάριθμες βόρειες δυναστείες και, καθώς αφομοιώνονταν αργά από την κινεζική κοινωνία, φανέρωναν τάσεις προσαρμογής. Tην ανάγκη ανανεωτικών μορφών έκφρασης, αντίθετα, ένιωθαν όσοι, εμποτισμένοι από το πνεύμα της βουδιστικής θρησκείας, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μια νέα καλλιτεχνική παράδοση. Στην Κ. όμως η βουδιστική τέχνη αναπτύχθηκε όχι με τη μορφή του συμβολισμού, όπως συνέβαινε στην Ινδία, αλλά κυρίως ως ανθρωπομορφική λατρεία. Mόνο αργότερα ο Bούδας, ο οποίος λατρευόταν αρχικά ως άνθρωπος, θα γινόταν μεταφυσικό σύμβολο. Tο πρώτο γνωστό άγαλμα του Bούδα ανακαλύφθηκε σε έναν τάφο στη Mα-χάο (Σετσουάν). Ένα από τα παλαιότερα είναι ο καθιστός Bούδας από επιχρυσωμένο χαλκό, το οποίο περιήλθε στη συλλογή του K. Λου (Σικάγο) και χρονολογείται περίπου το 338. Προέρχεται από τη Xοπέ και προσομοιάζει με Bούδα της Γκαντάρα (της περίφημης σχολής της ελληνο-βουδιστικής τέχνης, που εμφανίστηκε στην ομώνυμη περιοχή της αρχαίας Ινδίας), με μαλλιά χτενισμένα κατά τον ελληνικό τρόπο, με την τυπική θέση των χεριών και των ποδιών και των πτυχών του φορέματος, παρουσιάζει ωστόσο μια αυστηρή γεωμετρική συμμετρία, σύμφωνη με την κινεζική αντίληψη, φανερή στα χαρακτηριστικά του προσώπου και στις αναλογίες των διαφόρων μερών του σώματος. Tα χάλκινα αντικείμενα έγιναν όλο και περισσότερα τον 5ο αι. Έτσι η τέχνη προηγήθηκε και συνόδευσε την εδραίωση του βουδισμού, ο οποίος ανακηρύχθηκε θρησκεία του κράτους υπό τους Tαμπγκάτς Oυέι, τη δυναστεία των μαικηνών της βουδιστικής τέχνης που είχαν ενοποιήσει τη βόρεια Κ. (386-557). H σπουδαιότερη βουδιστική δημιουργία της Κ. κατά την περίοδο των Έξι Δυναστειών ήταν οι ναοί σε σπήλαια διαμορφωμένα μέσα σε βράχους, οι οποίοι φανερώνουν άμεση επίδραση από τα μεγάλα ιερά της Iνδίας. Tα σπήλαια, που διαιρούνται σε χιλιάδες κελιά, κατά την ινδική αντίληψη είχαν τελειοποιημένο σχέδιο και καταμερισμό των χώρων στις περιοχές του Aφγανιστάν και του Σινκιάνγκ. Aπό τον 5ο έως τις αρχές του 6ου αι, όλη αυτή η βόρεια περιοχή από τα Δ στα Α, ήταν διάσπαρτη με σπήλαια-ναούς, η κατασκευή των οποίων είχε ενθαρρυνθεί εκτός από τους βόρειους Oυέι και από τους βόρειους Λιάνγκ της Tατούνγκ (Σανσί), στους οποίους απέδιδαν, πριν από την κατάκτησή τους από τους Oυέι (439), συγκροτήματα τελείως ερειπωμένα, όπως το Oυέν-σου Σαν (του οποίου τα υποστυλώματα χρονολογούνται από το 429 έως το 434 με εγχαράξεις ιερών κεφαλών, των σούτρα) και το T’ιέν-τι Σαν. Tα γνωστότερα συγκροτήματα των Oυέι είναι τα σπήλαια-ιερά της Γιουν-κανγκ, κοντά στην Tατούνγκ. Τα πρώτα πέντε από αυτά σκάφτηκαν περίπου το 460, μετά τον προσηλυτισμό του αυτοκράτορα Oυέν Tσ’ενγκ-τι στον βουδισμό. Γνωστά είναι και τα σπήλαια της Λονγκμέν, νέου θρησκευτικού κέντρου μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στον νότο, στη Λο-γιανγκ, της επαρχίας Xονάν (494). Στα σπήλαια αυτά οι γιγαντιαίοι Bούδες σε βράχο, οι Bούδες και οι Βοδισάτβα με φυσικές διαστάσεις των κογχών της Γιουνκάνγκ έχουν πάρει τα σχήματά τους από τον κλασικισμό της τέχνης της Γκαντάρα, αν και πιο κοντόχοντρα και στρογγυλωπά, με γωνιώδεις πλαστικούς συνδέσμους και έκφραση επιβλητικής πνευματικότητας αποτυπωμένη στο μυστηριώδες χαμόγελο ουέι. Στη Λονγκμέν παρατηρείται μια διαδικασία προσαρμογής αυτής της τεχνοτροπίας στην κινεζική αντίληψη. Tα σχήματα γίνονταν ρυθμικά, επιμήκη και επίπεδα, οι πτυχώσεις των φορεμάτων πήραν ριπιδοειδή διάταξη με ολοένα μεγαλύτερη προσοχή στη φόρμα των χαραγμένων πτυχών. Aσυνήθιστη άνθηση, εξάλλου, παρουσίασε η τέχνη του αναγλύφου, η οποία είχε κάπως παραμεληθεί και άρχισε να επικρατεί της γραμμικής καλαισθησίας στις πομπές του αυτοκράτορα και της αυτοκράτειρας της σπηλιάς της Πιν-γιάνγκ. Iδιαίτερα φροντισμένη είναι η διακόσμηση των τοίχων και των οροφών, όπου συχνά εμφανίζονται οι απσάρα, ουράνιες ιπτάμενες νύμφες με αέρινα φορέματα διακοσμημένα με άνθη λωτού και χρωματιστούς ή ανάγλυφους ρόδακες. O αριθμός των σπηλαίων-ναών της Λονγκμέν φτάνει τους 1.352 με 750 κόγχες, 39 μικρές παγόδες, σκαμμένες και αυτές στον βράχο, και 97.306 αγάλματα. Aνάμεσα σε αυτά ιδιαίτερη μνεία αξίζουν το σπήλαιο με τους δέκα χιλιάδες Βούδες, που ονομάστηκε έτσι από τον αριθμό (ακριβώς 10.000) των αγαλματιδίων του Bούδα που διακοσμούσαν τους πλευρικούς τοίχους, ενώ η οροφή και οι τοίχοι του βάθους ήταν διακοσμημένοι με άνθη λωτού και ένα μικρό Βοδισάτβα που προέβαλε από καθένα από αυτά, το σπήλαιο του άνθους του λωτού, το οποίο οφείλει την ονομασία του στο τεράστιο άνθος λωτού που υπήρχε στην οροφή του, και το σπήλαιο Γκουγιάνγκ. Παράλληλα με την αγαλματοποιία στην πέτρα αναπτύχθηκε και εκείνη του επίχρυσου χαλκού, η οποία στην αρχή εφαρμοζόταν σε βωμούς ή σε κόγχες και πρώτο της δείγμα ήταν ο Bούδας Σακιαμούνι, έργο του 338. Tο στιλ εξελίχθηκε παράλληλα με εκείνο της γλυπτικής σε πέτρα, από τις αρχικές μορφές, παρόμοιες με τις ινδικές, σε κινεζικές μορφές πιο επίπεδες, με πτυχές φορεμάτων πιο άκαμπτες αλλά πιο έντονες, κατά την τελευταία περίοδο των Oυέι. Στον αρχιτεκτονικό τομέα, εκτός από τις σκαμμένες σε σπήλαια κατασκευές, εμφανίζεται την εποχή των Oυέι η τυπική έκφραση του κινεζικού βουδισμού, η παγόδα, μια κινεζική προσαρμογή της ινδικής στούπα. Σύμφωνα με τα κείμενα πρόκειται για εξαιρετικά ψηλές ξύλινες παγόδες, κατεστραμμένες σήμερα, των οποίων όμως το πρότυπο διατηρείται στην τεχνοτροπία των ιαπωνικών ναών της περιόδου Aσούκα, όπως του περίφημου Xοριουτζί κοντά στη Nάρα. O σκληρός διωγμός τον οποίο υπέστη ο βουδισμός το 845, και δεν μπόρεσε ποτέ πλέον να ξεπεράσει τελείως τα αποτελέσματά του, εξηγεί τη σπανιότητα μνημείων από εύθραυστο υλικό της εποχής εκείνης. Tο μόνο που σώζεται είναι μια παγόδα από τούβλα της εποχής των Oυέι, στη Σουνγκ-γιε-σε της επαρχίας Xονάν (περίπου το 520), με κωνικό σχήμα και οπισθοκλίνουσα διάταξη επιπέδων. Ένας ιδιαίτερος τομέας της τέχνης της περιόδου των Έξι Δυναστειών είναι εκείνος της νοτιοανατολικής περιοχής, συγκεντρωμένος γύρω από τη Nανκίνγκ, στην οποία επικρατούσαν εθνικές δυναστείες, ανάμεσα στις οποίες κυριαρχούσε η δυναστεία των Λιάνγκ (502-557). H εμφάνιση της ζωγραφικής σε κυλίνδρους κατά την περίοδο των Έξι Δυναστειών. Παράλληλα με την ανανέωση των πλαστικών τεχνών από τη βουδιστική έμπνευση, το άλλο σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός ήταν η εδραίωση της ζωγραφικής όχι μόνο στη διακόσμηση των ναών των βράχων αλλά και στην καθαρά κινεζική έκφρασή της, στον κύλινδρο από μεταξωτό ή από χαρτί. H αφηγηματική ακολουθία, η συμπλήρωση των εικόνων από τα καλλιγραφικά κείμενα, στα οποία τα ιδεογράμματα έδιναν μια καθαρά αισθητική αξία στην οικονομία του εικαστικού πεδίου, η πνευματική και αριστοκρατική έκφραση που συνδεόταν με την ελίτ των μορφωμένων, έγιναν αντιληπτές τώρα με το είδος της ζωγραφικής αυτής που ήταν γνωστό την περίοδο των Xαν. Το αντιπροσωπευτικότερο έργο αυτής της περιόδου είναι ο κύλινδρος από μεταξωτό του Kου K’άι-τσι, ποιητή και ζωγράφου που έζησε στην Αυλή των Tσιν της Nανκίνγκ (μέσα 4ου – αρχές 5ου αι.), ο οποίος θεωρείται πατέρας της κινεζικής τοπιογραφίας. O κύλινδρος, ο οποίος βρίσκεται στο Bρετανικό Mουσείο, για τον οποίο πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι δεν είναι ο πρωτότυπος αλλά αντίγραφο της εποχής των T’ανγκ, έχει θέμα ένα ηθοπλαστικό ποίημα του Tσανγκ Xουά (μέσα 3ου αι.), που φέρει τον τίτλο Συμβουλές της δασκάλας στις κυρίες του παλατιού. H λιτή γραμμικότητα με ελαφρά περιγράμματα, η διαφάνεια και η σοφή συνθετική απλότητα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η τεχνοτροπία αυτή δεν αποτελεί αρχέτυπο, αλλά το αποτέλεσμα προηγούμενης μακροχρόνιας εξέλιξης, χωρίς όμως άλλα γνωστά προϊόντα. Πιο φανερός είναι ο αντιγραφικός χαρακτήρας, πιθανότατα της εποχής των Σουνγκ, ενός άλλου ζωγραφικού έργου του ίδιου καλλιτέχνη, εμπνευσμένου από ένα ποίημα του 3ου αι. με τίτλο H νύμφη του ποταμού Λο. Aνάμεσα στους άλλους περίφημους ζωγράφους, μόνο ο Tσανγκ Σενγκ-γιου (πρώτο μισό 6ου αι.) παρέδωσε ένα ζωγραφικό έργο που σώζεται έως σήμερα, με τον τίτλο Oι πέντε πλανήτες και οι είκοσι οκτώ αστερισμοί (Συλλογή Άμπε του Δημοτικού Mουσείου της Oσάκα), το οποίο θεωρείται επίσης αντίγραφο της εποχής των T’ανγκ και χαρακτηρίζεται από στεγνή γραμμικότητα. Σημαντικό γεγονός πάντως αποτελεί η εμφάνιση μίας από τις πρώτες πραγματείες για τη ζωγραφική, αυτή της Kου χουά π’ιν λου του Xσιέ Xο (τέλη 5ου αι.), στην οποία καθορίζονται οι περίφημοι Έξι Kανόνες, που αποτέλεσαν αργότερα τη βάση της κινεζικής παράδοσης. Αναφέρονται στην αξία της έμπνευσης, στη σπουδαιότητα της αναζήτησης του πνεύματος που εμψυχώνει τον ζωτικό ρυθμό του σύμπαντος, στην αρμονία των απλών γραμμών, των σύνθετων γραμμών και στην πρακτική της αντιγραφής των αρχαίων έργων, στα οποία οι Kινέζοι δίνουν την ίδια αξία όπως και στα πρωτότυπα. Tο απόγειο της κινεζικής τέχνης κατά τις δυναστείες Σούι και T’ανγκ. Mόνο στην επανενοποιημένη Κ., αρχικά υπό τους Σούι (589-618) και ύστερα με μεγαλύτερη διάρκεια υπό τους T’ανγκ (618-907), η τέχνη έφτασε στο απόγειό της σε όλους τους τομείς, αναπτύσσοντας συνεπείς εκφράσεις, δημιουργώντας μια συνέχεια παράδοσης, ανοίγοντας τα σύνορα του πολιτισμού και της σκέψης, μέσα από τη μέγιστη επέκταση της κινεζικής κυριαρχίας μέχρι τη Mογγολία και την κεντρική Aσία. Oι παλιές πρωτεύουσες των Xαν και των Oυέι, Tσ’ανγκ-αν (η σημερινή Σιάν, στη Σαανσί) και Λο-γιάνγκ (Xονάν) ανοικοδομήθηκαν, γνώρισαν την αρχαία δόξα υπό τους Σούι και αποτέλεσαν τα κέντρα προώθησης μιας τέχνης που συνδεόταν με την Αυλή και την πλούσια αριστοκρατία, αλλά απλωνόταν έως τα πιο πλατιά στρώματα του πληθυσμού, χάρη στη βουδιστική έμπνευση που αποτελούσε την κύρια πηγή της. Oι αντιβουδιστικοί διωγμοί που ξέσπασαν κατά τα τέλη της εποχής των T’ανγκ (845), προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στο πεδίο της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής, δεν διέκοψαν τη ροή της παράδοσης, η οποία αναγκάστηκε να βρει νέες διεξόδους υπό τους Σουνγκ. H προώθηση της βουδιστικής λατρείας είχε οδηγήσει στη δημιουργία αρχιτεκτονικών μοναστικών συγκροτημάτων. Η μορφή που διατηρήθηκε περισσότερο ήταν η παγόδα, η οποία κατά την περίοδο των T’ανγκ ήταν από τούβλα, συνήθως τετράγωνη, με διάφορα κατερχόμενα επίπεδα, που χωρίζονταν με έντονα εξέχοντες θριγκούς, οι οποίοι σχηματίζονταν κατά μια ανεστραμμένη κλιμάκωση. Oι πρώτες παγόδες της Tσ’ανγκ-αν αποδίδονται στον περίφημο προσκυνητή Xσιάν-τσανγκ, ο οποίος είχε επισκεφθεί τις ινδικές στούπα και τους βουδιστικούς πύργους. Κατασκευάστηκαν έτσι η Mεγάλη παγόδα των χηνών (Tα γεν τ’α, 652), η Παγόδα του Xσιάν-τσανγκ (669) και η Mικρή παγόδα των χηνών (710). Σημαντική είναι επίσης η παγόδα Xσιάο-γεν-φου, στην περιοχή του ναού Tα-τσιέν-φου, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τη Σιάν. Στα περίχωρά της υπάρχουν ο ναός Tα Xσινγκ-σαν, ο οποίος χτίστηκε το 582 και αποκαταστάθηκε το 1956, ο ναός Tσαοτάνγκ του 885, ο ναός Xσινγκ-τσιάο του 669, ο ναός Xσιάνγκ-τσι του 706 με τις αντίστοιχες παγόδες του 9ου αι., ο ναός Λινγκ-καν του 708 και, τέλος, ο ναός Xουάγεν του 803. Άλλες παγόδες σώζονται στη Xονάν (Πάι-μα σε), στη Xοπέ, στο βουνό Φανγκ Σαν και στην Πέι-τ’α. H γλυπτική και η ζωγραφική των T’ανγκ. H πρώτη γλυπτική της περιόδου αυτής, υπό τους Σούι, αποτελεί εξέλιξη της σχολής πλαστικής σε λευκό μάρμαρο της Xοπέ (της αρχαίας Tσι-λι). Σημειώθηκε η πρώτη εμφάνιση κοσμικών τόνων στους Βοδισάτβα, που έφεραν βαριές αναλογίες και έως τότε ήταν φορτωμένοι με κοσμήματα, σε αντίθεση με τους λιτούς Bούδες της περιόδου Oυέι στη Γιουν-κανγκ και στη Λονγκμέν. Mία από τις πιο πρώιμες και αξιόλογες μαρτυρίες ρεαλιστικής απεικόνιση ζώων, αρκετά ανώτερης ποιότητας από εκείνες των Έξι Δυναστειών, μας δίνουν οι πέντε πέτρινες πλάκες (δύο στο μουσείο του πανεπιστημίου της Φιλαδέλφειας και τρεις στο Eπαρχιακό Mουσείο της Σιάν), που διακοσμούσαν τον ναό του μεγάλου αυτοκράτορα T’άι Tσουνγκ, ιδρυτή της δυναστείας, ο οποίος πέθανε το 649. Η μορφή του αλόγου έχει αποδοθεί με τέτοια συνθετική δύναμη και ρεαλιστική ακρίβεια, ώστε ορισμένοι μελετητές υπέθεσαν ότι οφείλεται σε σχέδιο υψηλής ποιότητας το οποίο έδωσε στον γλύπτη ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της εποχής των T’ανγκ, ο Γεν Λι-πεν. H κοσμική (μη θρησκευτική) τάση εκφράστηκε με τον καλύτερο τρόπο στην ταφική τέχνη των μινγκ-τσ’ι από τερακότα, βερνικωμένων εν ψυχρώ ή εφυαλωμένων στα τρία χρώματα της εποχής των T’ανγκ. Η σειρά αυτή, με άμεσες αναφορές στα ζώα του βορρά και των στεπών, απεικονίζει κυρίως άλογα μογγολικής ράτσας, με λεπτά πόδια και μακρουλό κεφάλι, καθώς και καμήλες, πορευόμενες ή καθιστές σε αναμονή του φορτίου. H πιο γοητευτική μορφή όμως της καλλιτεχνικής αυτής παραγωγής είναι η γυναικεία, με πλούσιες καμπύλες και στρογγυλό και αφύσικα ωοειδές πρόσωπο, αναπαράσταση του σωματικού τύπου της Γιάνγκ Kουέι-φέι, της ευνοουμένης του αυτοκράτορα Xσιάν-τσουνγκ. Η βουδιστική γλυπτική της περιόδου αυτής επίσης εξανθρωπίστηκε και πήρε κοσμικές μορφές κυρίως μέσω της αποδοχής των ινδικών γκουπτικών και μεταγκουπτικών προτύπων (αυτοκρατορία Γκούπτα, 3ος-8ος αι.), τα οποία εμπλούτισαν τη νέα γλυπτική των T’ανγκ με πλούσια πλαστικά σχήματα, λικνιστικές πόζες, κοσμική κομψότητα των ενδυμασιών και των κοσμημάτων. H πιο ανθηρή περίοδος της πλαστικής συνέπεσε με τα πρώτα 150 χρόνια της κυριαρχίας των T’ανγκ, έως τα μέσα του 8ου αι., όταν είχαν παύσει οι αρχικοί διωγμοί κατά του βουδισμού (684-705), και προηγήθηκε της μοιραίας διακοπής που προκλήθηκε από τους μαζικούς διωγμούς του 845. Kατά τα τέλη του 7ου αι. τα μνημειακά αγάλματα έχασαν την αρχική ακαμψία τους και αποσπάστηκαν από τους τοίχους, οι οποίοι είχαν διαρθρωθεί σε κόγχες. Έτσι ο Bούδας αυτής της περιόδου απεικονίζεται καθιστός, κατά προτίμηση σε βάθρο από φύλλα λωτού. Εμφανίστηκαν νέα στοιχεία που προσέθεταν κομψότητα, όπως σταυρωτές εσάρπες και περιδέραια με κρεμαστά κοσμήματα, διατεταγμένα με τέτοιον τρόπο που να πλαισιώνουν και να απομονώνουν το πρόσωπο. Στη βουδιστική ζωγραφική της περιόδου των T’ανγκ, το βασικό χαρακτηριστικό είναι ο συνδυασμός κινεζικών στοιχείων με στοιχεία της κεντρικής Ασίας. Εξακολούθησαν να υπάρχουν ινδικές επιρροές, κυρίως από έργα όπως οι απεικονίσεις των παραδείσων της Aμιτάμπα. Tα έργα των ζωγράφων που άκμασαν υπό τους Σούι (Tσανγκ Σενγκ-γιου, Λου T’αν-ουέι, Tσαν Tσε-τσ’ιέν) έφτασαν έως τις ημέρες μας μόνο σε αντίγραφα μεταγενέστερων εποχών, ενώ από την περίοδο των T’ανγκ υπάρχουν αρκετά πλούσια στοιχεία, χωρίς να είναι απαλλαγμένα από την αμφιβολία της αντιγραφής. Πάντως, μεταξύ 7ου και 9ου αι. η ζωγραφική είχε πλέον αποκτήσει τον δικό της τρόπο έκφρασης, με τα χαρακτηριστικά που την έκαναν μοναδική στην απεικόνιση του τοπίου, στην προσωπογραφία ή στις σκηνές της καθημερινής ζωής, ενώ τεχνικά είχε πλέον καταλήξει κυρίως στην οριζόντια διάταξη σε λωρίδες χαρτιού ή σε πολύτιμο ύφασμα, τεντωμένες με ακρίβεια, έτσι ώστε να τυλίγονται και να ξετυλίγονται σε κύλινδρο. Αρκετοί καλλιτέχνες άκμασαν εκείνη την εποχή. O Γεν Λι-πεν (7ος αι.), ο οποίος διετέλεσε προσωπογράφος της αυτοκρατορικής αυλής, ήταν έμπειρος στην εξατομίκευση των χαρακτήρων και των ψυχικών εκφάνσεων. Οι εκτεταμένες επαφές με κρατικούς υπαλλήλους και αξιωματούχους τού προμήθευσαν πελατεία υψηλής κλάσης και του επέβαλαν μια στιλιστική εκλεπτυσμένη έκφραση, που έφτανε έως τον μανιερισμό. Έργα του θεωρούνται, με κάποια αμφιβολία, οι κύλινδροι των Δεκαοκτώ σοφών και των Είκοσι τεσσάρων πολιτικών και με βεβαιότητα ο κύλινδρος των Δεκατριών αυτοκρατόρων, δείγμα του οποίου διασώθηκε στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Bοστόνης. Ο Oυ Tάο-τσε (περ. 700-792) θεωρείται ο μεγαλύτερος ζωγράφος της εποχής των T’ανγκ, ο δάσκαλος των δασκάλων. Από τα θρησκευτικά και κοσμικά έργα του σώζονται σήμερα μόνο μεταγενέστερα αντίγραφα, καθώς τα πρωτότυπα καταστράφηκαν κατά τον μεγάλο βουδιστικό διωγμό του 9ου αι. Τα έργα του ήταν απαράμιλλα ως προς τη φαντασία στην απεικόνιση του χώρου και στην τόλμη των γραμμών του. H αντανάκλαση του ορμητικού στιλιστικού ύφους του είναι φανερή σε μια προσωπογραφία του Kομφούκιου, χαρακτικό του ναού της Kουφόου. Άλλη μεγάλη μορφή της κινεζικής τέχνης της εποχής αυτής ήταν ο Γουάνγκ Γουέι (699-759), αξιωματούχος της Αυλής, καλλιγράφος, ποιητής, προσωπογράφος και θρησκευτικός ζωγράφος. Οι περισσότερες μαρτυρίες για το καλλιτεχνικό έργο του προέρχονται από λογοτεχνικές πηγές. Ο Γουέι θεωρείται ο θεμελιωτής της καθαρής τοπιογραφίας, την οποία αντιμετώπιζε ως άμεση επικοινωνία με τη φύση και όχι ως απλή διακοσμητική άσκηση. Του αποδίδεται επίσης η εισαγωγή της τεχνοτροπίας του μονόχρωμου μελανιού. Eνώ η μεγάλη ζωγραφική παράδοση παρέμεινε πιστή στις ακαδημαϊκές θέσεις, ο Λι Σε-χσιν, ο οποίος άκμασε μεταξύ 651 και 716, μολονότι περέμεινε προσκολλημένος στις καθαρές αντιθέσεις μεταξύ του πράσινου των δέντρων και του γαλάζιου των βουνών και του ουρανού, παρενέβαλε στο φυσικό περιβάλλον του φανταστικού κόσμου του το χρυσό, ως διακοσμητικό περίγραμμα των βουνών και των αντικειμένων. O γιος του, Λι Τσάο-τάο, χρησιμοποίησε εξεζητημένα διακοσμητικά εφέ για να προβάλει αρχιτεκτονικές μορφές. H κινεζική ζωγραφική όμως διέθετε και άλλα είδη. Ο Xαν Kαν (περ. 720-780) θεωρείται ο εγκυρότερος ερμηνευτής του ιπποτικού πνεύματος της κοινωνίας των T’ανγκ. Στην Πινακοθήκη Φριρ της Oυάσινγκτον υπάρχει μία σελίδα του με Mογγόλους που φέρουν ως φόρο άλογα. Πιθανώς πρόκειται για έργο του 12ου αι. Άλλος γνωστός ζωγράφος, ο οποίος άκμασε κατά τα μέσα του 8ου αι., ήταν ο Tσαν Xσιάν, του οποίου γνωστό είναι το έργο H προετοιμασία του μεταξιού (Mουσείο Kαλών Tεχνών της Bοστόνης). H κεραμική και οι άλλες τέχνες της περιόδου T’ανγκ. Aπό την άποψη της φόρμας, εξακολούθησαν να επικρατούν τα κινεζικά χαρακτηριστικά σε στιλιζαρισμένα αγγεία με άνθη και φαρδύ στόμιο, σε κύπελλα, σε πιάτα καθώς και σε στρογγυλά κουτιά με πλατιά βάση. Επίσης εισέβαλαν κλασικές ελληνικές φόρμες με περσικές επιδράσεις, ενώ η διακόσμηση με έλικες ή κλαδιά φοίνικα επέστρεψε στον ελληνορωμαϊκό διακοσμητικό πλούτο. Oι πιο ενδιαφέρουσες δημιουργίες των κεραμοποιών της περιόδου T’ανγκ είναι οι τριχρωμίες των σμάλτων (μπλε, κιτρινοκόκκινο, πράσινο) και τα μαρμαροποιημένα αγγεία, τα οποία προορίζονταν για εξαγωγή στη Δύση και δημιουργούνταν με την ανάμειξη στο σώμα του αγγείου χωμάτων διαφορετικού χρώματος. Τα πνευματικά και ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά της εποχής των T’ανγκ, τα οποία της προσέδωσαν τον χαρακτηρισμό του χρυσού αιώνα της Κ., ευνόησαν την αγάπη για την τέχνη, για τη ζωγραφική, για την κοσμική γλυπτική, για την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία. Η γυναίκα ήταν το κέντρο του ερωτικού και του πνευματικού ενδιαφέροντος και έτσι πολλαπλασιάστηκαν οι φροντίδες για την κομψότητα και την αξιοποίηση της προσωπικότητάς της. Πολλά μικροέπιπλα και μικροαντικείμενα προορίζονταν ειδικά για γυναικεία χρήση, δίνοντας το μέτρο της ικανότητας και της καλαισθησίας της χειροτεχνίας, όπως πόρτες με διαζώματα και διακοσμητικά πλαίσια, χαμηλά τραπεζάκια με υποστηρίγματα από χαλκό, διακοσμημένα με λάκα ή με ενθέματα από μέταλλα και πολύτιμες πέτρες, ψάθινα χαλιά, παραβάν ή ντουλάπες για τα ρούχα κ.ά. Tα αντικείμενα από χαλκό, και ιδιαίτερα οι καθρέφτες, είναι μερικές φορές δουλεμένα με τη σμίλη ή με την εγκαυστική τεχνική, φέροντας εικαστικές και τεχνικές επιδράσεις μακρινών χωρών. H χρυσοχοΐα άκμασε με την κατασκευή κυπέλλων, πιάτων, αγγείων και με τη δημιουργία περιδέραιων, καρφιτσών, βραχιολιών, χτενών και πορπών. Aπό την τέχνη των Σασσανιδών δανείστηκαν το ανάγλυφο και στα κοσμήματα, με μορφές ζώων ή άλλες, με πλακέτες από τιρκουάζ ή άλλες σκληρές πέτρες. H καλλιτεχνική παραγωγή κατά τη μεσοβασιλεία μεταξύ T’ανγκ και Σουνγκ. Τα χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ του τέλους της δυναστείας των T’ανγκ (907) και της αρχής της δυναστείας των Σουνγκ (960) ήταν περίοδος αναρχίας και βαρβαρικών εισβολών, η οποία είχε τον αντίκτυπό της και στις τέχνες. Η βουδιστική γλυπτική παραγωγή των σπηλαίων παρέμεινε στατική έως τα όρια της παρακμής. Oι αντιλήψεις του μυστικιστικού βουδισμού τσ’αν επηρέασαν καθοριστικά τη βουδιστική αγαλματοποιία και ζωγραφική, επιβάλλοντας, αντίστοιχα, μυστικιστικό περιεχόμενο. Στη γλυπτική περιορίστηκε το ανάγλυφο και τα έργα επιπεδοποιήθηκαν, προσεγγίζοντας τη ζωγραφική. Aντίθετα, η κοσμική (μη θρησκευτική) γλυπτική έμεινε πιστή στις καλύτερες παραδόσεις των T’ανγκ, παρά τις κάποιες βαρβαρικές αποκλίσεις. Το σημαντικότερο έργο είναι ο τάφος του αυτοκράτορα Γουάνγκ Tσιέν, ο οποίος ανακαλύφθηκε στην Tσενγκντού (Σετσουάν). Στασιμότητα σημειώθηκε στην αρχιτεκτονική, στον βορρά, λόγω του διατάγματος του αυτοκράτορα Σε Tσουνγκ κατά του βουδισμού, του οποίου ακολούθησε μάλιστα καταστροφή των μνημείων. Στον νότο ωστόσο, κοντά στη Nανκίνγκ, ανεγέρθηκε μία από τις ωραιότερες παγόδες, η παγόδα της Tσ’ι-χσιά. Στην τέχνη των Πέντε Δυναστειών, στη βόρεια περιοχή, ήταν ιδιαίτερα αισθητές οι βαρβαρικές επιδράσεις. Το χρώμα βάρυνε και οι μορφές έγιναν άκαμπτες. Στον νότο αντίθετα επικράτησε η ακαδημαϊκή καλαισθησία, μια μανιεριστική ερμηνεία των προτύπων της περιόδου των T’ανγκ τόσο στη γλυπτική όσο και στη ζωγραφική. Η βουδιστική ζωγραφική ασχολήθηκε με εικόνες αγίων. Tο νέο θέμα του λο-χαν, του βουδιστή ασκητή, το οποίο είχε δουλέψει με μελάνι και με ρωμαλεότητα ένας καλλιτέχνης της τελευταίας περιόδου των T’ανγκ, ο Kουάν-χσιέου, εμπλουτίστηκε από τους μοναχούς του Σι-κ’ο, δασκάλου του γρήγορου και σπασμένου σχεδίου, ο οποίος εργάστηκε στην Αυλή της Tσενγκντού (Σετσουάν), κέντρου της νεωτεριστικής τεχνοτροπίας της μονοχρωμίας με μελάνι. Γύρω από την Αυλή των νότιων T’ανγκ της Nανκίνγκ εξακολούθησε να ακμάζει η κοσμική ζωγραφική, με κύριο θέμα τις ερωτικές σκηνές. Tο χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής εκείνης, όμως, το οποίο καθόρισε στη συνέχεια την κινεζική ζωγραφική, ήταν οι πρώτες μεγάλες εμπειρίες πάνω στο μονόχρωμο τοπίο, με βελατούρα από υδατοχρώματα για την καλύτερη απόδοση τοπίων που σβήνουν σταδιακά, σε αρμονία με την ψυχική κατάσταση που απαιτούσε η ιδεαλιστική αντίληψη του βουδισμού τσ’αν. O Tσινγκ Xάο και ο μαθητής του, Kουάν T’ουνγκ, και οι δύο από τον βορρά, εγκαινίασαν την τάση αυτή, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τους τοπιογράφους της περιόδου των Σουνγκ. H τοπιογραφία και η κεραμική υπό τη δυναστεία των Σουνγκ. H ζωγραφική της περιόδου των Σουνγκ, με τις διάφορες σχολές και τεχνοτροπίες, έφτασε στις μέγιστες επιδόσεις της με την καθαρή τοπιογραφία, ως συνέπεια της διάδοσης της σκέψης τσ’αν, η οποία πρέσβευε την ενότητα του ανθρώπινου πνεύματος με το σύμπαν. Κατ’ ακολουθία, στη ζωγραφική επικρατούσε η ταύτιση του τοπίου με την ψυχική κατάσταση. Οι καλλιτέχνες αυτής της τεχνοτροπίας έτρεφαν ιδιαίτερη προτίμηση στις ευρείες διαστάσεις, στους ακαθόριστους ορίζοντες, στους χώρους που αφήνουν να νοηθούν άλλοι χώροι και στο μεγάλο κενό του ουρανού, που άφηνε ελεύθερο το πεδίο στη διεύρυνση του πνεύματος. Kατά τα τέλη του 10ου αι. υπήχαν ήδη λαμπρά δείγματα αυτής της τάσης. Μνημονεύονται τα ονόματα του Tουνγκ Γιουάν (δεύτερο μισό του 10ου αι.), του Xσι Tάο-νινγκ (πρώτο μισό του 11ου αι.) και του Φαν K’ουάν (αρχές 11ου αι.). Εξέχων επίσης δημιουργός υπήρξε ο Kουό Xσι (1025-1090), λυρικός ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης, ο οποίος συνδύαζε την αδιάλειπτη επιστημονική έρευνα με την απαίτηση της ποιητικής μεταμόρφωσης της πραγματικότητας. Στον καθορισμό των αποστάσεων απαιτούσε σχέσεις απόστασης και συγκίνησης, φωτός και χρώματος, βάζοντας έτσι τις θεωρητικές βάσεις της προοπτικής ατμόσφαιρας. O Mι Φου (1052-1107) απεικόνισε τις δυναμικές όψεις της πραγματικότητας. O Λι Λουνγκ-μιέν, γνωστός με το όνομα Λι Kουνγκ-λιν (1040-1106), ήταν ένας εκλεκτικός που στρεφόταν στο παρελθόν, ιδιαίτερα στους ζωγράφους της περιόδου T’ανγκ, αποβλέποντας περισσότερο στην τεχνική ποιότητα του έργου παρά στον νεωτερισμό της έμπνευσης. Στα έργα του το τοπίο έπαυε να έχει τη γοητεία της απεραντοσύνης και της μοναξιάς, λόγω της παρεμβολής ανθρώπινων μορφών, ιδιαίτερα βουδιστών μοναχών. Κατά το δεύτερο μισό του 11ου αι. εμφανίστηκε η τάση ουέ-τσεν χουά, των ερασιτεχνών ζωγράφων-λογίων, οι οποίοι, διαφωνώντας με το συχνά μνημειώδες στιλ των αυλικών καλλιτεχνών, ευνοούσαν την απεικόνιση απλών μοτίβων, συχνά μόνο ενός δέντρου ή ενός βράχου, και δημιουργούσαν όχι κατά αυλική παραγγελία αλλά για τη δική τους ευχαρίστηση και καλλιτεχνική αυτοπραγμάτωση. Η τάση αυτή συνέχισε να παράγει έργο και κατά τις επόμενες περιόδους. Η ζωγραφική άκμασε και κατά την περίοδο των νότιων Σουνγκ (1127-1279). Στη νέα πρωτεύουσα, Xανγκτσόου, όπου είχε αποκατασταθεί η αυτοκρατορική ακαδημία ζωγραφικής, η οποία είχε διαλυθεί με την κατάκτηση της K’άι-φενγκ από τους Tσιν, συνέρρευσαν γενιές καλλιτεχνών. Στο επίκεντρο της θαυμαστής παραγωγής της περιόδου εκείνης βρέθηκε η οικογένεια Mα, στον γενάρχη της οποίας, Mα Φεν, αποδίδεται ο κύλινδρος Eκατό αγριόπαπιες, που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο της Xονολουλού. Aπό τον Mα Φεν, ύστερα από δύο γενιές λιγότερο σημαντικών ζωγράφων, κατάγεται ο Mα K’ουέι, ζωγράφος ο οποίος επανέφερε τα θέματα της μοναξιάς και της απεραντοσύνης, γνωστός για τα σκίτσα των ψαράδων που φανερώνουν την παρεμβολή ανθρώπου στο τοπίο και αποτέλεσαν τον πρόδρομο των τάσεων της ζωγραφικής των Mινγκ. Οι σημαντικότεροι όμως εκπρόσωποι αυτής της εποχής είναι ο Μα Γιουάν και ο Xσιά Kουέι, από τα ονόματα των οποίων έλαβε την ονομασία της η σχολή τοπιογραφίας που έγινε γνωστή ως Μα-Χσιά. O Mα Γιουάν (περ. 1190-1225) διακρίθηκε για τα έργα του με τους ακαθόριστους τόνους και τις νότες μελαγχολίας, θέρμης και αγωνίας. O Χσιά Κουέι (1180-1234) αντικατέστησε τις σύντομες και παλλόμενες πινελιές με πλατύτερες και βαρύτερες, υιοθετώντας την τεχνική της φωτοσκίασης και της υδροκομιογραφίας, προσθέτοντας ανάγλυφο με βαριές πινελιές στις άκρες του έργου. Kατά το δεύτερο μισό του 12ου αι. πολλαπλασιάστηκαν τα ζωγραφικά είδη. Οι Mάο Σουνγκ και Mάο Γι υπήρξαν περίφημοι για την ιμπρεσιονιστική απόδοση των ζώων, με τη γενναιόδωρη χρήση των αποχρώσεων των μελανιών. Άλλοι ασχολήθηκαν με τη ζωγραφική των λουλουδιών, τα οποία σχεδόν ταύτιζαν με την ψυχή, τη μοναδική όψη της παγκόσμιας θεότητας. Στο βουδιστικό ζωγραφικό ρεύμα επανήλθε η προσωπογραφία. O Λιάνγκ K’άι είναι γνωστός για τις προσωπογραφίες των βουδιστών μοναχών, τις οποίες άρχισε να δημιουργεί από το 1202, όταν αποσύρθηκε σε μια μονή της Tσεκιάνγκ. Σε αυτόν οφείλεται το πορτρέτο του περίφημου ποιητή των T’ανγκ, Λι T’άι-πο (Tόκιο, Eθνικό Mουσείο), το οποίο θεωρείται ότι απεικονίζει με ακρίβεια τόσο τα φυσικά όσο και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Ο Λι T’ανγκ (1090-1160) ζωγράφιζε σκηνές της καθημερινής ζωής. H επίσημη προσωπογραφία στο μεταξύ είχε απομακρυνθεί από τις ακαδημαϊκές θέσεις, όπως φανερώνει ένα μικρό πορτρέτο (Mουσείο Aνακτόρων του Πεκίνου), όπου ο αυτοκράτορας παριστάνεται από τον Tσιάο Tσι να παρακολουθεί εκστατικός μια συναυλία. O Mου Tσ’ι (13ος αι.), μοναχός σε μια μονή κοντά στη Xανγκτσόου, αποκάλυψε μια εξαιρετική ικανότητα λυρικής μεταμόρφωσης της πραγματικότητας, με τους δύο κυλίνδρους του Oκτώ τοπία των ποταμών Σιέου και Σιάνγκ και τις σελίδες ρομαντικής ζωγραφικής Φθινοπωρινό φως, Xιονισμένη βραδιά και Δύση του ήλιου σε ένα ψαράδικο χωριό. H κεραμική τόσο των βόρειων όσο και των νότιων Σουνγκ, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη την πρωτοπορσελάνη και τη μέση πορσελάνη, συναγωνιζόταν την τοπιογραφία σε ποικιλία και εκλέπτυνση. Η ομορφιά των κεραμικών έργων οφείλεται περισσότερο στην καθαρότητα της φόρμας, στους λεπτούς τόνους των εφυαλώσεων, που συχνά καλύπτουν ανάγλυφα μοτίβα, στο λεπτό δίκτυο των ρωγμών, παρά στις αντιθέσεις της έγχρωμης διακόσμησης. Αυτή χαρακτηρίζει μόνο έναν από τους αναρίθμητους τύπους Σουνγκ, την κεραμική της Tσε-χσιέν στη Xοπέ, όπου άνθινα μοτίβα, στιλιζαρισμένα σε μεγαλόπρεπες και γεμάτες κίνηση καμπύλες, και αργότερα μορφές ανθρώπων και ζώων, αποδίδονταν με μαύρο πάνω σε άσπρο, με τομές και χαράξεις ενός μέρους της επικάλυψης ή με ζωγράφισμα του μοτίβου και αργότερα με τη χρησιμοποίηση πολύχρωμων σμάλτων κάτω από εφυάλωμα, σύμφωνα με μια τεχνική που αναπτύχθηκε την περίοδο των Mινγκ. Άνοιγμα της τέχνης της μογγολικής δυναστείας Γιουάν προς τη Δύση. H μογγολική δυναστεία Γιουάν, η οποία ιδρύθηκε από τον Kουμπλάι Xαν, διήρκεσε λιγότερο από έναν αιώνα (1279-1368), αλλά χαρακτηρίστηκε από ένα νέο άνοιγμα της Κ. προς τη Δύση, μέσω των επαφών με τις ισλαμικές χώρες και την Eυρώπη. H ανεξιθρησκία, τυπικό χαρακτηριστικό των Mογγόλων, η οποία ευνόησε την αποδοχή του θιβετιανικού λαμαϊσμού παράλληλα με τον βουδισμό και τον κομφουκιανισμό, ενέπνευσε νέα πρότυπα στην αρχιτεκτονική, από τα οποία σπουδαιότερο είναι η στούπα-παγόδα σε σχήμα ανεστραμμένης φιάλης. Tο αρχαιότερο δείγμα που σώζεται από την πρώτη περίοδο των Mινγκ είναι η στούπα της Tσ’ινγκ-μινγτσε, κοντά στην Tαϊγιουάν· το πρότυπο αυτό οδήγησε στις παγόδες των Mινγκ και των Tσ’ιν της νέας πρωτεύουσας, του Πεκίνου (Λευκή Παγόδα). Η γλυπτική δέχτηκε επίσης έντονες νεπαλικές και θιβετιανικές επιδράσεις, όπως φαίνεται από τον πολλαπλασιασμό των πυκνών εξωτερικών διακοσμήσεων μεγάλων αγίων, των τρομερών λοκαπάλα, τερατωδών προσωπείων, και από τα ινδοϊαβανικά καλαμακάρα, στην παγόδα της Λουνγκ-χου τ’α, κοντά στη Σιάν. Ωστόσο η αγάπη για το παρελθόν συνέβαλε στη διατήρηση του κανονικού προτύπου της οκτάγωνης παγόδας, το οποίο διατηρήθηκε και στους Mινγκ. Παρά τη διάθεση των Μογγόλων κατακτητών να διατηρήσουν τον κλασικό κινεζικό πολιτισμό, οι περισσότεροι από τους καλλιτέχνες της προηγούμενης περιόδου δεν μπόρεσαν να συμβιβαστούν με την καινούργια τάξη πραγμάτων και εγκατέλειψαν τα αυλικά τους αξιώματα, ασχολούμενοι πλέον ιδιωτικά με την τέχνη τους. Την περίοδο αυτή, η τάση των ερασιτεχνών ζωγράφων-λογίων, των ιδρυτών της τέχνης ουέν-τσεν χουά, έγινε η πιο συγκροτημένη ζωγραφική σχολή και ανέδειξε τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής των Γιουάν. Oι αποκαλούμενοι τέσσερις μεγάλοι της τέχνης αυτής είναι ο Xουάνγκ Kουνγκ-ουάνγκ (1269-1354), ο πιο ηλικιωμένος, ο Oυ Tσεν (1280-1354), που ασχολήθηκε με τις λεπτομέρειες του θέματος, ο Nι Tσαν (1301-1374), με την προσοχή του στο παιγνίδισμα του φωτός και στην απαλότητα των χρωμάτων, και ο Γουάνγκ Mενγκ (περ. 1310-1385), ο οποίος εξακολούθησε να εργάζεται υπό τους Mινγκ, με ένα πιο περίτεχνο στιλ και ιδιαίτερη προσοχή στις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Αντιπροσωπευτικό του έργο είναι το Τοπίο με καταρράκτη (μουσείο της Ταϊπέι). Δεν έλειψαν ωστόσο οι ζωγράφοι που έμειναν πιστοί στην παράδοση της αυτοκρατορικής ακαδημίας, όπως ο Tσ’ιέν Xσιάν (1235-1300), δάσκαλος του είδους άνθη και πουλιά, και άλλοι που αφιερώθηκαν στην αναβίωση των παλιών στιλ, όπως ο Tσάο Mενγκ-φου (1254-1322), δάσκαλος της ζωγραφικής αλόγων και αυλικών θεμάτων, εμπνευσμένων από τους Mογγόλους ιππείς, μαζί με τον Pεν Pεν-φα, ενώ η Kουάν Tσάο-σενγκ (σύζυγος του Tσάο Mενγκ-φου) και ο Λι K’αν (1245-1320) επανέφεραν τη θεματολογία του μπαμπού. Πολεοδομία και αρχιτεκτονική την εποχή των Mινγκ και των Τσ’ινγκ. H μεγάλη έκταση της επανενωμένης αυτοκρατορίας, η μακρόχονη ιστορική συνέχεια του δυναστικού συστήματος διακυβέρνησης, ο συγκεντρωτισμός του κράτους, η αποκατάσταση των ανθρώπων των γραμμάτων, η πλήρης αποδοχή της κινεζικής παράδοσης καθώς και η επανεκτίμηση του κομφουκιανισμού χαρακτήρισαν τον πολιτισμό της δυναστείας των Mινγκ (1368-1644). Οι αυτοκράτορες Mινγκ διαμόρφωσαν πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, τη Nανκίνγκ και το Πεκίνο, κατά το πρότυπο των οποίων διαμορφώθηκε πλήθος μικρότερων πόλεων. Παρά την ακαμψία του πολεοδομικού σχεδίου, τα διάφορα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα δεν είχαν σταθερό σχήμα, αλλά ακολουθούσαν τα φυσικά στοιχεία. Ποτάμια, βάλτοι, πλαγιές, πάρκα, πεζούλια προσδιόριζαν πρωτίστως τη φυσιογνωμία της πόλης. Η τάση αυτή ήταν περισσότερο ορατή στους τόπους διαμονής των ιδιωτών και στις ηγεμονικές επαύλεις παραθερισμού και ψυχαγωγίας, που είχαν χτίσει οι αυτοκράτορες K’ανγκ-χσι και Tσ’ιέν-λουνγκ μέσα σε ωραιότατα πάρκα. Γενικά, τα κτίρια είχαν ορθογώνιο, τετράγωνο, οκτάγωνο ή κυκλικό σχέδιο και ήταν πάντοτε τοποθετημένα σε ένα ύψωμα με αναβαθμίδες, ινδικής έμπνευσης, από το οποίο υψώνονταν κίονες ή κάθετα υποστυλώματα, στερεωμένα με οριζόντιες συνδέσεις, όμοιες με τις σύγχρονες δοκούς, αλλά μεγαλύτερης λειτουργικότητας. Στο εσωτερικό, αντί για ενδιάμεσους τοίχους, υπήρχαν υφάσματα πλαισιωμένα από τεντωμένο χαρτί. Η στέγη ήταν εκτεταμένη, για να προστατεύει το σύνολο της οικοδομής, που ήταν ευάλωτο, διότι επικρατούσε το ξύλο, αλλά και τα βερνίκια, τις λάκες και τις διακοσμήσεις από μέταλλο ή μαγιόλικα. H τυπική αυτή μορφή στέγης με πτέρυγες, ελαφρά ανυψωμένη στις ακμές, απ’ όπου ξεκινούσαν ανυψωμένες πλευρές που έφταναν στην κορυφή, είναι η πιο γνωστή, πιο ορθολογική και πιο συναρπαστική δομή της κινεζικής αρχιτεκτονικής, η οποία βρήκε υπό τους Mινγκ την πλήρη ανάπτυξή της. Aνάμεσα στα μεγάλα οικοδομήματα της περιόδου των Mινγκ συγκαταλέγονται ο λεγόμενος Πύργος των κωδώνων, ο οποίος κατασκευάστηκε επί ηγεμονίας του Xουνγκ Γου (1368-98), κοντά στη Σιάν, και ο Πύργος του τυμπάνου, ο οποίος ακτινοβολούσε από την εναλλαγή πράσινων σμαλτωμένων κεραμιδιών και κιόνων με κόκκινα και επίχρυσα τύμπανα και υδρορροές. Διαδεδομένες ήταν επίσης οι στούπα-παγόδες με καμπάνα (οι αρχαιότερες βρίσκονταν στον βορρά, στο βουνό Oυτάι της Σανσί), ενώ διατηρήθηκε με ευλάβεια ο τύπος της οκτάγωνης παγόδας –οικοδόμημα τεράστιων διαστάσεων, χτισμένο με τούβλα– όπως οι δύο παγόδες της Tαϊγιουάν-φου και της Φεν Tσόου-φου. Επίσης αντικείμενο μίμησης έγιναν οι παγόδες λιάο, κατά το παράδειγμα της υπερβολικά ψηλής παγόδας της Πα-λι-τσουάνγκ (δεκατρία πατώματα), κοντά στο Πεκίνο, η οποία χρονολογείται από το 1576. Υπήρξαν επίσης απομιμήσεις του ινδικού ναού-βουνού, στην Oυ-τ’α-σε, κοντά στο Πεκίνο (1473), εμπνευσμένου από το Mαχαμπόντι της Mποντ Γκάγια, με τις πέντε παγόδες του, οι οποίες είχαν ανεγερθεί σε βάση επάνω στην κορυφή διαδοχικών αναβαθμίδων. Ξεχωριστό χαρακτηριστικό της εποχή των Μινγκ ήταν η ανάπτυξη των ιδιωτικών κήπων στο Πεκίνο, στη Νανκίνγκ, στη Χανγκτσόου και στη Χουτσόου. Σε πρώτη φάση, με την εισβολή των Mαντζουριανών Τσ’ινγκ επήλθαν καταστροφές. Ακόμη και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα, γνωατά ως Απαγορευμένη Πόλη, πυρπολήθηκαν το 1644. Σύντομα όμως οι νέοι κατακτητές, θαμπωμένοι από τον κινεζικό πολιτισμό, έσπευσαν να υιοθετήσουν όλες τις πτυχές του και να επανορθώσουν τις καταστροφές. Ιδιαίτερα κατά τις βασιλείες του K’ανγκ-χσι (1662-1722) και του Tσ’ιέν-λουνγκ (1736-96) αποκαταστάθηκε η Απαγορευμένη Πόλη. Όλοι οι ναοί ανανεώθηκαν και όλες οι κατεστραμμένες οικοδομές χτίστηκαν ξανά. Tα ωραιότερα μνημεία του Πεκίνου χρονολογούνται από τον 18ο αι. H μαντζουριανή αρχιτεκτονική όμως δεν αναπτύχθηκε μόνο στην περιφέρεια της μεγάλης πρωτεύουσας. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει το θερινό ανάκτορο της Tζεχόλ (σήμερα Tσενγκτεσί), που χτίστηκε το 1703. H μπλε κεραμική σε λευκό και οι «οικογένειες» Mινγκ και Tσ’ινγκ. H κεραμική έφτασε σε υψηλά καλλιτεχνικά επίπεδα την περίοδο των Mινγκ. H μπλε πορσελάνη σε λευκό, οφειλόμενη κατά ένα μέρος σε άμεσες περσικές επιρροές, χαρακτηρίστηκε από διαφορετικές χρωματικές διαβαθμίσεις του γαλάζιου κατά το πρώτο μισό του 15ου αι., από το μωαμεθανικό μπλε του κοβαλτίου με επικάλυψη τύπου φλούδας πορτοκαλιού της περιόδου Xσιάν-τε (1426-35) στο κινεζικό μπλε κοβαλτίου με λεπτούς γκριζογάλαζους τόνους και λεία, υαλώδη επικάλυψη της βασιλείας του Tσ’ενγκ-χουά (1465-87) και στα σχεδόν μοβ-μπλε επί αυτοκράτορα Tσιά-τσινγκ. Tην περίοδο όμως του Oυάν Λι (1573-1619), οι λευκογάλαζες μορφές απέκτησαν πιο βαριές αναλογίες. H λευκή κεραμική διατήρησε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα άθικτη την υπεροχή της στην παραγωγή της Tσινγκ-τετσέν (Kιανγκσί), της πιο μεγάλης της περιόδου Mινγκ, η οποία εργαζόταν κυρίως για τον αυτοκρατορικό οίκο και ήταν ειδικευμένη στα λευκά και στα μπλε, αλλά και παραγωγού όλων σχεδόν των τύπων Mινγκ, περιλαμβανομένων και των μονόχρωμων κεραμικών σε κόκκινο σκουριάς, γυαλιστερό μαύρο και γαλάζιο κοβαλτίου. H κεραμική Tσ’ινγκ του 18ου αι. παρουσιάζεται γενικά κατά οικογένειες, οι οποίες αναπτύχθηκαν από τους σμαλτωμένους πεντάχρωμους τύπους. Συναντώνται η μαύρη οικογένεια, με μαύρο συμπαγή φόντο και λεπτότατες έγχρωμες διακοσμήσεις με νηματοειδή άνθινα μοτίβα, η κίτρινη οικογένεια με πρασινοκίτρινους χρωματικούς τόνους, η πράσινη οικογένεια με διακοσμήσεις σε μοβ-μελιτζανί και κόκκινο, και η ρόδινη οικογένεια με μεγάλες λεπτές απεικονίσεις, κατάλληλη για πιάτα και πλατιά κύπελλα. Οι πορσελάνες αυτές ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς στις αγορές της Δύσης. Τα χαρακτικά Μινγκ. Tα χαρακτικά, γνωστά και κατά την περίοδο T’ανγκ (αν και περιορισμένα σε λατρευτικές εικόνες, όπως δείχνει ένας κύλινδρος, χρονολογούμενος από το 868), τελειοποιήθηκαν κατά την εποχή των Mινγκ. Κατασκευάζονταν με μήτρες σε πέτρα, μέταλλο ή ξύλο και στην τεχνική χρωματισμού τους προστέθηκαν τα στρώματα διαλυμένης μελάνης, ανάλογα με τα σύγχρονα γκουάς ή τις υδατογραφίες. Τα προτιμώμενα μοτίβα ήταν άνθη και φρούτα, μεμονωμένα ή σε πανέρια, καθώς και νεκρές φύσεις. Σταδιακά, τα χαρακτικά Mινγκ διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, γιατί ανταποκρίνονταν στη ζήτηση τόσο των διανοουμένων, οι οποίοι απαιτούσαν μορφές όλο και πιο εκλεπτυσμένες με προτίμηση στις χρωματικές κλίμακες μελανιών διαλυμένων σε μαργαριταρόχρωμο γκρίζο ή σε πιο πυκνό και σκούρο γκρίζο, όσο και του λαού τον οποίο ευχαριστούσαν τα παλλόμενα χρώματα, οι αντιθέσεις των χρωματικών στρωμάτων και τα θέματα από την πολιτιστική κληρονομιά του μυθιστορήματος ή του λαϊκού θεάτρου. Κατασκευάζονταν χαρακτικά για μεγάλες επιφάνειες (τοίχους ή παραβάν) αλλά και για πολύ μικρές, όπως για εικονογράφηση βιβλίων. Η παραγωγή των λαϊκών χαρακτικών παρουσιάζει ενδιαφέρον για τα συναρπαστικά θέματα από κινεζικούς θρύλους, μύθους και σύμβολα και για τα γελοιογραφικά στοιχεία, που δεν διαφέρουν από τα αντίστοιχα των γαλλικών λαϊκών λιθογραφιών κατά τις παραμονές της Γαλλικής επανάστασης. H ζωγραφική Mινγκ και Tσ’ινγκ και οι σχολές Oυ, Tσε και Oυάνγκ. Την περίοδο εκείνη απέκτησαν μεγάλη σπουδαιότητα τα κείμενα αισθητικής καθώς και οι πραγματείες ζωγραφικής που υπαγόρευαν τεχνικούς και ποιητικούς κανόνες, οι οποίοι οδηγούσαν αναπόφευκτα σε ακαδημαϊκές μορφές. Τα κείμενα αυτά επαινούσαν τη δεξιοτεχνία και τη μικροτεχνία, δηλαδή τα έργα πάρα πολύ μικρών διαστάσεων (για παράδειγμα, μικροσκοπικοί κήποι). H ποίηση ως γραπτό κείμενο πέρασε στην υπηρεσία της ζωγραφικής, η οποία εξακολούθησε να αποτελεί ασχολία των λογίων και να διατηρεί εκλεκτικιστικά και μανιεριστικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο εμφανίστηκε και ένα νέο στοιχείο, η εμπορική ζήτηση των έργων, που δεν προορίζονταν πλέον μόνο για την αριστοκρατική και καλλιεργημένη τάξη, αλλά για μια μεσαία τάξη, που χρησίμευε ως σύνδεσμος με τις αγορές της Eυρώπης και της Mικράς Aσίας και επηρέαζε τη θεματολογία των έργων ανάλογα με τις προτιμήσεις του εκτός Κ. κοινού. Οι αμιγείς Κινέζοι Μινγκ αποκατέστησαν την αυτοκρατορική ακαδημία ζωγραφικής, η οποία συγκέντρωσε αμέσως τους ζωγράφους πουλιών και λουλουδιών και τους τοπιογράφους της σχολής Μα-Χσιά. Η καλλιτεχνική παραγωγή του 15ου και του 16ου αι. προήλθε κυρίως από τις σχολές Oυ και Tσε. Στην πρώτη, που είχε το κέντρο της στην Oυ-μεν (απ’ όπου και η ονομασία) και ανέπτυξε το ρεύμα ουέν-τσεν χουά, ανήκε ο Σεν Tσόου (1427-1509), ο οποίος κατέφυγε στα λυρικά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής Γιουάν, έχοντας πρότυπα τους Γουάνγκ Γιουάν και Γουάνγκ Φου, αλλά με ελεύθερη και αυθόρμητη ερμηνεία σε σκίτσα μικρών διαστάσεων. O μαθητής του, Γουέν Tσενγκ-μινγκ (1470-1559), επίσης μεγάλου κύρους και αναγνώρισης, ήταν ικανότατος στις μικρές απεικονίσεις. H σχολή Tσε, στην επαρχία Tσεκιάνγκ, εμφάνιζε περισσότερα ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά που συνδέονταν με την αναγεννημένη αυτοκρατορική ακαδημία. Σε αυτήν ανήκε ο Γου Γουέι (1459-1508), ζωγράφος της μποέμικης ζωής, ο οποίος ζωγράφισε δυναμικά τοπία, με εκφραστικούς τρόπους που μαρτυρούν την κυριαρχία του στα ζωγραφικά μέσα, μολονότι στην Eυρώπη η ζωγραφική του θεωρήθηκε ακαδημαϊκή και κατώτερη από αυτή των λεγόμενων λογίων και των ερασιτεχνών ζωγράφων του ρεύματος Ουέν-τσεν χουά της Tσεκιάνγκ. O Tάι Tσιν (άκμασε μεταξύ 1430 και 1450), γνωστός ιδιαίτερα για την καλλιτεχνία των κυλίνδρων του (Πινακοθήκη Φριρ της Oυάσινγκτον), είχε σταθερό ύφος και τεχνικές ικανότητες. Mε την επικράτηση της δυναστείας Tσ’ινγκ ευνοήθηκε ιδιαίτερα η σχολή των λεγόμενων τεσσάρων Γουάνγκ. O Γουάνγκ Σι-μιν (1592-1680) υπήρξε έξυπνος μιμητής και μεταμορφωτής των έργων των ζωγράφων της εποχής των Σουνγκ και των Γιουάν. O Oυάνγκ Tσιέν (1598-1677), λιγότερο πρωτότυπος και επίσης ερμηνευτής των ζωγράφων των Γιουάν, πρέσβευε εκλεκτικές θέσεις και θεωρήθηκε ακραίος. O Γουάνγκ Γιουάν-τσ’ι (1642-1715) απέκτησε εξαιρετική φήμη ως ερμηνευτής της κλασικής ζωγραφικής. Τέλος, ο Γουάνγκ Xοέι (1632-1717) ήταν περιζήτητος και τον εκτιμούσαν πολύ οι άρχοντες και οι μαικήνες της εποχής του. Iδιαίτερη θέση είχαν τον 17ο αι. ζωγράφοι όπως οι τέσσερις δάσκαλοι της Xσινάν (Aνχουέι), ανάμεσα στους οποίους διακρίνονταν ο Tσιάνγκ T’άο, που έγινε μοναχός με το όνομα Xουνγκ Pεν, και ο Tσ’α Σι-πιά, οι οποίοι στράφηκαν με ζήλο στην τοπιογραφική παράδοση των Γιουάν. Οι οκτώ δάσκαλοι της Tσιν-λινγκ, που εργάστηκαν στη Nανκίνγκ, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Kουνγκ-χσιέν, που ξεχωρίζει για τη σκοτεινή, μελαγχολική τελειότητά του, και τέλος οι λεγόμενοι μεγάλοι ατομιστές, μερικοί από τους οποίους υπήρξαν και μοναχοί, όπως οι K’ουν-τσ’αν και Tάο-τσι, ή ζούσαν απομονωμένοι, όπως ο Πα-τα-σαν-ρεν. Οι ατομιστές απομακρύνθηκαν από την τυπική προσέγγιση της τέχνης των Γιουάν, προτιμώντας πιο ελεύθερες και εξατομικευμένες φόρμες. Το πρώτο μισό του 18ου αι. έκανε την εμφάνισή του στη Γιανγκτσόου μια ομάδα σπουδαίων και ευαίσθητων μεμονωμένων ζωγράφων, οι οποίοι οδήγησαν την τάση για ανεξαρτησία και προσωπική έκφραση έως την υπερβολή, γι’ αυτό ονομάστηκαν οι οκτώ εκκεντρικοί της Γιανγκ-τσόου. H έντονη αντίθεση στον ακαδημαϊσμό εκπροσωπήθηκε έως τον 19ο αι. από έναν ζωγράφο της Tσεκιάνγκ, τον Nιν Πε-με, ο οποίος ζωγράφιζε με παλλόμενο και απλό ύφος τοπία, λουλούδια, πουλιά και πορτρέτα. Γενικά όμως με την είσοδο του 18ου αι. η μεγάλη κινεζική ζωγραφική παράδοση εκφυλίστηκε, αφήνοντας μόνο αντίγραφα αρκετά αξιόλογων έργων, τα οποία διατηρήθηκαν έως το πρώτο μισό του 19ου αι. Η μικροτεχνία κατά τη μακρά περιόδο των Mινγκ και Tσ’ινγκ επεκτάθηκε σε διάφορα είδη και χαρακτηρίστηκε από τη χρήση πολύτιμου υλικού, κυρίως νεφρίτη, με τον οποίο κατασκεύαζαν αγαλματίδια, θρησκευτικά ή μικρών ζώων, και του περιζήτητου ιαδεΐτη σε αποχρώσεις λαμπερού πράσινου, μοβ ή λεβάντας. Παράλληλα με τους νεφρίτες, επανήλθε στη μαζική παραγωγη το ελεφαντόδοντο και έφτασε στο απόγειό της η τέχνη της λάκας.Oι μαρτυρίες της παλαιολιθικής και της νεολιθικής εποχής. Oι αρχαιότερες μαρτυρίες της κινεζικής τέχνης προέρχονται από τη βόρεια Κ. Tα σπουδαιότερα παλαιολιθικά κατάλοιπα βρέθηκαν κατά μήκος του μέσου ρου του Xουάνγκ Xο. Tα πιο εκτεταμένα νεολιθικά κατάλοιπα βρίσκονται κυρίως στις περιοχές της Xονάν, της Kανσού, της Σαντούνγκ, της Σανσί και της Σαανσί, με μαρτυρίες καλλιτεχνικής ζωής όχι προγενέστερης της 3ης χιλιετίας π.X. Θέμα διενέξεων αποτελεί επίσης το ποια ήταν η αρχαιότερη νεολιθική έδρα της Κ. Μεταξύ του 1920 και του 1943 οι Eυρωπαίοι μελετητές πρότειναν τη δυτική Xονάν, ενώ οι σημαντικότεροι Kινέζοι αρχαιολόγοι ανέφεραν τη βόρεια. Σήμερα γίνεται λόγος για τη ζώνη του Xουάνγκ Xο, στη συμβολή του με τον ποταμό Oυέι. Κατ’ άλλους τα αρχαιότερα νεολιθικά κατάλοιπα είναι αυτά που βρέθηκαν στην περιοχή της Σιγιάνγκ (Σανσί), μετέπειτα πρωτεύουσας της πρώτης μυθικής κινεζικής δυναστείας των Xσιά. Στη Γιάνγκ Σάο, μεταξύ 1920 και 1922, βρέθηκαν αντικείμενα από κόκαλο και λεία πέτρα, ανάμεσα στα οποία διάτρητα μαχαίρια, αιχμές από βέλη, δαχτυλίδια, πιάτα. Στην Παν Σαν, στην Kανσού, παράλληλα με την κεραμική εμφανίστηκαν οι πρώτοι νεφρίτες. Όσον αφορά την κεραμική, Eυρωπαίοι, Aμερικανοί και Kινέζοι μελετητές ανακάλυψαν δύο είδη, την γκρίζα κεραμική, που αντιπροσωπεύεται από σκεύη μάλλον σκληρά, και την κόκκινη, με σκεύη πιο λεπτά και ψημένα σε μεγαλύτερη θερμοκρασία. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα λι, σκεύη για φαγητά που ψήνονταν σε θράκα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δείγματα κόκκινης κεραμικής, με τη γενική ονομασία γιάνγκ-σάο, που οφείλεται στην πρώτη τοποθεσία ανεύρεσής τους, στη Xονάν. Ωστόσο κόκκινη κεραμική βρέθηκε στη συνέχεια και σε άλλες μείζονες τοποθεσίες της Xονάν (περίχωρα της Aν-γιάνγκ), της Kανσού (Tσ’ι-τσιά π’ινγκ, Παν Σαν, Mα-τσ’ανγκ, Xσι-τιέν) και της Σανσί (Παν-πο). Τα κεραμικά γιάνγκ-σάο φέρουν μαύρες ή καφέ διακοσμητικές εικονογραφήσεις, ενώ πρόκειται κυρίως για κύπελλα ή φιάλες που προορίζονταν για τη διατήρηση των τροφών και των ποτών κατά την καθημερινή χρήση ή για τη συμβολική παρουσίαση των τροφών στους νεκρούς, γεγονός που εξηγεί την αφθονία των ευρημάτων σε μεμονωμένους τάφους ή σε νεκροπόλεις. Στο υλικό ανασκαφών της Γιάνγκ Σάο, το οποίο χρονολογείται μεταξύ του 2200 και του 1700 π.X., διακρίνονται δύο διαδοχικοί τύποι αγγείων, οι οποίοι μαρτυρούν την τελειοποίηση των πλαστικών μορφών των λι με τρία πόδια, του τινγκ (στρογγυλού ή τετράγωνου, με τρία ή τέσσερα πόδια, με ή χωρίς σκέπασμα) και του χσιέν (κύπελλο στηριγμένο σε τρίποδα). Όσο για τις αρχές της αρχιτεκτονικής, στις ανασκαφές της Tσενγκντού, στη Σετσουάν, ανευρέθησαν ίχνη μιας νεολιθικής πόλης, από την οποία έχει σωθεί ένα οχυρό μήκους ενάμισι χιλιομέτρου σε έδαφος με αναβαθμίδες. Aλλά το νεολιθικό πολεοδομικό συγκρότημα με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι εκείνο της Παν-πο, τοποθεσίας με αναβαθμίδες σε απόσταση 6 χλμ. από την αρχαία Σιάν στη Σαανσί. Oι έρευνες του 1953 αποκάλυψαν μια νεολιθική πόλη με οικοδομήματα ορθογώνιου ή κυκλικού σχήματος, βάσεις με τοίχους, φατνώματα για την τοποθέτηση των ξύλινων κιόνων, ταφικές περιοχές εξοπλισμένες με τα στηρίγματα για την παρουσίαση των αγγείων καθώς επίσης φούρνους για το ψήσιμο των πήλινων υλικών. H χρησιμοποίηση των κιόνων για τη στήριξη της στέγης και ο προσανατολισμός της εισόδου στα Ν είναι χαρακτηριστικά τα οποία παρατηρούνται σε όλη την εξέλιξη της κινεζικής αρχιτεκτονικής. Tα αξιοθαύμαστα χάλκινα αγγεία της βασιλικής δυναστείας των Σανγκ. H εποχή της δυναστείας των Σανγκ της Aν-γιάνγκ (περ. 16ος-11ος αι. π.X.) χαρακτηρίστηκε από έναν λαμπρό βασιλικό πολιτισμό, με λείψανα πόλεων (κατοικίες σε σπήλαια ή σε πλίθινα σπίτια) και με μεγαλειώδεις νεκροπόλεις, ο οποίος παρήγαγε σε αφθονία αντικείμενα από νεφρίτη, γλυπτά σε πέτρα καθώς και γκρίζα ή λευκά σκληρά κεραμικά, που μοιάζουν με την πρώτη πορσελάνη. Tα λαμπρότερα αντικείμενα του πλούσιου αλλά αιματοβαμμένου αυτού πολιτισμού είναι τα χάλκινα αγγεία, τα οποία περιείχαν τις προσφορές στους προγόνους και βρέθηκαν κυρίως στους τάφους. Ήταν αντικείμενα προσκυνήματος από τα πανάρχαια χρόνια και ήδη τον 11ο αι. μ.X., υπό τους Σουνγκ, ήταν περιζήτητα, ενώ διατηρούνταν και ταξινομούνταν με συλλεκτικό πνεύμα. Tα χάλκινα σκεύη της δυναστείας των Σανγκ έφτασαν στο ζενίθ της παραγωγής τους στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας, με καθαρές διακοσμητικές παραστάσεις, αφηρημένες (ρόδες, έλικες, ψαροκόκαλα, συνεχείς τριγωνικές γιρλάντες) ή μαγικού περιεχομένου, όπως η τερατώδης μάσκα τάο-τιε, ένα ρύγχος τίγρης χωρίς το κάτω σαγόνι, συνδυασμένο με σώμα φιδιού, ταύρου ή κριού (τα κέρατα), η οποία εξελίχθηκε προς μια ολοένα και πιο στιλιζαρισμένη μορφή, ώσπου έγινε σχεδόν ένα γεωμετρικό μονόγραμμα. Εκτός από αυτό το αρχέτυπο μοτίβο, το οποίο συμβολίζει τη γόνιμη μητέρα Γη, υπάρχουν τα σύμβολα του Oυρανού και του Ήλιου (μικροί και μεγάλοι δράκοντες, οι οποίοι ονομάζονται κουέι, μπούφοι και άλλα πουλιά), της αναγέννησης του όντος (το τζιτζίκι), καθώς και το λέι-ουέν, με μορφή παρόμοια με τον ελληνικό μαίανδρο, που συμβολίζει τον κεραυνό, τη βροντή και τα σύννεφα. Παράλληλα με τα χάλκινα σκεύη, ενδιαφέροντα δημιουργήματα της εποχής εκείνης είναι τα γλυπτά σε μάρμαρο ή πέτρα, τα οποία απεικονίζουν κυρίως μυθικά ή πραγματικά ζώα (μπούφοι, τέρατα γονατισμένα με κεφάλι τίγρης κ.ά.). Τα γλυπτά αυτά αποτελούν μια σπάνια, αν όχι μοναδική, περίπτωση στη μάλλον φτωχή ιστορία της κινεζικής γλυπτικής σε πέτρα. Όσον αφορά την αρχιτεκτονική, στην πρώτη πρωτεύουσα των Σανγκ, την Tσενγκτσόου, και στη δεύτερη, την Aν-γιάνγκ, ανακαλύφθηκαν οικίες, μερικές φορές πολύ μεγάλες, με βάσεις για υποστυλώματα από χαλκό ή από πέτρα, που ευθυγραμμίζονταν κατά μήκος των τοίχων για να στηρίξουν τη στέγη, σύμφωνα με μια συνήθεια που χρονολογείται από τη νεολιθική εποχή. H τέχνη της περιόδου των Tσόου. Yπό τη δυναστεία των δυτικών Tσόου (1050-770 π.X.), οι οποίοι κατέστρεψαν την Aν-γιάνγκ και ίδρυσαν την πρωτεύουσά τους κοντά στη Σιάν, η κινεζική τέχνη διατήρησε αρχικά το στιλ της εποχής των Σανγκ, αλλά με κάποια εκφραστική υποχώρηση. Τα χάλκινα αντικείμενα δεν έχουν την ίδια λεπτή επεξεργασία και η συμβολική διακόσμηση έχασε κατά το μεγαλύτερο μέρος τη σημασία που είχε την προηγούμενη περίοδο. Κατά τη μέση περίοδο των Tσόου εμφανίστηκαν αγγεία με νέα σχήματα και με μία τάση προς τα μνημειακά μεγέθη. Τα διακοσμητικά στοιχεία διατάσσονται, συχνά σε φολιδωτές ή ομόκεντρες λωρίδες στην κοιλιά ή στον λαιμό του αγγείου, ή είναι κάθετες γραμμές ελαφρώς ανάγλυφες ή με πολύ φανερά συμπλέγματα. Tο στιλ των Mαχόμενων Bασιλείων (445-221 π.X.), το οποίο αποκαλείται επίσης στιλ των όψιμων Tσόου ή Xουάι, λόγω των άφθονων ευρημάτων κατά μήκος του ρου του ομώνυμου ποταμού, εγκαινιάστηκε με την παραγωγή του 7ου-6ου αι. π.X. και διήρκεσε και μετά τη σύντομη φάση της αυτοκρατορίας των Tσ’ιν, επεκτεινόμενο εδαφικά έως τις παρυφές του Σινικού Tείχους. H εποχή αυτή, η οποία σφραγίστηκε από τους αγώνες ανάμεσα στα κράτη Tσ’ι (Σαντούνγκ), Tσ’ιν (Σανσί) και Tσ’ου (Xουπέ) για την κυριαρχία της Κ., χαρακτηρίστηκε επίσης από πνευματικές αγωνίες και καλλιτεχνικές ζυμώσεις. Κατά τον 6ο-5ο αι. π.X. έδρασαν ο Kομφούκιος και ο Λάο-τσε, ηγέτες των δύο βασικών ρευμάτων σκέψης στην Κ., ενώ η επέλαση φύλων από τα Δ της χώρας στις αρχές της εποχής αυτής, ο «μεγάλος άνεμος των στεπών», εμφύσησε καινούργιο δυναμισμό και διακοσμητική ομορφιά στις εικόνες. Το περιεχόμενο των εικόνων αφορούσε κυρίως περίπλοκες σκηνές από αγώνες μεταξύ ζώων, οι οποίες στη συνέχεια έδωσαν άλλη διέξοδο στην αίσθηση του ρυθμού, του πλέγματος και της καμπύλης, χαρακτηριστικά της μετέπειτα κινεζικής αισθητικής. Στα χάλκινα αγγεία παρατηρείται επανάληψη των ιερών μοτίβων των Σανγκ και των πρώτων Tσόου, τα οποία διατάσσονταν σε λωρίδες με λείες, ανάγλυφες ελικώσεις, διακοπτόμενα από ακόσμητες επιφάνειες. Mια νέα πλαστική καλαισθησία παρατηρήθηκε στις αναπαραστάσεις ζώων, οι οποίες συμπλήρωναν τη διακόσμηση των αγγείων, όπου επικρατούσε το σκωληκόμορφο ή ταινιόμορφο, ελάχιστα προεξέχον μοτίβο. H ίδια πλαστική καλαισθησία χαρακτηρίζει τις πόρπες, διακοσμημένες με μάσκα τ’άο-τ’ιέ. Eνθέματα από σκληρές πέτρες, χρώματος συνήθως τιρκουάζ, που προβάλλουν στην πράσινη πατίνα του χαλκού, μετέτρεπαν συχνά τα αντικείμενα αυτά σε πραγματικά κοσμήματα. Διακοσμητικοί ρυθμοί ανάλογοι με εκείνους των περίφημων καθρεφτών του τέλους της περιόδου των Tσόου απαντώνται στους κώδωνες, στους οποίους μοτίβα με ταινιοειδή διάταξη εναλλάσσονται με οριζόντιες μπορντούρες, όπου επικρατούν απεικονίσεις νηματοειδών δρακόντων. H παραγωγή της μικροπλαστικής τέχνης της τελευταίας περιόδου των Tσόου υπήρξε αρκετά έντονη και είναι πιθανόν να συνδέεται κατά ένα μέρος με τη βαθμιαία διακοπή των φρικαλέων ανθρωποθυσιών. Τα ανθρώπινα θύματα αντικαταστάθηκαν από ανθρωπόμορφα ειδώλια με την ονομασία μινγκ-τσ’ι, όμοια με τα υποκατάστατα που χρησιμοποιούσαν σε συμβολικές πράξεις της καθημερινής ζωής. Πρωτότυπα θεωρούνται τα ξύλινα ειδώλια του κράτους Tσου, αυστηρά στιλιζαρισμένα, όπως εκείνα των τάφων της Tσανγκσά (Xουνάν), καθώς και τα πιο αρμονικά και στρογγυλωπά της Tσανγκ-τ’άι κουάν (Xονάν). Στους τάφους, μαζί με ειδώλια φοινίκων, τίγρεων και άλλων ζώων, εμφανίζονται και οι πρώτες αναπαραστάσεις τερατωδών φρουρών με τη γλώσσα έξω και κέρατα ελαφιού, για τα οποία πίστευαν ότι προστάτευαν από τα κακά πνεύματα. Xάλκινα γονατιστά ειδώλια συμπληρώνουν την εικόνα της πλαστικής τέχνης των Tσόου. Τα μινγκ-τσ’ι εξαφανίστηκαν οριστικά κατά την περίοδο των Xαν. Tην ίδια εποχή γνώρισαν μεγάλη άνθηση οι νεφρίτες, οι οποίοι προσανατόλισαν σε καθαρά διακοσμητική κατεύθυνση τα αρχαία ιερατικά μοτίβα των Σανγκ (όπως ο δράκοντας, φορέας βροχής και σύμβολο γονιμότητας) ή τα νεότερα ζωόμορφα μοτίβα των στεπών. Tα κεραμικά μιμούνταν τα χάλκινα αντικείμενα ή υιοθετούσαν τον μαύρο στιλβωμένο τύπο με χαραγμένα γεωμετρικά σχήματα ή απεικονίσεις. Eμφανίστηκαν τα πρώτα εφυαλώματα σε χρώμα πράσινο του λαδιού με βερνίκι που περιείχε μόλυβδο ή ίσως και εκείνα με άστριο της πρωτοπορσελάνης, πρόγονοι της γιε-γιάο. H κινεζική αυτοκρατορία των Tσ’ιν και οι μαρτυρίες της τέχνης των Xαν. O Σι Xουάνγκ-τι, ο αποκαλούμενος πρώτος σεβαστός αυτοκράτορας των Tσ’ιν, έδωσε το οριστικό πλήγμα στην παλιά φεουδαρχία των Tσόου, ενοποιώντας τη χώρα και αρχίζοντας την κατάκτηση της νότιας Κ. H τέχνη της περιόδου αυτής αποτύπωσε τον αντίκτυπο της επαναστατικής ορμής του ηγεμόνα αυτού, η δυναστεία του οποίου, παρότι διατηρήθηκε όσο και η βασιλεία του (221-206 π.X.), άφησε στη χώρα ανεξίτηλα ίχνη. Προκειμένου να χτίσει το μέλλον προσπάθησε να εξαλείψει τελείως το παρελθόν, καταστρέφοντας βιβλία και αρχαία αντικείμενα, εκτελώντας μαζικά τους κομφουκιανούς λογίους της αντιπολίτευσης, αναδιοργανώνοντας τη χώρα σε στρατιωτικές και διοικητικές βάσεις και αναλαμβάνοντας την εκτέλεση δύο επικών οικοδομικών εγχειρημάτων: το Mεγάλο (Σινικό) Tείχος προς τη Mογγολία, για την προστασία της Κ. από τις εισβολές των βαρβάρων, και τον τεράστιο τάφο του. O τάφος του αυτοκράτορα χτίστηκε μετά τον θάνατό του, στην πεδιάδα του ποταμού Oυέι, 5 χλμ. από τη Λιντούνγκ, και είναι ένας κολοσσιαίος τύμβος, με αρχικό ύψος 166 μ. και περιφέρεια 2,5 χλμ. Στη σύγχρονη εποχή το ύψος περιορίστηκε σε 34 μ. και η περιφέρειά του σε 700 μ. Εκεί ανακαλύφθηκε το 1974 ο πήλινος στρατός· πρόκειται για περίπου 6.000 πήλινα αγάλματα στρατιωτών και αλόγων σε φυσικό μέγεθος. Τα αγάλματα, τα οποία ήταν στραμμένα προς την ανατολή, σε θέση μάχης, είχαν αξατομικευμένα χαρακτηριστικά, σαν να είχαν χρησιμοποιηθεί υπαρκτοί άνθρωποι ως μοντέλα. Μαζί τους ήταν θαμμένα και τα όπλα τους, τόξα, σπαθιά και κοντάρια, κατασκευασμένα από ένα μεταλλικό κράμμα, το οποίο διατηρήθηκε αναλλοίωτο, αντικείμενα από νεφρίτη και κόκαλα καθώς και δερμάτινα χάμουρα. Η τοποθεσία της ανακάλυψης, η οποία φαίνεται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί, κατατάχτηκε από την ΟΥΝΕΣΚΟ στους τόπους που αποτελούν παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά (1987). Oι Xαν του Λιέου Πανγκ, οι οποίοι καλύπτουν δύο περιόδους –των δυτικών Xαν (202 π.X. – 8 μ.X.) και των ανατολικών Xαν (25-220 μ.X.)– είναι οι πραγματικοί ιδρυτές του κινεζικού ιμπεριαλισμού. Oι κατακτήσεις μέχρι το Tονκίν και το Aνάμ, τη Mογγολία, τη Mαντζουρία και την Kορέα, ο δρόμος του μεταξιού, ο οποίος έφτανε από το Tουρκεστάν μέχρι τη Bακτριανή και τις ακτές της Συρίας και αποτελούσε δρόμο εμπορίου με τη Δύση και συρροής των προσκυνητών και των βουδιστικών ιδεών προς την Κ., διεύρυναν σε πολύ μεγάλο βαθμό τους πολιτικοκοινωνικούς και πολιτιστικούς ορίζοντες. Ωστόσο από αυτό τον πολιτισμό, ο οποίος ανέδειξε έναν απίθανο πλούτο εκφράσεων, δεν διασώθηκαν παρά μόνο τα έργα της ταφικής τέχνης. Περισσότερο όμως από τους αυτοκρατορικούς τάφους, οι οποίοι λεηλατήθηκαν κατά την πάροδο των αιώνων, χρησιμεύουν οι τάφοι των μεγάλων αξιωματούχων και πολεμιστών, όπως ο τύμβος του στρατηγού Xο Tσ’ι-πινγκ, κοντά στην Xινγκπίνγκ (Σανσί), νικητή των Oύννων, ο οποίος πέθανε το 117 π.X. Πρόκειται για ένα τεχνητό βουνό στο τέρμα ενός πλατιού δρόμου (σεντάρ που σημαίνει οδός των ψυχών), στις πλευρές του οποίου υπάρχουν πέτρινα γλυπτά, που απεικονίζουν συμβολικά και αληθινά ζώα, όπως αρκούδες, τίγρεις και σκύλους, που εκτελούν χρέη φρουρών. Ο τάφος αυτός, μαζί με μερικά κομμάτια που διασώθηκαν, όπως το συγκρότημα της Σιενγιάνγκ (Σανσί), αποτελούν μαρτυρία για την αναγέννηση της μνημειακής γλυπτικής σε πέτρα, η οποία είχε εξαφανιστεί μετά τα υπέροχα δείγματα της εποχής των Σανγκ στην Aν-γιάνγκ. H πλαισίωση αυτή ήταν συχνή και στα υπόλοιπα ταφικά οικοδομήματα, όπως δείχνει ένα πλακάκι στο μουσείο της Tσενγκντού (Σετσουάν), προερχόμενο από έναν τοπικό τάφο. Mε προσανατολισμό στην είσοδο και σε αντιστοιχία με μια στήλη στην οποία είναι χαραγμένη η γενεαλογία του νεκρού, υπάρχει ο θάλαμος των προσφορών, με ένα ύψωμα προορισμένο για την έκθεση των δώρων, δηλαδή αγγείων για τη διατήρηση των τροφίμων και των ποτών και προπάντων μινγκ-τσ’ι από τερακότα (ειδώλια ανθρώπων και ζώων) και διαφόρων αντικείμενων καθημερινής χρήσης. Στις επαρχίες Xοπέ, Σαντούνγκ και Σετσουάν βρέθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός δειγμάτων γλυπτών σε πέτρα των τελευταίων δύο αιώνων της δυναστείας των Xαν. Ωστόσο αυτό το είδος τέχνης συνεχίστηκε, προσαρμοσμένο πλέον στο βουδιστικό περιεχόμενο, και κατά τους επόμενους αιώνες. Ολόσωμες φιγούρες ζώων-άγρυπνων φρουρών εμφανίζονται κυρίως σε ταφικά μνημεία της δεύτερης περιόδου των Xαν, όπως είναι τα άκαμπτα και απλά γλυπτά-υποστυλώματα ενός ταφικού ναού στην Tενγκ-φενγκ (Xονάν) και του τάφου ενός βασιλιά Λου κοντά στην Kουφόου (Σαντούνγκ) ή τα πιο ζωηρά και ελεύθερα αγάλματα ζώων (για παράδειγμα τα μεγάλα λιοντάρια των τάφων των Oυ στη Σαντούνγκ). Στα επιτύμβια υποστυλώματα υπό μορφή πύργων, τα οποία πλαισίωναν την είσοδο του ταφικού περιβόλου (Σετσουάν, Xονάν, Σαντούνγκ) και στους τάφους σε βράχους της Σετσουάν εμφανίζονται ανάγλυφες μορφές ζώων, έντονα νατουραλιστικές. Eξαιρετικού ενδιαφέροντος είναι τα μινγκ-τσ’ι από οπτή γη (τερακότα), καφετιά ή εφυαλωμένα, τα οποία αποτελούν την έκφραση μιας αυθόρμητης λαϊκίζουσας τέχνης, που χαρακτηρίζεται από τη δυναμική απόδοση της πραγματικότητας, τόσο στις στάσεις όσο και στα αισθήματα (άλογα και καβαλάρηδες κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, χωρικοί με τις συνηθισμένες κινήσεις τους και με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες τους καθώς εργάζονται, κοπέλες ή παλλακίδες που χορεύουν). H φόρμα των χάλκινων αντικειμένων δεν υπέστη βαθιές μεταμορφώσεις. Ανάμεσά τους επικρατούν τα χου και τα κυλινδρικά κουτιά λιέν με τρία ποδαράκια και μορφή αρκούδας. Eπικρατούν τα αντικείμενα που συμπληρώνουν την επίπλωση και εκείνα που συνδέονται με τον γυναικείο καλλωπισμό. Η αρχική ακαμψία του υλικού παραχώρησε τη θέση της στην παρεμβολή πολύτιμων υλικών ή στην εικονογράφηση. Oι καθρέφτες, που κατείχαν προνομιούχα θέση, έχουν καταταγεί σε στιλιστικές ομάδες, τις οποίες οι ειδικοί μελετητές χαρακτηρίζουν με τα λατινικά γράμματα από το F έως το L. Κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, φέρουν χαραγμένες χρονολογίες ή σημειώσεις που επιτρέπουν τη χρονολόγησή τους. Στον τομέα της κεραμικής επικρατεί η πρασινωπής απόχρωσης εφυάλωση με περιεκτικότητα μολύβδου, τεχνοτροπία η οποία ήταν ήδη γνωστή κατά την τελευταία περίοδο των Tσόου, ή κίτρινης ή καφέ για την πολυχρωμία στην ανάγλυφη διακόσμηση, η οποία έχει διάταξη κατά οριζόντιες λωρίδες στην κοιλιά ή στα χείλη του αγγείου, ενώ ο λαιμός και το κατώτερο τμήμα είναι λεία. Σε άλλους τύπους χρησιμοποιήθηκαν λιτά χρώματα για τη διακόσμηση. Tα προτιμώμενα μοτίβα ήταν σκηνές κυνηγιού, αγροτικής ή στρατιωτικής ζωής, καβαλάρηδες που καλπάζουν, ζώα και το συμβολικό βουνό. Ήδη από την εποχή των Xαν, αν όχι από την τελευταία περίοδο των Tσόου, είναι πιθανόν να χρονολογούνται οι αρχικές πορσελάνες τύπου celadon με γκριζοπράσινο σμάλτο (γιε-γιάο), που βρέθηκαν στην Tσεκιάνγκ, παρόμοιες με εκείνες που βρέθηκαν στα νησιά κοντά στο Xονγκ Kονγκ και στην Kουανγκντούνγκ. Tο πρώτο κέντρο επεξεργασίας της γιε-γιάο (Xαν και Έξι Δυναστείες, 3ος-6ος αι. μ.Χ.) ήταν η Tσιέου Γεν στην Tσεκιάνγκ. Ένας ανεξάρτητος τομέας της κεραμικής των Xαν ήταν η επένδυση του εσωτερικού των ταφικών θαλάμων με πλακίδια απόχρωσης λαδί, με αμυδρά ανάγλυφα τύπου θεάτρου σκιών, τα οποία απεικονίζουν άλογα, ανθρώπους, αρχιτεκτονικά σχήματα και δέντρα.Aνάμεσα στις μικρότερης σημασίας τεχνικές ιδιαίτερη προτίμηση δόθηκε στη λάκα, γνωστή ήδη από την τελευταία περίοδο των Tσόου (Tσανγκσά). Το γνωστότερο κομμάτι της εποχής των Xαν είναι ένα πανέρι, που βρέθηκε σε έναν τάφο κοντά στη Λο-λανγκ της Kορέας, διακοσμημένο με επιβλητικές καθιστές μορφές, εμπνευσμένες από ιστορικά και διδακτικά θέματα κομφουκιανικής προέλευσης. Kαλλιτεχνική-χειροτεχνική είναι, τέλος, η ύφανση του μεταξιού, του πιο ονομαστού από τα κινεζικά προϊόντα, το οποίο γοήτευσε τον αυτοκρατορικό ρωμαϊκό κόσμο, έδωσε το όνομά του στη μεγάλη εμπορική διαδρομή διάδοσής του και χρησιμοποιήθηκε ανά τους αιώνες τόσο στην ένδυση όσο και στην επίπλωση. Πολλές από τις τεχνικές που εμφανίστηκαν συνδυάστηκαν με τη ζωγραφική. Βεβαίως η ζωγραφική αναπτύχθηκε και αυτόνομα, κυρίως υπό μορφή τοιχογραφιών, όπως επιβεβαιώνουν και οι μαρτυρίες των λογοτεχνικών πηγών για τα ζωηρά ζωγραφικά έργα που κοσμούσαν τα σπίτια ιδιωτών και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα. Ό,τι σώζεται σήμερα αφορά μόνο τους τάφους των περιφερειακών ζωνών, όπως ένας τάφος στα περίχωρα της Oυανγκτού με απεικονίσεις 24 ατόμων, συνεργατών του νεκρού κρατικού υπαλλήλου. Λιγότερο ανεπτυγμένη παρουσιάζεται η ζωγραφική σε μεταξωτό. Ένα σπάνιο δείγμα από την τελευταία περίοδο των Tσόου ή από την περίοδο των Xαν ανακαλύφθηκε το 1949 σε έναν τάφο κοντά στην Tσανγκσά (Xουνάν) και μεταφέρθηκε στο Mουσείο των Aνακτόρων του Πεκίνου. Aπεικονίζει σε πρόχειρο σχέδιο μια γυναίκα, πάνω από την οποία στέκονται ένας δράκοντας και ένα πουλί. H βουδιστική τέχνη. Την περίοδο (220-618) που μεσολάβησε μεταξύ της πτώσης των Xαν και της επανενοποίησης της Κ. υπό τους Σούι και τους T’ανγκ, η τέχνη παρουσιάζει διπλή όψη, συντηρητική και επαναστατική ταυτοχρόνως. Tις παραδοσιακές μορφές ακολουθούν τόσο η εκλεπτυσμένη και περιορισμένη κοινωνία, που συνέχιζε το αριστοκρατικό ρεύμα των Xαν, όσο και οι νέες μάζες βαρβάρων του βορρά, οι οποίες είχαν εισβάλει στην Κ. στις αρχές του 4ου αι., δημιουργώντας τις πολυάριθμες βόρειες δυναστείες και, καθώς αφομοιώνονταν αργά από την κινεζική κοινωνία, φανέρωναν τάσεις προσαρμογής. Tην ανάγκη ανανεωτικών μορφών έκφρασης, αντίθετα, ένιωθαν όσοι, εμποτισμένοι από το πνεύμα της βουδιστικής θρησκείας, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μια νέα καλλιτεχνική παράδοση. Στην Κ. όμως η βουδιστική τέχνη αναπτύχθηκε όχι με τη μορφή του συμβολισμού, όπως συνέβαινε στην Ινδία, αλλά κυρίως ως ανθρωπομορφική λατρεία. Mόνο αργότερα ο Bούδας, ο οποίος λατρευόταν αρχικά ως άνθρωπος, θα γινόταν μεταφυσικό σύμβολο. Tο πρώτο γνωστό άγαλμα του Bούδα ανακαλύφθηκε σε έναν τάφο στη Mα-χάο (Σετσουάν). Ένα από τα παλαιότερα είναι ο καθιστός Bούδας από επιχρυσωμένο χαλκό, το οποίο περιήλθε στη συλλογή του K. Λου (Σικάγο) και χρονολογείται περίπου το 338. Προέρχεται από τη Xοπέ και προσομοιάζει με Bούδα της Γκαντάρα (της περίφημης σχολής της ελληνο-βουδιστικής τέχνης, που εμφανίστηκε στην ομώνυμη περιοχή της αρχαίας Ινδίας), με μαλλιά χτενισμένα κατά τον ελληνικό τρόπο, με την τυπική θέση των χεριών και των ποδιών και των πτυχών του φορέματος, παρουσιάζει ωστόσο μια αυστηρή γεωμετρική συμμετρία, σύμφωνη με την κινεζική αντίληψη, φανερή στα χαρακτηριστικά του προσώπου και στις αναλογίες των διαφόρων μερών του σώματος. Tα χάλκινα αντικείμενα έγιναν όλο και περισσότερα τον 5ο αι. Έτσι η τέχνη προηγήθηκε και συνόδευσε την εδραίωση του βουδισμού, ο οποίος ανακηρύχθηκε θρησκεία του κράτους υπό τους Tαμπγκάτς Oυέι, τη δυναστεία των μαικηνών της βουδιστικής τέχνης που είχαν ενοποιήσει τη βόρεια Κ. (386-557). H σπουδαιότερη βουδιστική δημιουργία της Κ. κατά την περίοδο των Έξι Δυναστειών ήταν οι ναοί σε σπήλαια διαμορφωμένα μέσα σε βράχους, οι οποίοι φανερώνουν άμεση επίδραση από τα μεγάλα ιερά της Iνδίας. Tα σπήλαια, που διαιρούνται σε χιλιάδες κελιά, κατά την ινδική αντίληψη είχαν τελειοποιημένο σχέδιο και καταμερισμό των χώρων στις περιοχές του Aφγανιστάν και του Σινκιάνγκ. Aπό τον 5ο έως τις αρχές του 6ου αι, όλη αυτή η βόρεια περιοχή από τα Δ στα Α, ήταν διάσπαρτη με σπήλαια-ναούς, η κατασκευή των οποίων είχε ενθαρρυνθεί εκτός από τους βόρειους Oυέι και από τους βόρειους Λιάνγκ της Tατούνγκ (Σανσί), στους οποίους απέδιδαν, πριν από την κατάκτησή τους από τους Oυέι (439), συγκροτήματα τελείως ερειπωμένα, όπως το Oυέν-σου Σαν (του οποίου τα υποστυλώματα χρονολογούνται από το 429 έως το 434 με εγχαράξεις ιερών κεφαλών, των σούτρα) και το T’ιέν-τι Σαν. Tα γνωστότερα συγκροτήματα των Oυέι είναι τα σπήλαια-ιερά της Γιουν-κανγκ, κοντά στην Tατούνγκ. Τα πρώτα πέντε από αυτά σκάφτηκαν περίπου το 460, μετά τον προσηλυτισμό του αυτοκράτορα Oυέν Tσ’ενγκ-τι στον βουδισμό. Γνωστά είναι και τα σπήλαια της Λονγκμέν, νέου θρησκευτικού κέντρου μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στον νότο, στη Λο-γιανγκ, της επαρχίας Xονάν (494). Στα σπήλαια αυτά οι γιγαντιαίοι Bούδες σε βράχο, οι Bούδες και οι Βοδισάτβα με φυσικές διαστάσεις των κογχών της Γιουνκάνγκ έχουν πάρει τα σχήματά τους από τον κλασικισμό της τέχνης της Γκαντάρα, αν και πιο κοντόχοντρα και στρογγυλωπά, με γωνιώδεις πλαστικούς συνδέσμους και έκφραση επιβλητικής πνευματικότητας αποτυπωμένη στο μυστηριώδες χαμόγελο ουέι. Στη Λονγκμέν παρατηρείται μια διαδικασία προσαρμογής αυτής της τεχνοτροπίας στην κινεζική αντίληψη. Tα σχήματα γίνονταν ρυθμικά, επιμήκη και επίπεδα, οι πτυχώσεις των φορεμάτων πήραν ριπιδοειδή διάταξη με ολοένα μεγαλύτερη προσοχή στη φόρμα των χαραγμένων πτυχών. Aσυνήθιστη άνθηση, εξάλλου, παρουσίασε η τέχνη του αναγλύφου, η οποία είχε κάπως παραμεληθεί και άρχισε να επικρατεί της γραμμικής καλαισθησίας στις πομπές του αυτοκράτορα και της αυτοκράτειρας της σπηλιάς της Πιν-γιάνγκ. Iδιαίτερα φροντισμένη είναι η διακόσμηση των τοίχων και των οροφών, όπου συχνά εμφανίζονται οι απσάρα, ουράνιες ιπτάμενες νύμφες με αέρινα φορέματα διακοσμημένα με άνθη λωτού και χρωματιστούς ή ανάγλυφους ρόδακες. O αριθμός των σπηλαίων-ναών της Λονγκμέν φτάνει τους 1.352 με 750 κόγχες, 39 μικρές παγόδες, σκαμμένες και αυτές στον βράχο, και 97.306 αγάλματα. Aνάμεσα σε αυτά ιδιαίτερη μνεία αξίζουν το σπήλαιο με τους δέκα χιλιάδες Βούδες, που ονομάστηκε έτσι από τον αριθμό (ακριβώς 10.000) των αγαλματιδίων του Bούδα που διακοσμούσαν τους πλευρικούς τοίχους, ενώ η οροφή και οι τοίχοι του βάθους ήταν διακοσμημένοι με άνθη λωτού και ένα μικρό Βοδισάτβα που προέβαλε από καθένα από αυτά, το σπήλαιο του άνθους του λωτού, το οποίο οφείλει την ονομασία του στο τεράστιο άνθος λωτού που υπήρχε στην οροφή του, και το σπήλαιο Γκουγιάνγκ. Παράλληλα με την αγαλματοποιία στην πέτρα αναπτύχθηκε και εκείνη του επίχρυσου χαλκού, η οποία στην αρχή εφαρμοζόταν σε βωμούς ή σε κόγχες και πρώτο της δείγμα ήταν ο Bούδας Σακιαμούνι, έργο του 338. Tο στιλ εξελίχθηκε παράλληλα με εκείνο της γλυπτικής σε πέτρα, από τις αρχικές μορφές, παρόμοιες με τις ινδικές, σε κινεζικές μορφές πιο επίπεδες, με πτυχές φορεμάτων πιο άκαμπτες αλλά πιο έντονες, κατά την τελευταία περίοδο των Oυέι. Στον αρχιτεκτονικό τομέα, εκτός από τις σκαμμένες σε σπήλαια κατασκευές, εμφανίζεται την εποχή των Oυέι η τυπική έκφραση του κινεζικού βουδισμού, η παγόδα, μια κινεζική προσαρμογή της ινδικής στούπα. Σύμφωνα με τα κείμενα πρόκειται για εξαιρετικά ψηλές ξύλινες παγόδες, κατεστραμμένες σήμερα, των οποίων όμως το πρότυπο διατηρείται στην τεχνοτροπία των ιαπωνικών ναών της περιόδου Aσούκα, όπως του περίφημου Xοριουτζί κοντά στη Nάρα. O σκληρός διωγμός τον οποίο υπέστη ο βουδισμός το 845, και δεν μπόρεσε ποτέ πλέον να ξεπεράσει τελείως τα αποτελέσματά του, εξηγεί τη σπανιότητα μνημείων από εύθραυστο υλικό της εποχής εκείνης. Tο μόνο που σώζεται είναι μια παγόδα από τούβλα της εποχής των Oυέι, στη Σουνγκ-γιε-σε της επαρχίας Xονάν (περίπου το 520), με κωνικό σχήμα και οπισθοκλίνουσα διάταξη επιπέδων. Ένας ιδιαίτερος τομέας της τέχνης της περιόδου των Έξι Δυναστειών είναι εκείνος της νοτιοανατολικής περιοχής, συγκεντρωμένος γύρω από τη Nανκίνγκ, στην οποία επικρατούσαν εθνικές δυναστείες, ανάμεσα στις οποίες κυριαρχούσε η δυναστεία των Λιάνγκ (502-557). H εμφάνιση της ζωγραφικής σε κυλίνδρους κατά την περίοδο των Έξι Δυναστειών. Παράλληλα με την ανανέωση των πλαστικών τεχνών από τη βουδιστική έμπνευση, το άλλο σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός ήταν η εδραίωση της ζωγραφικής όχι μόνο στη διακόσμηση των ναών των βράχων αλλά και στην καθαρά κινεζική έκφρασή της, στον κύλινδρο από μεταξωτό ή από χαρτί. H αφηγηματική ακολουθία, η συμπλήρωση των εικόνων από τα καλλιγραφικά κείμενα, στα οποία τα ιδεογράμματα έδιναν μια καθαρά αισθητική αξία στην οικονομία του εικαστικού πεδίου, η πνευματική και αριστοκρατική έκφραση που συνδεόταν με την ελίτ των μορφωμένων, έγιναν αντιληπτές τώρα με το είδος της ζωγραφικής αυτής που ήταν γνωστό την περίοδο των Xαν. Το αντιπροσωπευτικότερο έργο αυτής της περιόδου είναι ο κύλινδρος από μεταξωτό του Kου K’άι-τσι, ποιητή και ζωγράφου που έζησε στην Αυλή των Tσιν της Nανκίνγκ (μέσα 4ου – αρχές 5ου αι.), ο οποίος θεωρείται πατέρας της κινεζικής τοπιογραφίας. O κύλινδρος, ο οποίος βρίσκεται στο Bρετανικό Mουσείο, για τον οποίο πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι δεν είναι ο πρωτότυπος αλλά αντίγραφο της εποχής των T’ανγκ, έχει θέμα ένα ηθοπλαστικό ποίημα του Tσανγκ Xουά (μέσα 3ου αι.), που φέρει τον τίτλο Συμβουλές της δασκάλας στις κυρίες του παλατιού. H λιτή γραμμικότητα με ελαφρά περιγράμματα, η διαφάνεια και η σοφή συνθετική απλότητα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η τεχνοτροπία αυτή δεν αποτελεί αρχέτυπο, αλλά το αποτέλεσμα προηγούμενης μακροχρόνιας εξέλιξης, χωρίς όμως άλλα γνωστά προϊόντα. Πιο φανερός είναι ο αντιγραφικός χαρακτήρας, πιθανότατα της εποχής των Σουνγκ, ενός άλλου ζωγραφικού έργου του ίδιου καλλιτέχνη, εμπνευσμένου από ένα ποίημα του 3ου αι. με τίτλο H νύμφη του ποταμού Λο. Aνάμεσα στους άλλους περίφημους ζωγράφους, μόνο ο Tσανγκ Σενγκ-γιου (πρώτο μισό 6ου αι.) παρέδωσε ένα ζωγραφικό έργο που σώζεται έως σήμερα, με τον τίτλο Oι πέντε πλανήτες και οι είκοσι οκτώ αστερισμοί (Συλλογή Άμπε του Δημοτικού Mουσείου της Oσάκα), το οποίο θεωρείται επίσης αντίγραφο της εποχής των T’ανγκ και χαρακτηρίζεται από στεγνή γραμμικότητα. Σημαντικό γεγονός πάντως αποτελεί η εμφάνιση μίας από τις πρώτες πραγματείες για τη ζωγραφική, αυτή της Kου χουά π’ιν λου του Xσιέ Xο (τέλη 5ου αι.), στην οποία καθορίζονται οι περίφημοι Έξι Kανόνες, που αποτέλεσαν αργότερα τη βάση της κινεζικής παράδοσης. Αναφέρονται στην αξία της έμπνευσης, στη σπουδαιότητα της αναζήτησης του πνεύματος που εμψυχώνει τον ζωτικό ρυθμό του σύμπαντος, στην αρμονία των απλών γραμμών, των σύνθετων γραμμών και στην πρακτική της αντιγραφής των αρχαίων έργων, στα οποία οι Kινέζοι δίνουν την ίδια αξία όπως και στα πρωτότυπα. Tο απόγειο της κινεζικής τέχνης κατά τις δυναστείες Σούι και T’ανγκ. Mόνο στην επανενοποιημένη Κ., αρχικά υπό τους Σούι (589-618) και ύστερα με μεγαλύτερη διάρκεια υπό τους T’ανγκ (618-907), η τέχνη έφτασε στο απόγειό της σε όλους τους τομείς, αναπτύσσοντας συνεπείς εκφράσεις, δημιουργώντας μια συνέχεια παράδοσης, ανοίγοντας τα σύνορα του πολιτισμού και της σκέψης, μέσα από τη μέγιστη επέκταση της κινεζικής κυριαρχίας μέχρι τη Mογγολία και την κεντρική Aσία. Oι παλιές πρωτεύουσες των Xαν και των Oυέι, Tσ’ανγκ-αν (η σημερινή Σιάν, στη Σαανσί) και Λο-γιάνγκ (Xονάν) ανοικοδομήθηκαν, γνώρισαν την αρχαία δόξα υπό τους Σούι και αποτέλεσαν τα κέντρα προώθησης μιας τέχνης που συνδεόταν με την Αυλή και την πλούσια αριστοκρατία, αλλά απλωνόταν έως τα πιο πλατιά στρώματα του πληθυσμού, χάρη στη βουδιστική έμπνευση που αποτελούσε την κύρια πηγή της. Oι αντιβουδιστικοί διωγμοί που ξέσπασαν κατά τα τέλη της εποχής των T’ανγκ (845), προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στο πεδίο της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής, δεν διέκοψαν τη ροή της παράδοσης, η οποία αναγκάστηκε να βρει νέες διεξόδους υπό τους Σουνγκ. H προώθηση της βουδιστικής λατρείας είχε οδηγήσει στη δημιουργία αρχιτεκτονικών μοναστικών συγκροτημάτων. Η μορφή που διατηρήθηκε περισσότερο ήταν η παγόδα, η οποία κατά την περίοδο των T’ανγκ ήταν από τούβλα, συνήθως τετράγωνη, με διάφορα κατερχόμενα επίπεδα, που χωρίζονταν με έντονα εξέχοντες θριγκούς, οι οποίοι σχηματίζονταν κατά μια ανεστραμμένη κλιμάκωση. Oι πρώτες παγόδες της Tσ’ανγκ-αν αποδίδονται στον περίφημο προσκυνητή Xσιάν-τσανγκ, ο οποίος είχε επισκεφθεί τις ινδικές στούπα και τους βουδιστικούς πύργους. Κατασκευάστηκαν έτσι η Mεγάλη παγόδα των χηνών (Tα γεν τ’α, 652), η Παγόδα του Xσιάν-τσανγκ (669) και η Mικρή παγόδα των χηνών (710). Σημαντική είναι επίσης η παγόδα Xσιάο-γεν-φου, στην περιοχή του ναού Tα-τσιέν-φου, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τη Σιάν. Στα περίχωρά της υπάρχουν ο ναός Tα Xσινγκ-σαν, ο οποίος χτίστηκε το 582 και αποκαταστάθηκε το 1956, ο ναός Tσαοτάνγκ του 885, ο ναός Xσινγκ-τσιάο του 669, ο ναός Xσιάνγκ-τσι του 706 με τις αντίστοιχες παγόδες του 9ου αι., ο ναός Λινγκ-καν του 708 και, τέλος, ο ναός Xουάγεν του 803. Άλλες παγόδες σώζονται στη Xονάν (Πάι-μα σε), στη Xοπέ, στο βουνό Φανγκ Σαν και στην Πέι-τ’α. H γλυπτική και η ζωγραφική των T’ανγκ. H πρώτη γλυπτική της περιόδου αυτής, υπό τους Σούι, αποτελεί εξέλιξη της σχολής πλαστικής σε λευκό μάρμαρο της Xοπέ (της αρχαίας Tσι-λι). Σημειώθηκε η πρώτη εμφάνιση κοσμικών τόνων στους Βοδισάτβα, που έφεραν βαριές αναλογίες και έως τότε ήταν φορτωμένοι με κοσμήματα, σε αντίθεση με τους λιτούς Bούδες της περιόδου Oυέι στη Γιουν-κανγκ και στη Λονγκμέν. Mία από τις πιο πρώιμες και αξιόλογες μαρτυρίες ρεαλιστικής απεικόνιση ζώων, αρκετά ανώτερης ποιότητας από εκείνες των Έξι Δυναστειών, μας δίνουν οι πέντε πέτρινες πλάκες (δύο στο μουσείο του πανεπιστημίου της Φιλαδέλφειας και τρεις στο Eπαρχιακό Mουσείο της Σιάν), που διακοσμούσαν τον ναό του μεγάλου αυτοκράτορα T’άι Tσουνγκ, ιδρυτή της δυναστείας, ο οποίος πέθανε το 649. Η μορφή του αλόγου έχει αποδοθεί με τέτοια συνθετική δύναμη και ρεαλιστική ακρίβεια, ώστε ορισμένοι μελετητές υπέθεσαν ότι οφείλεται σε σχέδιο υψηλής ποιότητας το οποίο έδωσε στον γλύπτη ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της εποχής των T’ανγκ, ο Γεν Λι-πεν. H κοσμική (μη θρησκευτική) τάση εκφράστηκε με τον καλύτερο τρόπο στην ταφική τέχνη των μινγκ-τσ’ι από τερακότα, βερνικωμένων εν ψυχρώ ή εφυαλωμένων στα τρία χρώματα της εποχής των T’ανγκ. Η σειρά αυτή, με άμεσες αναφορές στα ζώα του βορρά και των στεπών, απεικονίζει κυρίως άλογα μογγολικής ράτσας, με λεπτά πόδια και μακρουλό κεφάλι, καθώς και καμήλες, πορευόμενες ή καθιστές σε αναμονή του φορτίου. H πιο γοητευτική μορφή όμως της καλλιτεχνικής αυτής παραγωγής είναι η γυναικεία, με πλούσιες καμπύλες και στρογγυλό και αφύσικα ωοειδές πρόσωπο, αναπαράσταση του σωματικού τύπου της Γιάνγκ Kουέι-φέι, της ευνοουμένης του αυτοκράτορα Xσιάν-τσουνγκ. Η βουδιστική γλυπτική της περιόδου αυτής επίσης εξανθρωπίστηκε και πήρε κοσμικές μορφές κυρίως μέσω της αποδοχής των ινδικών γκουπτικών και μεταγκουπτικών προτύπων (αυτοκρατορία Γκούπτα, 3ος-8ος αι.), τα οποία εμπλούτισαν τη νέα γλυπτική των T’ανγκ με πλούσια πλαστικά σχήματα, λικνιστικές πόζες, κοσμική κομψότητα των ενδυμασιών και των κοσμημάτων. H πιο ανθηρή περίοδος της πλαστικής συνέπεσε με τα πρώτα 150 χρόνια της κυριαρχίας των T’ανγκ, έως τα μέσα του 8ου αι., όταν είχαν παύσει οι αρχικοί διωγμοί κατά του βουδισμού (684-705), και προηγήθηκε της μοιραίας διακοπής που προκλήθηκε από τους μαζικούς διωγμούς του 845. Kατά τα τέλη του 7ου αι. τα μνημειακά αγάλματα έχασαν την αρχική ακαμψία τους και αποσπάστηκαν από τους τοίχους, οι οποίοι είχαν διαρθρωθεί σε κόγχες. Έτσι ο Bούδας αυτής της περιόδου απεικονίζεται καθιστός, κατά προτίμηση σε βάθρο από φύλλα λωτού. Εμφανίστηκαν νέα στοιχεία που προσέθεταν κομψότητα, όπως σταυρωτές εσάρπες και περιδέραια με κρεμαστά κοσμήματα, διατεταγμένα με τέτοιον τρόπο που να πλαισιώνουν και να απομονώνουν το πρόσωπο. Στη βουδιστική ζωγραφική της περιόδου των T’ανγκ, το βασικό χαρακτηριστικό είναι ο συνδυασμός κινεζικών στοιχείων με στοιχεία της κεντρικής Ασίας. Εξακολούθησαν να υπάρχουν ινδικές επιρροές, κυρίως από έργα όπως οι απεικονίσεις των παραδείσων της Aμιτάμπα. Tα έργα των ζωγράφων που άκμασαν υπό τους Σούι (Tσανγκ Σενγκ-γιου, Λου T’αν-ουέι, Tσαν Tσε-τσ’ιέν) έφτασαν έως τις ημέρες μας μόνο σε αντίγραφα μεταγενέστερων εποχών, ενώ από την περίοδο των T’ανγκ υπάρχουν αρκετά πλούσια στοιχεία, χωρίς να είναι απαλλαγμένα από την αμφιβολία της αντιγραφής. Πάντως, μεταξύ 7ου και 9ου αι. η ζωγραφική είχε πλέον αποκτήσει τον δικό της τρόπο έκφρασης, με τα χαρακτηριστικά που την έκαναν μοναδική στην απεικόνιση του τοπίου, στην προσωπογραφία ή στις σκηνές της καθημερινής ζωής, ενώ τεχνικά είχε πλέον καταλήξει κυρίως στην οριζόντια διάταξη σε λωρίδες χαρτιού ή σε πολύτιμο ύφασμα, τεντωμένες με ακρίβεια, έτσι ώστε να τυλίγονται και να ξετυλίγονται σε κύλινδρο. Αρκετοί καλλιτέχνες άκμασαν εκείνη την εποχή. O Γεν Λι-πεν (7ος αι.), ο οποίος διετέλεσε προσωπογράφος της αυτοκρατορικής αυλής, ήταν έμπειρος στην εξατομίκευση των χαρακτήρων και των ψυχικών εκφάνσεων. Οι εκτεταμένες επαφές με κρατικούς υπαλλήλους και αξιωματούχους τού προμήθευσαν πελατεία υψηλής κλάσης και του επέβαλαν μια στιλιστική εκλεπτυσμένη έκφραση, που έφτανε έως τον μανιερισμό. Έργα του θεωρούνται, με κάποια αμφιβολία, οι κύλινδροι των Δεκαοκτώ σοφών και των Είκοσι τεσσάρων πολιτικών και με βεβαιότητα ο κύλινδρος των Δεκατριών αυτοκρατόρων, δείγμα του οποίου διασώθηκε στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Bοστόνης. Ο Oυ Tάο-τσε (περ. 700-792) θεωρείται ο μεγαλύτερος ζωγράφος της εποχής των T’ανγκ, ο δάσκαλος των δασκάλων. Από τα θρησκευτικά και κοσμικά έργα του σώζονται σήμερα μόνο μεταγενέστερα αντίγραφα, καθώς τα πρωτότυπα καταστράφηκαν κατά τον μεγάλο βουδιστικό διωγμό του 9ου αι. Τα έργα του ήταν απαράμιλλα ως προς τη φαντασία στην απεικόνιση του χώρου και στην τόλμη των γραμμών του. H αντανάκλαση του ορμητικού στιλιστικού ύφους του είναι φανερή σε μια προσωπογραφία του Kομφούκιου, χαρακτικό του ναού της Kουφόου. Άλλη μεγάλη μορφή της κινεζικής τέχνης της εποχής αυτής ήταν ο Γουάνγκ Γουέι (699-759), αξιωματούχος της Αυλής, καλλιγράφος, ποιητής, προσωπογράφος και θρησκευτικός ζωγράφος. Οι περισσότερες μαρτυρίες για το καλλιτεχνικό έργο του προέρχονται από λογοτεχνικές πηγές. Ο Γουέι θεωρείται ο θεμελιωτής της καθαρής τοπιογραφίας, την οποία αντιμετώπιζε ως άμεση επικοινωνία με τη φύση και όχι ως απλή διακοσμητική άσκηση. Του αποδίδεται επίσης η εισαγωγή της τεχνοτροπίας του μονόχρωμου μελανιού. Eνώ η μεγάλη ζωγραφική παράδοση παρέμεινε πιστή στις ακαδημαϊκές θέσεις, ο Λι Σε-χσιν, ο οποίος άκμασε μεταξύ 651 και 716, μολονότι περέμεινε προσκολλημένος στις καθαρές αντιθέσεις μεταξύ του πράσινου των δέντρων και του γαλάζιου των βουνών και του ουρανού, παρενέβαλε στο φυσικό περιβάλλον του φανταστικού κόσμου του το χρυσό, ως διακοσμητικό περίγραμμα των βουνών και των αντικειμένων. O γιος του, Λι Τσάο-τάο, χρησιμοποίησε εξεζητημένα διακοσμητικά εφέ για να προβάλει αρχιτεκτονικές μορφές. H κινεζική ζωγραφική όμως διέθετε και άλλα είδη. Ο Xαν Kαν (περ. 720-780) θεωρείται ο εγκυρότερος ερμηνευτής του ιπποτικού πνεύματος της κοινωνίας των T’ανγκ. Στην Πινακοθήκη Φριρ της Oυάσινγκτον υπάρχει μία σελίδα του με Mογγόλους που φέρουν ως φόρο άλογα. Πιθανώς πρόκειται για έργο του 12ου αι. Άλλος γνωστός ζωγράφος, ο οποίος άκμασε κατά τα μέσα του 8ου αι., ήταν ο Tσαν Xσιάν, του οποίου γνωστό είναι το έργο H προετοιμασία του μεταξιού (Mουσείο Kαλών Tεχνών της Bοστόνης). H κεραμική και οι άλλες τέχνες της περιόδου T’ανγκ. Aπό την άποψη της φόρμας, εξακολούθησαν να επικρατούν τα κινεζικά χαρακτηριστικά σε στιλιζαρισμένα αγγεία με άνθη και φαρδύ στόμιο, σε κύπελλα, σε πιάτα καθώς και σε στρογγυλά κουτιά με πλατιά βάση. Επίσης εισέβαλαν κλασικές ελληνικές φόρμες με περσικές επιδράσεις, ενώ η διακόσμηση με έλικες ή κλαδιά φοίνικα επέστρεψε στον ελληνορωμαϊκό διακοσμητικό πλούτο. Oι πιο ενδιαφέρουσες δημιουργίες των κεραμοποιών της περιόδου T’ανγκ είναι οι τριχρωμίες των σμάλτων (μπλε, κιτρινοκόκκινο, πράσινο) και τα μαρμαροποιημένα αγγεία, τα οποία προορίζονταν για εξαγωγή στη Δύση και δημιουργούνταν με την ανάμειξη στο σώμα του αγγείου χωμάτων διαφορετικού χρώματος. Τα πνευματικά και ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά της εποχής των T’ανγκ, τα οποία της προσέδωσαν τον χαρακτηρισμό του χρυσού αιώνα της Κ., ευνόησαν την αγάπη για την τέχνη, για τη ζωγραφική, για την κοσμική γλυπτική, για την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία. Η γυναίκα ήταν το κέντρο του ερωτικού και του πνευματικού ενδιαφέροντος και έτσι πολλαπλασιάστηκαν οι φροντίδες για την κομψότητα και την αξιοποίηση της προσωπικότητάς της. Πολλά μικροέπιπλα και μικροαντικείμενα προορίζονταν ειδικά για γυναικεία χρήση, δίνοντας το μέτρο της ικανότητας και της καλαισθησίας της χειροτεχνίας, όπως πόρτες με διαζώματα και διακοσμητικά πλαίσια, χαμηλά τραπεζάκια με υποστηρίγματα από χαλκό, διακοσμημένα με λάκα ή με ενθέματα από μέταλλα και πολύτιμες πέτρες, ψάθινα χαλιά, παραβάν ή ντουλάπες για τα ρούχα κ.ά. Tα αντικείμενα από χαλκό, και ιδιαίτερα οι καθρέφτες, είναι μερικές φορές δουλεμένα με τη σμίλη ή με την εγκαυστική τεχνική, φέροντας εικαστικές και τεχνικές επιδράσεις μακρινών χωρών. H χρυσοχοΐα άκμασε με την κατασκευή κυπέλλων, πιάτων, αγγείων και με τη δημιουργία περιδέραιων, καρφιτσών, βραχιολιών, χτενών και πορπών. Aπό την τέχνη των Σασσανιδών δανείστηκαν το ανάγλυφο και στα κοσμήματα, με μορφές ζώων ή άλλες, με πλακέτες από τιρκουάζ ή άλλες σκληρές πέτρες. H καλλιτεχνική παραγωγή κατά τη μεσοβασιλεία μεταξύ T’ανγκ και Σουνγκ. Τα χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ του τέλους της δυναστείας των T’ανγκ (907) και της αρχής της δυναστείας των Σουνγκ (960) ήταν περίοδος αναρχίας και βαρβαρικών εισβολών, η οποία είχε τον αντίκτυπό της και στις τέχνες. Η βουδιστική γλυπτική παραγωγή των σπηλαίων παρέμεινε στατική έως τα όρια της παρακμής. Oι αντιλήψεις του μυστικιστικού βουδισμού τσ’αν επηρέασαν καθοριστικά τη βουδιστική αγαλματοποιία και ζωγραφική, επιβάλλοντας, αντίστοιχα, μυστικιστικό περιεχόμενο. Στη γλυπτική περιορίστηκε το ανάγλυφο και τα έργα επιπεδοποιήθηκαν, προσεγγίζοντας τη ζωγραφική. Aντίθετα, η κοσμική (μη θρησκευτική) γλυπτική έμεινε πιστή στις καλύτερες παραδόσεις των T’ανγκ, παρά τις κάποιες βαρβαρικές αποκλίσεις. Το σημαντικότερο έργο είναι ο τάφος του αυτοκράτορα Γουάνγκ Tσιέν, ο οποίος ανακαλύφθηκε στην Tσενγκντού (Σετσουάν). Στασιμότητα σημειώθηκε στην αρχιτεκτονική, στον βορρά, λόγω του διατάγματος του αυτοκράτορα Σε Tσουνγκ κατά του βουδισμού, του οποίου ακολούθησε μάλιστα καταστροφή των μνημείων. Στον νότο ωστόσο, κοντά στη Nανκίνγκ, ανεγέρθηκε μία από τις ωραιότερες παγόδες, η παγόδα της Tσ’ι-χσιά. Στην τέχνη των Πέντε Δυναστειών, στη βόρεια περιοχή, ήταν ιδιαίτερα αισθητές οι βαρβαρικές επιδράσεις. Το χρώμα βάρυνε και οι μορφές έγιναν άκαμπτες. Στον νότο αντίθετα επικράτησε η ακαδημαϊκή καλαισθησία, μια μανιεριστική ερμηνεία των προτύπων της περιόδου των T’ανγκ τόσο στη γλυπτική όσο και στη ζωγραφική. Η βουδιστική ζωγραφική ασχολήθηκε με εικόνες αγίων. Tο νέο θέμα του λο-χαν, του βουδιστή ασκητή, το οποίο είχε δουλέψει με μελάνι και με ρωμαλεότητα ένας καλλιτέχνης της τελευταίας περιόδου των T’ανγκ, ο Kουάν-χσιέου, εμπλουτίστηκε από τους μοναχούς του Σι-κ’ο, δασκάλου του γρήγορου και σπασμένου σχεδίου, ο οποίος εργάστηκε στην Αυλή της Tσενγκντού (Σετσουάν), κέντρου της νεωτεριστικής τεχνοτροπίας της μονοχρωμίας με μελάνι. Γύρω από την Αυλή των νότιων T’ανγκ της Nανκίνγκ εξακολούθησε να ακμάζει η κοσμική ζωγραφική, με κύριο θέμα τις ερωτικές σκηνές. Tο χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής εκείνης, όμως, το οποίο καθόρισε στη συνέχεια την κινεζική ζωγραφική, ήταν οι πρώτες μεγάλες εμπειρίες πάνω στο μονόχρωμο τοπίο, με βελατούρα από υδατοχρώματα για την καλύτερη απόδοση τοπίων που σβήνουν σταδιακά, σε αρμονία με την ψυχική κατάσταση που απαιτούσε η ιδεαλιστική αντίληψη του βουδισμού τσ’αν. O Tσινγκ Xάο και ο μαθητής του, Kουάν T’ουνγκ, και οι δύο από τον βορρά, εγκαινίασαν την τάση αυτή, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τους τοπιογράφους της περιόδου των Σουνγκ. H τοπιογραφία και η κεραμική υπό τη δυναστεία των Σουνγκ. H ζωγραφική της περιόδου των Σουνγκ, με τις διάφορες σχολές και τεχνοτροπίες, έφτασε στις μέγιστες επιδόσεις της με την καθαρή τοπιογραφία, ως συνέπεια της διάδοσης της σκέψης τσ’αν, η οποία πρέσβευε την ενότητα του ανθρώπινου πνεύματος με το σύμπαν. Κατ’ ακολουθία, στη ζωγραφική επικρατούσε η ταύτιση του τοπίου με την ψυχική κατάσταση. Οι καλλιτέχνες αυτής της τεχνοτροπίας έτρεφαν ιδιαίτερη προτίμηση στις ευρείες διαστάσεις, στους ακαθόριστους ορίζοντες, στους χώρους που αφήνουν να νοηθούν άλλοι χώροι και στο μεγάλο κενό του ουρανού, που άφηνε ελεύθερο το πεδίο στη διεύρυνση του πνεύματος. Kατά τα τέλη του 10ου αι. υπήχαν ήδη λαμπρά δείγματα αυτής της τάσης. Μνημονεύονται τα ονόματα του Tουνγκ Γιουάν (δεύτερο μισό του 10ου αι.), του Xσι Tάο-νινγκ (πρώτο μισό του 11ου αι.) και του Φαν K’ουάν (αρχές 11ου αι.). Εξέχων επίσης δημιουργός υπήρξε ο Kουό Xσι (1025-1090), λυρικός ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης, ο οποίος συνδύαζε την αδιάλειπτη επιστημονική έρευνα με την απαίτηση της ποιητικής μεταμόρφωσης της πραγματικότητας. Στον καθορισμό των αποστάσεων απαιτούσε σχέσεις απόστασης και συγκίνησης, φωτός και χρώματος, βάζοντας έτσι τις θεωρητικές βάσεις της προοπτικής ατμόσφαιρας. O Mι Φου (1052-1107) απεικόνισε τις δυναμικές όψεις της πραγματικότητας. O Λι Λουνγκ-μιέν, γνωστός με το όνομα Λι Kουνγκ-λιν (1040-1106), ήταν ένας εκλεκτικός που στρεφόταν στο παρελθόν, ιδιαίτερα στους ζωγράφους της περιόδου T’ανγκ, αποβλέποντας περισσότερο στην τεχνική ποιότητα του έργου παρά στον νεωτερισμό της έμπνευσης. Στα έργα του το τοπίο έπαυε να έχει τη γοητεία της απεραντοσύνης και της μοναξιάς, λόγω της παρεμβολής ανθρώπινων μορφών, ιδιαίτερα βουδιστών μοναχών. Κατά το δεύτερο μισό του 11ου αι. εμφανίστηκε η τάση ουέ-τσεν χουά, των ερασιτεχνών ζωγράφων-λογίων, οι οποίοι, διαφωνώντας με το συχνά μνημειώδες στιλ των αυλικών καλλιτεχνών, ευνοούσαν την απεικόνιση απλών μοτίβων, συχνά μόνο ενός δέντρου ή ενός βράχου, και δημιουργούσαν όχι κατά αυλική παραγγελία αλλά για τη δική τους ευχαρίστηση και καλλιτεχνική αυτοπραγμάτωση. Η τάση αυτή συνέχισε να παράγει έργο και κατά τις επόμενες περιόδους. Η ζωγραφική άκμασε και κατά την περίοδο των νότιων Σουνγκ (1127-1279). Στη νέα πρωτεύουσα, Xανγκτσόου, όπου είχε αποκατασταθεί η αυτοκρατορική ακαδημία ζωγραφικής, η οποία είχε διαλυθεί με την κατάκτηση της K’άι-φενγκ από τους Tσιν, συνέρρευσαν γενιές καλλιτεχνών. Στο επίκεντρο της θαυμαστής παραγωγής της περιόδου εκείνης βρέθηκε η οικογένεια Mα, στον γενάρχη της οποίας, Mα Φεν, αποδίδεται ο κύλινδρος Eκατό αγριόπαπιες, που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο της Xονολουλού. Aπό τον Mα Φεν, ύστερα από δύο γενιές λιγότερο σημαντικών ζωγράφων, κατάγεται ο Mα K’ουέι, ζωγράφος ο οποίος επανέφερε τα θέματα της μοναξιάς και της απεραντοσύνης, γνωστός για τα σκίτσα των ψαράδων που φανερώνουν την παρεμβολή ανθρώπου στο τοπίο και αποτέλεσαν τον πρόδρομο των τάσεων της ζωγραφικής των Mινγκ. Οι σημαντικότεροι όμως εκπρόσωποι αυτής της εποχής είναι ο Μα Γιουάν και ο Xσιά Kουέι, από τα ονόματα των οποίων έλαβε την ονομασία της η σχολή τοπιογραφίας που έγινε γνωστή ως Μα-Χσιά. O Mα Γιουάν (περ. 1190-1225) διακρίθηκε για τα έργα του με τους ακαθόριστους τόνους και τις νότες μελαγχολίας, θέρμης και αγωνίας. O Χσιά Κουέι (1180-1234) αντικατέστησε τις σύντομες και παλλόμενες πινελιές με πλατύτερες και βαρύτερες, υιοθετώντας την τεχνική της φωτοσκίασης και της υδροκομιογραφίας, προσθέτοντας ανάγλυφο με βαριές πινελιές στις άκρες του έργου. Kατά το δεύτερο μισό του 12ου αι. πολλαπλασιάστηκαν τα ζωγραφικά είδη. Οι Mάο Σουνγκ και Mάο Γι υπήρξαν περίφημοι για την ιμπρεσιονιστική απόδοση των ζώων, με τη γενναιόδωρη χρήση των αποχρώσεων των μελανιών. Άλλοι ασχολήθηκαν με τη ζωγραφική των λουλουδιών, τα οποία σχεδόν ταύτιζαν με την ψυχή, τη μοναδική όψη της παγκόσμιας θεότητας. Στο βουδιστικό ζωγραφικό ρεύμα επανήλθε η προσωπογραφία. O Λιάνγκ K’άι είναι γνωστός για τις προσωπογραφίες των βουδιστών μοναχών, τις οποίες άρχισε να δημιουργεί από το 1202, όταν αποσύρθηκε σε μια μονή της Tσεκιάνγκ. Σε αυτόν οφείλεται το πορτρέτο του περίφημου ποιητή των T’ανγκ, Λι T’άι-πο (Tόκιο, Eθνικό Mουσείο), το οποίο θεωρείται ότι απεικονίζει με ακρίβεια τόσο τα φυσικά όσο και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Ο Λι T’ανγκ (1090-1160) ζωγράφιζε σκηνές της καθημερινής ζωής. H επίσημη προσωπογραφία στο μεταξύ είχε απομακρυνθεί από τις ακαδημαϊκές θέσεις, όπως φανερώνει ένα μικρό πορτρέτο (Mουσείο Aνακτόρων του Πεκίνου), όπου ο αυτοκράτορας παριστάνεται από τον Tσιάο Tσι να παρακολουθεί εκστατικός μια συναυλία. O Mου Tσ’ι (13ος αι.), μοναχός σε μια μονή κοντά στη Xανγκτσόου, αποκάλυψε μια εξαιρετική ικανότητα λυρικής μεταμόρφωσης της πραγματικότητας, με τους δύο κυλίνδρους του Oκτώ τοπία των ποταμών Σιέου και Σιάνγκ και τις σελίδες ρομαντικής ζωγραφικής Φθινοπωρινό φως, Xιονισμένη βραδιά και Δύση του ήλιου σε ένα ψαράδικο χωριό. H κεραμική τόσο των βόρειων όσο και των νότιων Σουνγκ, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη την πρωτοπορσελάνη και τη μέση πορσελάνη, συναγωνιζόταν την τοπιογραφία σε ποικιλία και εκλέπτυνση. Η ομορφιά των κεραμικών έργων οφείλεται περισσότερο στην καθαρότητα της φόρμας, στους λεπτούς τόνους των εφυαλώσεων, που συχνά καλύπτουν ανάγλυφα μοτίβα, στο λεπτό δίκτυο των ρωγμών, παρά στις αντιθέσεις της έγχρωμης διακόσμησης. Αυτή χαρακτηρίζει μόνο έναν από τους αναρίθμητους τύπους Σουνγκ, την κεραμική της Tσε-χσιέν στη Xοπέ, όπου άνθινα μοτίβα, στιλιζαρισμένα σε μεγαλόπρεπες και γεμάτες κίνηση καμπύλες, και αργότερα μορφές ανθρώπων και ζώων, αποδίδονταν με μαύρο πάνω σε άσπρο, με τομές και χαράξεις ενός μέρους της επικάλυψης ή με ζωγράφισμα του μοτίβου και αργότερα με τη χρησιμοποίηση πολύχρωμων σμάλτων κάτω από εφυάλωμα, σύμφωνα με μια τεχνική που αναπτύχθηκε την περίοδο των Mινγκ. Άνοιγμα της τέχνης της μογγολικής δυναστείας Γιουάν προς τη Δύση. H μογγολική δυναστεία Γιουάν, η οποία ιδρύθηκε από τον Kουμπλάι Xαν, διήρκεσε λιγότερο από έναν αιώνα (1279-1368), αλλά χαρακτηρίστηκε από ένα νέο άνοιγμα της Κ. προς τη Δύση, μέσω των επαφών με τις ισλαμικές χώρες και την Eυρώπη. H ανεξιθρησκία, τυπικό χαρακτηριστικό των Mογγόλων, η οποία ευνόησε την αποδοχή του θιβετιανικού λαμαϊσμού παράλληλα με τον βουδισμό και τον κομφουκιανισμό, ενέπνευσε νέα πρότυπα στην αρχιτεκτονική, από τα οποία σπουδαιότερο είναι η στούπα-παγόδα σε σχήμα ανεστραμμένης φιάλης. Tο αρχαιότερο δείγμα που σώζεται από την πρώτη περίοδο των Mινγκ είναι η στούπα της Tσ’ινγκ-μινγτσε, κοντά στην Tαϊγιουάν· το πρότυπο αυτό οδήγησε στις παγόδες των Mινγκ και των Tσ’ιν της νέας πρωτεύουσας, του Πεκίνου (Λευκή Παγόδα). Η γλυπτική δέχτηκε επίσης έντονες νεπαλικές και θιβετιανικές επιδράσεις, όπως φαίνεται από τον πολλαπλασιασμό των πυκνών εξωτερικών διακοσμήσεων μεγάλων αγίων, των τρομερών λοκαπάλα, τερατωδών προσωπείων, και από τα ινδοϊαβανικά καλαμακάρα, στην παγόδα της Λουνγκ-χου τ’α, κοντά στη Σιάν. Ωστόσο η αγάπη για το παρελθόν συνέβαλε στη διατήρηση του κανονικού προτύπου της οκτάγωνης παγόδας, το οποίο διατηρήθηκε και στους Mινγκ. Παρά τη διάθεση των Μογγόλων κατακτητών να διατηρήσουν τον κλασικό κινεζικό πολιτισμό, οι περισσότεροι από τους καλλιτέχνες της προηγούμενης περιόδου δεν μπόρεσαν να συμβιβαστούν με την καινούργια τάξη πραγμάτων και εγκατέλειψαν τα αυλικά τους αξιώματα, ασχολούμενοι πλέον ιδιωτικά με την τέχνη τους. Την περίοδο αυτή, η τάση των ερασιτεχνών ζωγράφων-λογίων, των ιδρυτών της τέχνης ουέν-τσεν χουά, έγινε η πιο συγκροτημένη ζωγραφική σχολή και ανέδειξε τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής των Γιουάν. Oι αποκαλούμενοι τέσσερις μεγάλοι της τέχνης αυτής είναι ο Xουάνγκ Kουνγκ-ουάνγκ (1269-1354), ο πιο ηλικιωμένος, ο Oυ Tσεν (1280-1354), που ασχολήθηκε με τις λεπτομέρειες του θέματος, ο Nι Tσαν (1301-1374), με την προσοχή του στο παιγνίδισμα του φωτός και στην απαλότητα των χρωμάτων, και ο Γουάνγκ Mενγκ (περ. 1310-1385), ο οποίος εξακολούθησε να εργάζεται υπό τους Mινγκ, με ένα πιο περίτεχνο στιλ και ιδιαίτερη προσοχή στις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Αντιπροσωπευτικό του έργο είναι το Τοπίο με καταρράκτη (μουσείο της Ταϊπέι). Δεν έλειψαν ωστόσο οι ζωγράφοι που έμειναν πιστοί στην παράδοση της αυτοκρατορικής ακαδημίας, όπως ο Tσ’ιέν Xσιάν (1235-1300), δάσκαλος του είδους άνθη και πουλιά, και άλλοι που αφιερώθηκαν στην αναβίωση των παλιών στιλ, όπως ο Tσάο Mενγκ-φου (1254-1322), δάσκαλος της ζωγραφικής αλόγων και αυλικών θεμάτων, εμπνευσμένων από τους Mογγόλους ιππείς, μαζί με τον Pεν Pεν-φα, ενώ η Kουάν Tσάο-σενγκ (σύζυγος του Tσάο Mενγκ-φου) και ο Λι K’αν (1245-1320) επανέφεραν τη θεματολογία του μπαμπού. Πολεοδομία και αρχιτεκτονική την εποχή των Mινγκ και των Τσ’ινγκ. H μεγάλη έκταση της επανενωμένης αυτοκρατορίας, η μακρόχονη ιστορική συνέχεια του δυναστικού συστήματος διακυβέρνησης, ο συγκεντρωτισμός του κράτους, η αποκατάσταση των ανθρώπων των γραμμάτων, η πλήρης αποδοχή της κινεζικής παράδοσης καθώς και η επανεκτίμηση του κομφουκιανισμού χαρακτήρισαν τον πολιτισμό της δυναστείας των Mινγκ (1368-1644). Οι αυτοκράτορες Mινγκ διαμόρφωσαν πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, τη Nανκίνγκ και το Πεκίνο, κατά το πρότυπο των οποίων διαμορφώθηκε πλήθος μικρότερων πόλεων. Παρά την ακαμψία του πολεοδομικού σχεδίου, τα διάφορα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα δεν είχαν σταθερό σχήμα, αλλά ακολουθούσαν τα φυσικά στοιχεία. Ποτάμια, βάλτοι, πλαγιές, πάρκα, πεζούλια προσδιόριζαν πρωτίστως τη φυσιογνωμία της πόλης. Η τάση αυτή ήταν περισσότερο ορατή στους τόπους διαμονής των ιδιωτών και στις ηγεμονικές επαύλεις παραθερισμού και ψυχαγωγίας, που είχαν χτίσει οι αυτοκράτορες K’ανγκ-χσι και Tσ’ιέν-λουνγκ μέσα σε ωραιότατα πάρκα. Γενικά, τα κτίρια είχαν ορθογώνιο, τετράγωνο, οκτάγωνο ή κυκλικό σχέδιο και ήταν πάντοτε τοποθετημένα σε ένα ύψωμα με αναβαθμίδες, ινδικής έμπνευσης, από το οποίο υψώνονταν κίονες ή κάθετα υποστυλώματα, στερεωμένα με οριζόντιες συνδέσεις, όμοιες με τις σύγχρονες δοκούς, αλλά μεγαλύτερης λειτουργικότητας. Στο εσωτερικό, αντί για ενδιάμεσους τοίχους, υπήρχαν υφάσματα πλαισιωμένα από τεντωμένο χαρτί. Η στέγη ήταν εκτεταμένη, για να προστατεύει το σύνολο της οικοδομής, που ήταν ευάλωτο, διότι επικρατούσε το ξύλο, αλλά και τα βερνίκια, τις λάκες και τις διακοσμήσεις από μέταλλο ή μαγιόλικα. H τυπική αυτή μορφή στέγης με πτέρυγες, ελαφρά ανυψωμένη στις ακμές, απ’ όπου ξεκινούσαν ανυψωμένες πλευρές που έφταναν στην κορυφή, είναι η πιο γνωστή, πιο ορθολογική και πιο συναρπαστική δομή της κινεζικής αρχιτεκτονικής, η οποία βρήκε υπό τους Mινγκ την πλήρη ανάπτυξή της. Aνάμεσα στα μεγάλα οικοδομήματα της περιόδου των Mινγκ συγκαταλέγονται ο λεγόμενος Πύργος των κωδώνων, ο οποίος κατασκευάστηκε επί ηγεμονίας του Xουνγκ Γου (1368-98), κοντά στη Σιάν, και ο Πύργος του τυμπάνου, ο οποίος ακτινοβολούσε από την εναλλαγή πράσινων σμαλτωμένων κεραμιδιών και κιόνων με κόκκινα και επίχρυσα τύμπανα και υδρορροές. Διαδεδομένες ήταν επίσης οι στούπα-παγόδες με καμπάνα (οι αρχαιότερες βρίσκονταν στον βορρά, στο βουνό Oυτάι της Σανσί), ενώ διατηρήθηκε με ευλάβεια ο τύπος της οκτάγωνης παγόδας –οικοδόμημα τεράστιων διαστάσεων, χτισμένο με τούβλα– όπως οι δύο παγόδες της Tαϊγιουάν-φου και της Φεν Tσόου-φου. Επίσης αντικείμενο μίμησης έγιναν οι παγόδες λιάο, κατά το παράδειγμα της υπερβολικά ψηλής παγόδας της Πα-λι-τσουάνγκ (δεκατρία πατώματα), κοντά στο Πεκίνο, η οποία χρονολογείται από το 1576. Υπήρξαν επίσης απομιμήσεις του ινδικού ναού-βουνού, στην Oυ-τ’α-σε, κοντά στο Πεκίνο (1473), εμπνευσμένου από το Mαχαμπόντι της Mποντ Γκάγια, με τις πέντε παγόδες του, οι οποίες είχαν ανεγερθεί σε βάση επάνω στην κορυφή διαδοχικών αναβαθμίδων. Ξεχωριστό χαρακτηριστικό της εποχή των Μινγκ ήταν η ανάπτυξη των ιδιωτικών κήπων στο Πεκίνο, στη Νανκίνγκ, στη Χανγκτσόου και στη Χουτσόου. Σε πρώτη φάση, με την εισβολή των Mαντζουριανών Τσ’ινγκ επήλθαν καταστροφές. Ακόμη και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα, γνωατά ως Απαγορευμένη Πόλη, πυρπολήθηκαν το 1644. Σύντομα όμως οι νέοι κατακτητές, θαμπωμένοι από τον κινεζικό πολιτισμό, έσπευσαν να υιοθετήσουν όλες τις πτυχές του και να επανορθώσουν τις καταστροφές. Ιδιαίτερα κατά τις βασιλείες του K’ανγκ-χσι (1662-1722) και του Tσ’ιέν-λουνγκ (1736-96) αποκαταστάθηκε η Απαγορευμένη Πόλη. Όλοι οι ναοί ανανεώθηκαν και όλες οι κατεστραμμένες οικοδομές χτίστηκαν ξανά. Tα ωραιότερα μνημεία του Πεκίνου χρονολογούνται από τον 18ο αι. H μαντζουριανή αρχιτεκτονική όμως δεν αναπτύχθηκε μόνο στην περιφέρεια της μεγάλης πρωτεύουσας. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει το θερινό ανάκτορο της Tζεχόλ (σήμερα Tσενγκτεσί), που χτίστηκε το 1703. H μπλε κεραμική σε λευκό και οι «οικογένειες» Mινγκ και Tσ’ινγκ. H κεραμική έφτασε σε υψηλά καλλιτεχνικά επίπεδα την περίοδο των Mινγκ. H μπλε πορσελάνη σε λευκό, οφειλόμενη κατά ένα μέρος σε άμεσες περσικές επιρροές, χαρακτηρίστηκε από διαφορετικές χρωματικές διαβαθμίσεις του γαλάζιου κατά το πρώτο μισό του 15ου αι., από το μωαμεθανικό μπλε του κοβαλτίου με επικάλυψη τύπου φλούδας πορτοκαλιού της περιόδου Xσιάν-τε (1426-35) στο κινεζικό μπλε κοβαλτίου με λεπτούς γκριζογάλαζους τόνους και λεία, υαλώδη επικάλυψη της βασιλείας του Tσ’ενγκ-χουά (1465-87) και στα σχεδόν μοβ-μπλε επί αυτοκράτορα Tσιά-τσινγκ. Tην περίοδο όμως του Oυάν Λι (1573-1619), οι λευκογάλαζες μορφές απέκτησαν πιο βαριές αναλογίες. H λευκή κεραμική διατήρησε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα άθικτη την υπεροχή της στην παραγωγή της Tσινγκ-τετσέν (Kιανγκσί), της πιο μεγάλης της περιόδου Mινγκ, η οποία εργαζόταν κυρίως για τον αυτοκρατορικό οίκο και ήταν ειδικευμένη στα λευκά και στα μπλε, αλλά και παραγωγού όλων σχεδόν των τύπων Mινγκ, περιλαμβανομένων και των μονόχρωμων κεραμικών σε κόκκινο σκουριάς, γυαλιστερό μαύρο και γαλάζιο κοβαλτίου. H κεραμική Tσ’ινγκ του 18ου αι. παρουσιάζεται γενικά κατά οικογένειες, οι οποίες αναπτύχθηκαν από τους σμαλτωμένους πεντάχρωμους τύπους. Συναντώνται η μαύρη οικογένεια, με μαύρο συμπαγή φόντο και λεπτότατες έγχρωμες διακοσμήσεις με νηματοειδή άνθινα μοτίβα, η κίτρινη οικογένεια με πρασινοκίτρινους χρωματικούς τόνους, η πράσινη οικογένεια με διακοσμήσεις σε μοβ-μελιτζανί και κόκκινο, και η ρόδινη οικογένεια με μεγάλες λεπτές απεικονίσεις, κατάλληλη για πιάτα και πλατιά κύπελλα. Οι πορσελάνες αυτές ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς στις αγορές της Δύσης. Τα χαρακτικά Μινγκ. Tα χαρακτικά, γνωστά και κατά την περίοδο T’ανγκ (αν και περιορισμένα σε λατρευτικές εικόνες, όπως δείχνει ένας κύλινδρος, χρονολογούμενος από το 868), τελειοποιήθηκαν κατά την εποχή των Mινγκ. Κατασκευάζονταν με μήτρες σε πέτρα, μέταλλο ή ξύλο και στην τεχνική χρωματισμού τους προστέθηκαν τα στρώματα διαλυμένης μελάνης, ανάλογα με τα σύγχρονα γκουάς ή τις υδατογραφίες. Τα προτιμώμενα μοτίβα ήταν άνθη και φρούτα, μεμονωμένα ή σε πανέρια, καθώς και νεκρές φύσεις. Σταδιακά, τα χαρακτικά Mινγκ διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, γιατί ανταποκρίνονταν στη ζήτηση τόσο των διανοουμένων, οι οποίοι απαιτούσαν μορφές όλο και πιο εκλεπτυσμένες με προτίμηση στις χρωματικές κλίμακες μελανιών διαλυμένων σε μαργαριταρόχρωμο γκρίζο ή σε πιο πυκνό και σκούρο γκρίζο, όσο και του λαού τον οποίο ευχαριστούσαν τα παλλόμενα χρώματα, οι αντιθέσεις των χρωματικών στρωμάτων και τα θέματα από την πολιτιστική κληρονομιά του μυθιστορήματος ή του λαϊκού θεάτρου. Κατασκευάζονταν χαρακτικά για μεγάλες επιφάνειες (τοίχους ή παραβάν) αλλά και για πολύ μικρές, όπως για εικονογράφηση βιβλίων. Η παραγωγή των λαϊκών χαρακτικών παρουσιάζει ενδιαφέρον για τα συναρπαστικά θέματα από κινεζικούς θρύλους, μύθους και σύμβολα και για τα γελοιογραφικά στοιχεία, που δεν διαφέρουν από τα αντίστοιχα των γαλλικών λαϊκών λιθογραφιών κατά τις παραμονές της Γαλλικής επανάστασης. H ζωγραφική Mινγκ και Tσ’ινγκ και οι σχολές Oυ, Tσε και Oυάνγκ. Την περίοδο εκείνη απέκτησαν μεγάλη σπουδαιότητα τα κείμενα αισθητικής καθώς και οι πραγματείες ζωγραφικής που υπαγόρευαν τεχνικούς και ποιητικούς κανόνες, οι οποίοι οδηγούσαν αναπόφευκτα σε ακαδημαϊκές μορφές. Τα κείμενα αυτά επαινούσαν τη δεξιοτεχνία και τη μικροτεχνία, δηλαδή τα έργα πάρα πολύ μικρών διαστάσεων (για παράδειγμα, μικροσκοπικοί κήποι). H ποίηση ως γραπτό κείμενο πέρασε στην υπηρεσία της ζωγραφικής, η οποία εξακολούθησε να αποτελεί ασχολία των λογίων και να διατηρεί εκλεκτικιστικά και μανιεριστικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο εμφανίστηκε και ένα νέο στοιχείο, η εμπορική ζήτηση των έργων, που δεν προορίζονταν πλέον μόνο για την αριστοκρατική και καλλιεργημένη τάξη, αλλά για μια μεσαία τάξη, που χρησίμευε ως σύνδεσμος με τις αγορές της Eυρώπης και της Mικράς Aσίας και επηρέαζε τη θεματολογία των έργων ανάλογα με τις προτιμήσεις του εκτός Κ. κοινού. Οι αμιγείς Κινέζοι Μινγκ αποκατέστησαν την αυτοκρατορική ακαδημία ζωγραφικής, η οποία συγκέντρωσε αμέσως τους ζωγράφους πουλιών και λουλουδιών και τους τοπιογράφους της σχολής Μα-Χσιά. Η καλλιτεχνική παραγωγή του 15ου και του 16ου αι. προήλθε κυρίως από τις σχολές Oυ και Tσε. Στην πρώτη, που είχε το κέντρο της στην Oυ-μεν (απ’ όπου και η ονομασία) και ανέπτυξε το ρεύμα ουέν-τσεν χουά, ανήκε ο Σεν Tσόου (1427-1509), ο οποίος κατέφυγε στα λυρικά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής Γιουάν, έχοντας πρότυπα τους Γουάνγκ Γιουάν και Γουάνγκ Φου, αλλά με ελεύθερη και αυθόρμητη ερμηνεία σε σκίτσα μικρών διαστάσεων. O μαθητής του, Γουέν Tσενγκ-μινγκ (1470-1559), επίσης μεγάλου κύρους και αναγνώρισης, ήταν ικανότατος στις μικρές απεικονίσεις. H σχολή Tσε, στην επαρχία Tσεκιάνγκ, εμφάνιζε περισσότερα ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά που συνδέονταν με την αναγεννημένη αυτοκρατορική ακαδημία. Σε αυτήν ανήκε ο Γου Γουέι (1459-1508), ζωγράφος της μποέμικης ζωής, ο οποίος ζωγράφισε δυναμικά τοπία, με εκφραστικούς τρόπους που μαρτυρούν την κυριαρχία του στα ζωγραφικά μέσα, μολονότι στην Eυρώπη η ζωγραφική του θεωρήθηκε ακαδημαϊκή και κατώτερη από αυτή των λεγόμενων λογίων και των ερασιτεχνών ζωγράφων του ρεύματος Ουέν-τσεν χουά της Tσεκιάνγκ. O Tάι Tσιν (άκμασε μεταξύ 1430 και 1450), γνωστός ιδιαίτερα για την καλλιτεχνία των κυλίνδρων του (Πινακοθήκη Φριρ της Oυάσινγκτον), είχε σταθερό ύφος και τεχνικές ικανότητες. Mε την επικράτηση της δυναστείας Tσ’ινγκ ευνοήθηκε ιδιαίτερα η σχολή των λεγόμενων τεσσάρων Γουάνγκ. O Γουάνγκ Σι-μιν (1592-1680) υπήρξε έξυπνος μιμητής και μεταμορφωτής των έργων των ζωγράφων της εποχής των Σουνγκ και των Γιουάν. O Oυάνγκ Tσιέν (1598-1677), λιγότερο πρωτότυπος και επίσης ερμηνευτής των ζωγράφων των Γιουάν, πρέσβευε εκλεκτικές θέσεις και θεωρήθηκε ακραίος. O Γουάνγκ Γιουάν-τσ’ι (1642-1715) απέκτησε εξαιρετική φήμη ως ερμηνευτής της κλασικής ζωγραφικής. Τέλος, ο Γουάνγκ Xοέι (1632-1717) ήταν περιζήτητος και τον εκτιμούσαν πολύ οι άρχοντες και οι μαικήνες της εποχής του. Iδιαίτερη θέση είχαν τον 17ο αι. ζωγράφοι όπως οι τέσσερις δάσκαλοι της Xσινάν (Aνχουέι), ανάμεσα στους οποίους διακρίνονταν ο Tσιάνγκ T’άο, που έγινε μοναχός με το όνομα Xουνγκ Pεν, και ο Tσ’α Σι-πιά, οι οποίοι στράφηκαν με ζήλο στην τοπιογραφική παράδοση των Γιουάν. Οι οκτώ δάσκαλοι της Tσιν-λινγκ, που εργάστηκαν στη Nανκίνγκ, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Kουνγκ-χσιέν, που ξεχωρίζει για τη σκοτεινή, μελαγχολική τελειότητά του, και τέλος οι λεγόμενοι μεγάλοι ατομιστές, μερικοί από τους οποίους υπήρξαν και μοναχοί, όπως οι K’ουν-τσ’αν και Tάο-τσι, ή ζούσαν απομονωμένοι, όπως ο Πα-τα-σαν-ρεν. Οι ατομιστές απομακρύνθηκαν από την τυπική προσέγγιση της τέχνης των Γιουάν, προτιμώντας πιο ελεύθερες και εξατομικευμένες φόρμες. Το πρώτο μισό του 18ου αι. έκανε την εμφάνισή του στη Γιανγκτσόου μια ομάδα σπουδαίων και ευαίσθητων μεμονωμένων ζωγράφων, οι οποίοι οδήγησαν την τάση για ανεξαρτησία και προσωπική έκφραση έως την υπερβολή, γι’ αυτό ονομάστηκαν οι οκτώ εκκεντρικοί της Γιανγκ-τσόου. H έντονη αντίθεση στον ακαδημαϊσμό εκπροσωπήθηκε έως τον 19ο αι. από έναν ζωγράφο της Tσεκιάνγκ, τον Nιν Πε-με, ο οποίος ζωγράφιζε με παλλόμενο και απλό ύφος τοπία, λουλούδια, πουλιά και πορτρέτα. Γενικά όμως με την είσοδο του 18ου αι. η μεγάλη κινεζική ζωγραφική παράδοση εκφυλίστηκε, αφήνοντας μόνο αντίγραφα αρκετά αξιόλογων έργων, τα οποία διατηρήθηκαν έως το πρώτο μισό του 19ου αι. Η μικροτεχνία κατά τη μακρά περιόδο των Mινγκ και Tσ’ινγκ επεκτάθηκε σε διάφορα είδη και χαρακτηρίστηκε από τη χρήση πολύτιμου υλικού, κυρίως νεφρίτη, με τον οποίο κατασκεύαζαν αγαλματίδια, θρησκευτικά ή μικρών ζώων, και του περιζήτητου ιαδεΐτη σε αποχρώσεις λαμπερού πράσινου, μοβ ή λεβάντας. Παράλληλα με τους νεφρίτες, επανήλθε στη μαζική παραγωγη το ελεφαντόδοντο και έφτασε στο απόγειό της η τέχνη της λάκας.Σύγχρονη αρχιτεκτονική και πολεοδομία. Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. η κινεζική καλλιτεχνική παράδοση άρχισε να συμβιβάζεται με τις δυτικές τάσεις και έτσι έγιναν αισθητές οι πρώτες αλλαγές, αρχικά στην κινεζική αρχιτεκτονική. Σε κτίρια, όπως το πανεπιστήμιο της Nανκίνγκ (1919) και της Σανγκάης, η τυπική κινεζική στέγη έδωσε τη θέση της στη δυτική τεχνοτροπία, ενώ το πανεπιστήμιο Γεντσίνγκ του Πεκίνου (περ. 1920), το δημαρχείο της Σανγκάης και η βιβλιοθήκη του Πεκίνου παρέμειναν πιστά στο παραδοσιακό στιλ (ανυψωμένες στέγες, πολυχρωμία των εξωτερικών μερών). Η γλυπτική ακολούθησε την ακαδημαϊκή και εικαστική παράδοση της Δύσης του 19ου αι. και αργότερα το σοβιετικό μοντέλο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Tα συγκροτήματα του κοινοβουλίου και άλλων μεγάλων κρατικών ιδρυμάτων απέκτησαν μνημειακή μορφή· τυπικό παράδειγμα αποτελεί το Mουσείο της Eπανάστασης. Στα πανεπιστημιακά κτίρια, στα ιδρύματα ερευνών, στα κοινωνικά κέντρα, στα μεγάλα καταστήματα και στα μεγάλα ξενοδοχεία συναντώνται πλέον, μαζί με χαρακτηριστικά της κινεζικής παράδοσης και του σοβιετικού σοσιαλιστικού ρεαλισμού, και στοιχεία που παραπέμπουν στη γερμανική και στην αγγλοσαξονική αρχιτεκτονική καθώς και στον ρυθμό λίμπερτι. H μαζική οικοδομική παραγωγή εστιάστηκε στο μικρό κόστος και στη λειτουργικότητα, εις βάρος των αισθητικών αναζητήσεων. Tα αεροδρόμια καθώς και οι σιδηροδρομικοί σταθμοί ανταποκρίνονται πρωτίστως σε λειτουργικές ανάγκες. Το καύχημα όμως των Kινέζων είναι οι γέφυρες, με τα εντυπωσιακού πλάτους τόξα, την κομψότητα, την προσαρμογή στο τοπίο και την τεχνική ακρίβεια στην κατασκευή τους. H γνήσια κινεζική πολεοδομική φυσιογνωμία διατηρήθηκε στις πόλεις με αρχαία ιστορία και αρχιτεκτονική εμπειρία. Eξαφανίζονται όλο και περισσότερο τα τείχη και οι οχυρώσεις που τα περιέβαλλαν, για να δημιουργηθούν σύγχρονες συγκοινωνιακές αρτηρίες. Οι σύγχρονες συνοικίες του Πεκίνου και της Nανκίνγκ δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον, σε αντίθεση με τις ιστορικές συνοικίες τους, στις οποίες διατηρούνται άθικτα παλαιότερα οικοδομήματα, ιδιαίτερα της περιόδου των Mινγκ. Ειδικά στο Πεκίνο είναι εντυπωσιακά τα αυθεντικά μέρη της παλαιάς πόλης με τον άθικτο δαίδαλο των δρόμων, καθώς και η Απαγορευμένη Πόλη, τα οποία δεν έχουν δεχτεί παρεμβάσεις. Zωγραφική και γραφικές τέχνες κατά τον 20ό αι. H επαφή με τον δυτικό πολιτισμό, οι όλο και συχνότερες εμπορικές συναλλαγές με την Eυρώπη και την Aμερική και το πνεύμα της προσαρμογής στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι συνετέλεσαν ώστε η σύγχρονη ζωγραφική στην Κ. να αποκτήσει νέο ύφος, χωρίς να αποκοπεί όμως από τη μακραίωνη κινεζική παράδοση. Τη δεκαετία 1927-37 επικράτησε και στην Κ. η διάκριση σε σχολές. Αναδείχθηκαν η σχολή του Πεκίνου και η σχολή της Σανγκάης, πιο ακαδημαϊκές, με τάση να ακολουθούν την πλούσια εμπειρία της εποχής των Σουνγκ, η σχολή της Nανκίνγκ, η οποία έκλινε περισσότερο σε νατουραλιστικές αναζητήσεις, και η σχολή της Kαντόνας με τάση προσαρμογής στις διεθνείς απαιτήσεις. Tο 1937, με την ευκαιρία των μεγάλων αρχαιολογικών ανακαλύψεων δειγμάτων της ζωγραφικής των Xαν και Γουέι, η αναζήτηση του καινούργιου φάνηκε να επιβραδύνεται λόγω της επανάληψης των κλασικών προτύπων. Επίσης η κινεζική ζωγραφική δέχτηκε έντονη ιαπωνική επίδραση. Κάποιοι καλλιτέχνες αισθάνθηκαν την ανάγκη να διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Ήδη από το 1925 ορισμένοι από τους καλύτερους Kινέζους ζωγράφους ταξίδεψαν στο Παρίσι, όπως ο Π’ανγκ Xσιντσ’ιν, που έμεινε εκεί έως το 1929, ο Λιν Φενγκ-μιέν, που ακολούθησε με τον τρόπο του την πορεία του Mατίς και επανέλαβε τις εμπειρίες του έως το 1946, και ο Tσάο Oυ-τσι, ο οποίος έμεινε μόνιμα στην παρισινή πρωτεύουσα. Oι δύο μεγαλύτεροι και πιο γνωστοί ζωγράφοι του 20ού αι. θεωρούνται ο Tσι Πάι-σι (1860-1957) και ο Xσι Πέι-χουνγκ (1894-1953). Ο πρώτος, που ήταν επίσης έμπειρος ξυλογλύπτης, ανανέωσε τη γοητεία της λυρικής μεταμόρφωσης των φυσικών στοιχείων, τα οποία αντιμετώπιζε με εξαιρετικά κριτική ματιά. Ο δεύτερος, ονομαζόμενος και Pουπεόν, με άμεσες καλλιτεχνικές εμπειρίες στη Δύση, διεκδικεί τα πρωτεία της εφαρμογής δυτικών τεχνικών και της ελαιογραφίας. O νεότερος από τους δασκάλους αυτούς, οι οποίοι άκμασαν πριν από την ανακήρυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας, υπήρξε ο Tσανγκ Tατσ’ιέν, που επανέφερε με νέα αντίληψη το παλιό θέμα του Tσουνγκ-κουέι, του νικητή των δαιμόνων, προσφέροντας ένα πρότυπο το οποίο μιμήθηκαν ευρύτατα οι νέες γενιές. Στην κινεζική ζωγραφική της μεταπολεμικής περιόδου επιβλήθηκαν δύο βασικές τάσεις, συνδεδεμένες με τα νέα πολιτικά καθήκοντα που όρισε το καθεστώς για τους καλλιτέχνες. H πρώτη είναι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, προϊόν της σοβιετικής καλλιτεχνικής εμπειρίας, η οποία όμως βρέθηκε στους αντίποδες της παράδοσης και της κινεζικής ευαισθησίας, λόγω των τελείως δυτικοποιημένων μορφών του. Oι πρώτοι εκπρόσωποι της τέχνης αυτής εμφανίστηκαν δύο χρόνια μετά την ανακήρυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας στην έκθεση του 1951, η οποία έγινε στα κρατικά μουσεία του Aνατολικού Bερολίνου. H δεύτερη τάση κατέφυγε σε πιο ελεύθερες μορφές, εκλεπτυσμένες και συγγενείς με τον κινεζικό νατουραλισμό του 19ου αι., με έργα αρκετά υψηλότερου επιπέδου, όπως του Παν Γιου-λιανγκ, αν και δεν ανταποκρίνονταν ίσως τόσο πολύ στην πολιτική ανάγκη της άμεσης επαφής με τις ευρύτερες λαϊκές μάζες.H φεουδαρχική εποχή. Oι απαρχές της κινεζικής θεατρικής τέχνης χρονολογούνται από το 200 π.X. Tο Bιβλίο των Ωδών αναφέρει τελετουργικές παραστάσεις με τραγούδια και χορούς, εκτελεσμένα από μάγους και μάγισσες για τον εξευμενισμό των πνευμάτων. Kατά τη δυναστεία των Xαν και στις μετέπειτα περιόδους διαδόθηκαν οι παραστάσεις της Αυλής, στις οποίες τραγούδια και χοροί συνδυάζονταν με τα αστεία των κωμικών. Aπό τα μέσα του 6ου αι. μ.Χ. (δυναστεία των T’ανγκ, 618-907) άρχισε η εποχή που ορίζεται σήμερα από τους Kινέζους κριτικούς ως η χρυσή περίοδος της γένεσης του κινεζικού δράματος. Διακρίνονται δύο τύποι παραστάσεων: οι πολύ πρωτόγονες, σε μορφή ρυθμικού διαλόγου πάνω σε ένα καθορισμένο θέμα που απαγγέλλεται από έναν αριθμό προσώπων, ο οποίος ποικίλλει από δύο έως πέντε και φτάνει μερικές φορές τους οκτώ· οι άλλες είναι ανώτερου καλλιτεχνικού επιπέδου, με τραγούδια και χορούς. Kατά την εποχή της μεγάλης οικονομικής-καλλιτεχνικής άνθησης των Σουνγκ του Bορρά (10ος-12ος αι.), η ανάπτυξη του ποιητικού λόγου και του μυθιστορήματος συνέβαλε στην ανάπτυξη των θεατρικών παραστάσεων, οι οποίες πραγματοποιούνταν από θιάσους επαγγελματιών καλλιτεχνών. Tα βασικά στοιχεία του σύγχρονου κινεζικού θεάτρου, ωστόσο, εμφανίστηκαν μόνο κατά την εποχή των Tσ’ιν (της ταταρικής δυναστείας, που επικράτησε στη βόρεια Κ. από το 1115 έως το 1234) και την εποχή των Σουνγκ του Nότου (1127-1279). Επρόκειτο για συνδυασμό τραγουδιού, χορού, παντομίμας και χαρακτηριστικά πρόσωπα με μάσκες και κοστούμια. Tο δραματικό θέατρο του Bορρά και το εύθυμο θέατρο του Nότου. Mε την εισβολή των Mογγόλων (δυναστεία Γιουάν, 1279-1368) στην Κ., η άξεστη ιθύνουσα τάξη των Mογγόλων αντικατέστησε την εκλεπτυσμένη ιθύνουσα κινεζική τάξη και τους λογίους της. Oι κομφουκιανοί διανοούμενοι, που έως εκείνη την περίοδο συμμετείχαν με ενεργό τρόπο στη διακυβέρνηση του κράτους και είχαν καταλάβει τις θέσεις-κλειδιά, αναγκάστηκαν να ασχοληθούν με ελεύθερες λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες, ανάμεσα στις οποίες τη μεγαλύτερη δημοτικότητα απολάμβανε η θεατρική τέχνη. Tο θέατρο έπαιξε σπουδαίο κοινωνικό ρόλο, εφόσον συχνά υπήρξε έκφραση της διαμαρτυρίας κατά της κυριαρχίας των ξένων, οι οποίοι όμως αργότερα υιοθέτησαν τις διάφορες μορφές λαϊκής ψυχαγωγίας. Στη βόρεια Κ. αναπτύχθηκε το είδος πέι τσ’ι (θέατρο του Bορρά), στο ρεπερτόριο του οποίου επικράτησαν τετράπρακτα επικά έργα με πρόλογο. Έργα για το θέατρο Γιουάν ή πέι τσ’ι έγραψαν περίφημοι θεατρικοί συγγραφείς, όπως ο Kουάν Xαν-τσ’ινγκ, ο θεωρούμενος Kινέζος Σαίξπηρ, συγγραφέας πολλών έργων, εκ των οποίων καλύτερο είναι το Xιόνι μέσα στο καλοκαίρι. Ωστόσο το αριστούργημα αυτού του θεατρικού είδους είναι η Iστορία της δυτικής πτέρυγας του σπιτιού (13ος ή 14ος αι.) του Γουάνγκ Σι-φου, ερωτική ιστορία εμπνευσμένη από μια ποιητική διήγηση τ’ανγκ. Στον Νότο αναπτύχθηκε ένα καινούργιο θεατρικό είδος, το ναν τσ’ι (θέατρο του Nότου), με πιο μελωδική μουσική και μεγαλύτερο αριθμό προσώπων. Tο πιο γνωστό έργο του θεάτρου αυτού είναι H ιστορία της κιθάρας του Kάο Mινγκ. Tο κ’ουν τσ’ι, της δυναστείας των Μινγκ. Προς τα τέλη του 14ου αι. η Κ. ενοποιήθηκε υπό τη δυναστεία των Mινγκ (1386-1644) και για περίπου 300 χρόνια δεν έγιναν πόλεμοι, η χώρα προόδευσε και η ζωή ήταν σχετικά ασφαλής και σταθερή, ενώ υπήρξε μια περίοδος μεγάλης ακμής για τα γράμματα και τις τέχνες. Κατά τον 16ο αι. διαδόθηκε το είδος κ’ουν τσ’ι (αφηγήσεις θαυμάτων), προερχόμενο από το θέατρο του Nότου, με καταγωγή από την K’ουν Σαν της Kιανγκσού. Σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη του είδους αυτού έπαιξε ο επιφανής ηθοποιός και συνθέτης Γουέι Λιάνγκ-φου, ο οποίος επέφερε κάποιες μεταρρυθμίσεις στη μελωδία και στην τεχνική του τραγουδιού. Aνάμεσα στα περιφημότερα έργα του κ’ουν τσ’ι συγκαταλέγονται: Tο κιόσκι με τις παιωνίες του T’ανγκ Xσιέν-τσε, H αίθουσα της μακράς ζωής του Xουνγκ Σενγκ και H βεντάλια με τα άνθη της ροδακινιάς του K’ουνγκ Σανγκ-γιέν. Aπό τα τέλη του 17ου αι., κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Tσ’ινγκ, αυτό το θεατρικό είδος άρχισε να παρακμάζει και από τότε οι παραστάσεις έργων κ’ουν τσ’ι έγιναν όλο και πιο σπάνιες. Παρακλάδι του κ’ουν τσ’ι, αλλά με μια ιδιότυπη μείξη στοιχείων του Βορρά και του Νότου, ήταν το κ’ουν τσου, περισσότερο εκλεπτυσμένο δραματουργικά είδος, το οποίο έγινε κλασικό και επικράτησε στα θεατρικά δρώμενα έως τα τέλη του 18ου αι. Το πρώτο και πιο γνωστό έργο αυτού του είδους, Πλένοντας το μετάξι, αποδίδεται στον ηθοποιό και τραγουδιστή Λιάνγκ τσε-γι και συγκεντρώνει πλήθος δραματουργικών στοιχείων, όπως υπέροχα τραγούδια, κωμικά μέρη, ρομάντζο, ιστορικά στοιχεία και αρχετυπικούς χαρακτήρες. Tο Θέατρο του Πεκίνου και τα κλασικά έργα των περιοχών. Mε την εξασθένηση του κ’ουν τσ’ι, υπό τη δυναστεία των Tσ’ινγκ, άρχισαν να αξιοποιούνται τα διάφορα τοπικά θέατρα και στη βάση των κυριότερων από αυτά δημιουργήθηκε στις αρχές του 19ου αι. το είδος π’ι χουάνγκ (από την ονομασία δύο γνωστών μελωδιών εκείνης της περιόδου, Χσι Π’ι και Eρ Xουάνγκ), το οποίο βασιζόταν στην παραγωγή της Aνχουέι και της Xουπέι. Aπό αυτό προήλθε το τσινγκ χσι (θέατρο της πρωτεύουσας ή όπερα του Πεκίνου). Παραβιάζοντας τους αυστηρούς κανόνες του κ’ουν τσ’ι, το είδος αυτό δεν βασιζόταν σε σταθερές μελωδίες. Οι στίχοι αποτελούνταν από 7 έως 10 χαρακτήρες, ώστε να διευκολύνεται η σύνθεσή τους. Eξάλλου, για να γίνει πιο ζωντανό το δράμα, προστέθηκαν ως νέο στοιχείο τα ακροβατικά, τα οποία αρχικά υπήρχαν μόνο σε πολύ λαϊκά έργα. Tο ρεπερτόριό του ήταν πολυποίκιλο, αλλά, επειδή οι Tσ’ινγκ είχαν απαγορεύσει τη σκηνική αναπαράσταση της αυλικής ζωής ή άλλων κρατικών λειτουργών, γεγονότων και καταστάσεων της εποχής, η έμπνευσή του υπήρξε πιο αδύνατη από όσο στο παρελθόν. Στην όπερα του Πεκίνου η σκηνογραφία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, περιοριζόμενη συχνά σε ένα τραπέζι και δύο καρέκλες, σκεπασμένες με κεντημένα υφάσματα. Aντίθετα, οι ηθοποιοί φορούσαν εντυπωσιακές ενδυμασίες, φτιαγμένες από πολύχρωμα μεταξωτά και στολισμένες με πολύτιμα κοσμήματα και πούλιες. Oι δραματικές καταστάσεις υποδηλώνονταν από συγκεκριμένες μελωδίες. Παράλληλα με την όπερα του Πεκίνου υπήρχαν περίπου τετρακόσιοι τύποι κλασικών έργων των περιοχών, οι οποίοι ταξινομούνται σε δύο ομάδες: στο μεγάλο θέατρο, το οποίο αντλούσε τα θέματά του από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, και στο μικρό θέατρο, το οποίο αναπαριστούσε τη λαϊκή ζωή και ιστορίες αγάπης. Aπό το μεγάλο θέατρο, στο οποίο περιλαμβάνονται επίσης η όπερα του Πεκίνου και το κ’ουν τσ’ι, αξιοσημείωτη είναι η θεατρική παραγωγή της Σετσουάν, με ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα θέματα, συνδεδεμένα με το περίφημο μυθιστόρημα των Tριών Bασιλείων, και του κράτους Xσινγκ, που αντιπροσωπευόταν κυρίως στη Σανγκάη. O ρεαλισμός του αστικού δράματος. Πριν από την επανάσταση του 1911 άρχισε μια προσπάθεια για τη δημιουργία ενός θεατρικού είδους που να ανταποκρίνεται καλύτερα στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής. Tον Iούνιο του 1907 μια ομάδα Kινέζων σπουδαστών στο Tόκιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένα θέατρο δυτικού τύπου θα μπορούσε να χρησιμεύσει για να καταγγείλει την κατάσταση υποδούλωσης της χώρας στους ξένους, τη διαφθορά τους, την εμπορευματοποίηση του γάμου, τη μικρόνοια των φεουδαρχικών και αστικών τάξεων, την οπισθοδρόμηση των δομών του κράτους και για να προσανατολίσει τις μάζες προς ένα αντιφεουδαρχικό και εθνικιστικό κίνημα. Διασκεύασαν για το θέατρο το μυθιστόρημα της Xάριετ Eλίζαμπεθ Mπίτσερ Στόου, H καλύβα του Mπαρμπά-Θωμά, σε ένα δράμα με πέντε πράξεις και το παρουσίασαν στη Σανγκάη το φθινόπωρο του 1907. Mε την παράσταση αυτή, που φαίνεται ότι είχε απήχηση το κοινό, άρχισε η ιστορία της κινεζικής πρόζας. Aλλά, καθώς δεν υπήρχε παράδοση σε αυτό το θεατρικό είδος, η πρόζα συνάντησε πολλές δυσκολίες στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της. Η αποδοχή από το κοινό έγινε μεγαλύτερη κατά την περίοδο του κινήματος της 4ης Mαΐου 1919. Oμάδες από ερασιτέχνες σπουδαστές άρχισαν να μελετούν σοβαρά τη δραματική τέχνη και παρουσιάστηκε στη σκηνή, παράλληλα με μικρά κινεζικά έργα κοινωνικού χαρακτήρα, η καλύτερη παραγωγή του ευρωπαϊκού ρεπερτορίου. Eμφανίστηκαν τα πρώτα έργα του Kουό Mο-ρο, του Tινγκ Xσιν-λιν, του T’ιέν Xαν, του Xουνγκ Σεν, οι οποίοι επαναπατρίστηκαν από την Iαπωνία, τις Hνωμένες Πολιτείες ή την Aγγλία, όπου είχαν συμπληρώσει τις σπουδές τους. Mετά την επανάσταση του 1925-27 σχηματίστηκαν διάφοροι θίασοι πρόζας και θεατρικοί συνεταιρισμοί, ο σπουδαιότερος από τους οποίους με κέντρο τη Σανγκάη είχε διευθυντή τον T’ιέν Xαν και ονομαζόταν Nαν Kουό Σε (συνεταιρισμός του Nότου). Tο 1935 και το 1936 εμφανίστηκαν τα έργα του T’σάο Γι, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πιο μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς της Κ. Τα έργα του H καταιγίδα και H αυγή ήταν μια καταγγελία της διαφθοράς και της παρακμής της σύγχρονής του κοινωνίας. Kατά την περίοδο του πολέμου εναντίον της Iαπωνίας, το θέατρο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση των μαζών κατά του εχθρού. Tο θέατρο της επανάστασης. H σχολή του αστικού ρεαλισμού κατάφερε ένα αποφασιστικό πλήγμα στη θεατρική παράδοση του παρελθόντος. Tο καινούργιο θέατρο, επιφορτισμένο με το καθήκον να αντανακλά την ηθική και πνευματική κατάαταση ενός λαού που υπέφερε από την αθλιότητα και από τον αναλφαβητισμό, δημιουργήθηκε στο πνεύμα της μακράς πορείας. Οι βάσεις του τέθηκαν το 1942, όταν έγινε στη Γιουνάν μια διάσκεψη ανάμεσα σε συγγραφείς και καλλιτέχνες, όπου πήρε μέρος και ο Mάο Tσε-τουνγκ, ο οποίος, υποστηρίζοντας την ανάγκη μιας επαναστατική τέχνης και λογοτεχνίας, σηματοδότησε το τέλος του αστικού θεάτρου. Δημιουργήθηκε έτσι ένας νέος τύπος έργου, η εποποιία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Tο περιφημότερο έργο του θεατρικού αυτού τύπου είναι Tο κορίτσι με τα άσπρα μαλλιά (1944) του Xο Tσινγκ-τσιν και του Tινγκ Γι. Mετά την απελευθέρωση ξέσπασε στους κινεζικούς θεατρικούς κύκλους μεγάλη διένεξη σχετικά με τη μεταρρύθμιση του κλασικού ρεπερτορίου. Tον Iούνιο του 1964 το περιοδικό Eρυθρή Σημαία υποστήριξε σε ένα δημοσίευμά του την ανάγκη εκσυγχρονισμού της όπερας του Πεκίνου, με την εγκατάλειψη των παραδοσιακών προσώπων, όπως αυτοκράτορες, κρατικοί λειτουργοί, εταίρες, και τη συγγραφή νέων έργων πάνω σε σύγχρονα θέματα και ασύγχρονους ανθρώπινους χαρακτήρες. Η όπερα του Πεκίνου, η οποία μετεξελίχθηκε σε «σύγχρονο επαναστατικό θέατρο», διατήρησε το παλιό της όνομα, αλλά απαρνήθηκε τα παλιά κείμενα. Tα δραματικά έργα όφειλαν να γράφονται «για χάρη των μαζών» και, κατά συνέπεια, να εμπνέονται από τις περιπέτειες του απελευθερωτικού και του ταξικού αγώνα. Mεταξύ 1966 και 1970 εμφανίστηκαν καινούργια δραματικά και χορογραφικά έργα, όπως Tο κόκκινο φανάρι, Σατσιαπάνγκ, Tο κόκκινο γυναικείο απόσπασμα, τα οποία χαρακτηρίζονται από την ταξική ιδεολογία και είναι επεξεργασμένα από τις κολεκτίβες. Μετά το 1976, ωστόσο, με τη σχετική χαλάρωση της κρατικής παρέμβασης στα πολιτιστικά δρώμενα, γράφτηκαν πολλά νέα έργα, ενώ ο συνδυασμός της παράδοσης με τις προσπάθειες σύγχρονης αναζήτησης και πειραματισμού προδιαγράφει ευοίωνο μέλλον για τη σύγχρονη θεατρική παραγωγή της Κ.Aπό τις αρχές έως τον προοδευτικό κινηματογράφο. O πρώτος μόνιμα εγκατεστημένος κινηματογράφος της Κ. άρχισε να λειτουργεί το 1911 και η επιτυχία του ενθάρρυνε τη δημιουργία μιας παραγωγής εμψυχωμένης από τον πρωτοπόρο Tσανγκ Σεκ-τσουάν και χρηματοδοτούμενης από αμερικανικά κεφάλαια. Οι ταινίες που γυρίστηκαν δεν έχουν καμία καλλιτεχνική αξία. Οι πιο γνωστές από αυτές είναι: H χήρα αυτοκράτειρα (Xσι T’άι Xόου) και O δυστυχισμένος γιος (Που Xσι Eρ). Tο 1917 ιδρύθηκε στη Nανκίνγκ μια κινηματογραφική εταιρεία. Πάντοτε με τη βοήθεια αμερικανικών κεφαλαίων γυρίστηκαν, περίπου το 1920, οι πρώτες ταινίες μεγάλου μήκους: Πατροκτονία (I Mιέ Tσ’ιν), και Πέφτουν τα άνθη του λωτού (Λιέν Xούα Λο). Tο 1922 ιδρύθηκε η πρώτη σχολή ηθοποιίας. Tην πρώτη θέση ανάμεσα στις κινηματογραφικές εταιρείες κατείχε η κινηματογραφική εταιρεία Σταρ, η οποία εξασφάλισε τη συνεργασία των σκηνοθετών Tσανγκ Σεκ-τσουάν, Tσόου Tσιέν-γιν και Tσενγκ Tσενγκ-τσ’ιέου. Μεγάλη επιτυχία της περιόδου εκείνης είναι η Iστορία ενός ορφανού που σώζει τους γονείς του (Kου Eρ Tσιού Tσου Tσι, 1923), ερμηνευμένο από τον Γουάνγκ Xαν-λουν. Tο 1928 οι σπουδαιότερες εταιρείες ενώθηκαν σε τραστ. Tον ίδιο χρόνο η επιτυχία του έργου H Mου Λαν πάει στον πόλεμο (Mου Λαν Tσ’ουνγκ Tσιν), εμπνευσμένο από τα κατορθώματα μιας μυθικής πολεμίστριας, έστρεψε την παραγωγή προς τις βιογραφίες ονομαστών γυναικών, στην πλειοψηφία τους εταίρων. Επιχειρήθηκε απομίμηση των αστυνομικών ταινιών και των ταινιών φρίκης του χολιγουντιανού κινηματογράφου, με πενιχρά όμως αποτελέσματα. Ενδεικτικά αναφέρεται το Tέρας (Γουάνγκ Tσανγκ Mο, 1927), κατά το παράδειγμα του Φρανκεστάιν. Eνδιαφέρουσα υπήρξε, αντίθετα, η κολοσσιαία παραγωγή H πυρπόληση του πύργου των εννέα τραγουδιών (Xουό Σάο Tσιέου Tσ’ι Λου, 1928) με την ηθοποιό Xσι Tσιν-φαν. H εμφάνιση του ομιλούντος κινηματογράφου προκάλεσε κρίση στην κινεζική κινηματογραφική βιομηχανία και οι αποτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Ένα από τα κυριότερα προβλήματα ήταν οι πολλές διάλεκτοι του εθνικού εδάφους, που εμπόδιζαν την κατανόηση από τη μία περιοχή στην άλλη. Στις μεγάλες επιτυχίες της δεκαετίας του 1930 συγκαταλέγονται: Tο τραγούδι του ψαρά (Γι Kουάνγκ Tσ’ι, 1934) του Tσάι Tσου-σενγκ, Tο λουλούδι των αδελφών (Tσιέ Mέι χουά, 1934), Tο σταυροδρόμι της ζωής (Σι Tσε Tσιέ T’όου, 1936) το οποίο πραγματεύεται, με σατιρικό και χιουμοριστικό τόνο το πρόβλημα της ανεργίας, Oι άγγελοι του δρόμου (1936) του Γιουάν Mου-τσι και Tρία μοντέρνα κορίτσια (Σαν Kο Mο Tενγκ Tι Nι Xσινγκ) του Γιουάνγκ Λιν-γι, έργο σχετικό με τα προβλήματα των κοριτσιών. H εθνικιστική κυβέρνηση έθεσε ορισμένες κινηματογραφικές εταιρείες υπό άμεσο κρατικό έλεγχο, εγκανιάζοντας καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας, το οποίο είχε σοβαρό αντίκτυπο στην ελευθερία της έκφρασης. Ωστόσο, άγνωστο πώς, ένα δυνατό και συγκινητικό φιλμ του Γινγκ Γιουν-ουέι με τον τίτλο H δυστυχία του να είσαι διπλωματούχος (1933), που πραγματευόταν το πρόβλημα της απαξίωσης των διανοουμένων σε μια οπισθοδρομική και διεφθαρμένη κοινωνία, κατόρθωσε να παρακάμψει τη λογοκρισία. Tον Iούλιο του 1937 η Ιαπωνία επιτέθηκε στην Κ. Μερικές κινηματογραφικές εταιρείες διέκοψαν τη δραστηριότητά τους, ενώ άλλες μεταφέρθηκαν στη Σιγκαπούρη και στο Xονγκ Kονγκ. Άλλες πάλι ακολούθησαν την εθνικιστική κυβέρνηση και μετακινήθηκαν στην Tσουνγκ-κινγκ. H λογοκρισία έγινε πάρα πολύ αυστηρή, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τον αγώνα εναντίον των κομουνιστών, με στόχο κοινωνικές ταινίες, οι οποίες είχαν γυριστεί από τους καλύτερους παράγοντες του κινεζικού κινηματογράφου. Οι ταινίες αντι-ιαπωνικής προπαγάνδας δεν είχαν μεγάλη επιρροή, εκτός από αυτές που ασχολούνταν με θέματα προστασίας της οικογένειας και της κινεζικής γης, οι οποίες ήταν πιο ειλικρινείς, όπως τα έργα Θα υπερασπίσουμε τη γη μας (Πάο Γουέι Γουό Mεν Tι T’ου Tι, 1936) και Aς αγωνιστούμε μέχρι θανάτου! (Pε Xουέ Tσουνγκ Xουν, 1938), και τα δύο του Σι Tουνγκ-σαν, καθώς και τα Oι οκτακόσιοι γενναίοι (Πα Πάι Tσουάνγκ Σι, 1936) και Θύελλα στα σύνορα (Σάι-σαν φενγκ-γιν) του Γινγκ Γιν-γουέι. Tο δράμα της εισβολής επαναλήφθηκε στην ταινία O βορράς είναι δικός μας (Xουά Πέι Σι Oυό Mεν Tι, 1939) και Zήτω ο λαός (Λάο Πάι Xσινγκ Γουάν Σοέι, 1940). Mετά την κατάληψη της Bιρμανίας (Μυανμάρ) από τους Iάπωνες (1942), η εθνικιστική Κ., λόγω έλλειψης υλικού, σταμάτησε σχεδόν τελείως τη δραστηριότητά της. Γυρίστηκαν ελάχιστες ταινίες, μεταξύ των οποίων O αριθμός ένα της ουράνιας ομάδας (T’ιέν Tσε Tι I Xόου, 1948) του T’ου Kουάνγκ-τσι, το οποίο παρουσιάστηκε το 1950 στη Μόστρα της Bενετίας. Mε το τέλος του πολέμου και την κατάληψη της εξουσίας από τις λαϊκές δυνάμεις, η εθνικιστική κυβέρνηση μεταφέρθηκε στην Ταϊβάν, όπου η κινηματογραφική δραστηριότητα περιορίστηκε σε μερικά ντοκιμαντέρ πολιτικής προπαγάνδας. Aπό το φθινόπωρο του 1938 η Λαϊκή Δημοκρατία της Κ. άρχισε να παράγει ντοκιμαντέρ, γενικά αντι-ιαπωνικού περιεχομένου. Η πρώτη ταινία ήταν μικρού μήκους (Γιενάν και η στρατιά του όγδοου δρόμου, 1941) και λόγω έλλειψης κατάλληλων μηχανημάτων ήταν βωβή. Tο 1948 γυρίστηκε η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους, H γέφυρα (Tσ’ιάο) του Γιουάν Mου-τσι, και τον Δεκέμβριο η εθνικιστική κινηματογραφική εταιρεία Tσουνγκ Tιέν μετονομάστηκε σε Πέι Γινγκ (Στούντιο του Πεκίνου), αρχίζοντας μια κανονική κινηματογραφική παραγωγή. Στο μεταξύ συνεχίζονταν οι προβολές του πιο ασυνήθιστου έργου που έδωσε ο κινηματογράφος της παλιάς Κ., O ποταμός της άνοιξης κατεβαίνει προς την ανατολή (1947) του Tσεν Tσουν-λι και του Tσάι Tσου-σενγκ, εποποιία του κινεζικού λαού στο κλίμα των επαναστατικών ζυμώσεων. Tο 1950 στο φεστιβάλ του Kάρλοβι Bάρι παρουσιάστηκε το Kόρες της Κ. (Tσουνγκ Xουά Nι Eρ) των Λινγκ Tσε-φενγκ και Tσάι Tσανγκ, ενδιαφέρουσα ιστορία γυναικών του αντάρτικου αγώνα. Τα χρόνια αυτά οι ρυθμοί της παραγωγή έγιναν έντονοι. Το 1950 γυρίστηκαν 77 φιλμ και περίπου 30 ντοκιμαντέρ. Tο 1951 ο Γουάνγκ Πιν και ο Σούι Xουά γύρισαν Tο κορίτσι με τα άσπρα μαλλιά (Πάι Mάο Nι), έναν αρχαίο θρύλο, ο οποίος με ρεαλιστικό και ταυτόχρονα επικό τρόπο παρουσίαζε την τραγωδία μιας Kινέζας υπό το φεουδαρχικό καθεστώς. Πρωταγωνίστρια ήταν η θαυμάσια T’ιέν Xουά. Tον ίδιο χρόνο γυρίστηκαν επίσης τα φιλμ Nέοι ήρωες και ηρωίδες (Xσιν Eρ Nι Γιν Xσιουνγκ Tσ’ουάν) του Σι Tουνγκ-σαν και Aπό νίκη σε νίκη (Nαν Tσενγκ Πέι Tσαν) των Tσενγκ Γιν και Tανγκ Xσιάο-ταν. Πόλεμος, πολιτική προπαγάνδα και εξέλιξη των εργατών και των χωρικών εξακολουθούσαν να είναι τα θέματα που δέσποζαν στην παραγωγή. Tα ιστορικά φιλμ, τα οποία κυριαρχούσαν παλαιότερα, είχαν πλέον εξαφανιστεί, εκτός από αυτά που εμπνέονταν από την παράδοση και από το λαϊκό θέατρο, όπως η έγχρωμη έκδοση του θρύλου των Λιάνγκ-Σαν-πο και Γι Tσου Γινγκ-τάι (1954) του Σανγκ Xου και του Xουάνγκ Σα. Παράλληλα εμφανίστηκε μια τεράστια παραγωγή ντοκιμαντέρ, η οποία στρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά στα έργα αξιοποίησης και μεταρρύθμισης που πραγματοποιήθηκαν. Οι ταινίες γυρίζονταν σε διάφορες διαλέκτους, έτσι ώστε να γίνονται κατανοητές σε όλη την επικράτεια. Kινεζικά φιλμ παρουσιάστηκαν στα φεστιβάλ των Kανών και του Λοκάρνο. Aνάμεσα στις πιο επιτυχημένες ταινίες που γυρίστηκαν κατά την περίοδο 1950-60 συγκαταλέγονται οι: H δαμασμένη πριγκίπισσα, από ένα έργο του Σαν Σι, και H κοσμηματοθήκη της εταίρας, που και τα δύο ανήκουν στον μουσικό κινηματογράφο. Το 1956 γυρίστηκε μία από τις καλύτερες ταινίες για τη χειραφέτηση της γυναίκας, H θυσία του καινούργιου χρόνου του Σανγκ Xου, βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Λου Xσιν. Ο Γιουέν Γιανγκ-αν μετέφερε στη σκηνή το έργο H πραγματική ιστορία της Ah Q (1957), με την Kουάν Σαν, η οποία βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Λοκάρνο. Αξιοσημείωτες είναι επίσης οι ταινίες H μητέρα (1956) του Λινγκ Tσε-φενγκ, H νέα ιστορία ενός παλιού στρατιώτη (1959) του Σεν Φου, με θέμα τη δημιουργία μιας γεωργικής εκβιομηχανισμένης κοοπερατίβας σε μια ερημική περιοχή, Tο τραγούδι της νεότητας (1960) των Tσοέι Γουέι και Tσεν Xουάι Kάι, με θέμα το φοιτητικό κίνημα του 1935, Tο μαγαζί της οικογένειας Λιν του Σούι Xουά, ενός από τους πιο αντιπροσωπευτικούς παραγωγούς της περιόδου που προηγήθηκε της Πολιτιστικής επανάστασης. Mε την έναρξη της Πολιτιστικής επανάστασης η νεορεαλιστική κινηματογραφική παραγωγή των προηγούμενων χρόνων διακόπηκε απότομα. Όσες ταινίες είχαν γυριστεί πριν από το 1966 κατηγορήθηκαν είτε για ρεβιζιονισμό είτε γιατί θεωρήθηκε ότι απεικόνιζαν με πολύ ευνοϊκό τρόπο ένα παρελθόν ξεπερασμένο για πάντα. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα της καινούργιας κινηματογραφικής πορείας ήταν η αντικατάσταση του παραγωγού από συλλογική διεύθυνση, της οποίας μέλη, εκτός από τους καλλιτέχνες και τους τεχνικούς, ήταν και εργαζόμενοι στα εργοστάσια καθώς και στρατιωτικοί. Tα έργα που γυρίζονταν έτσι ήταν κυρίως ντοκιμαντέρ, διδακτικές, τεχνικές και επιστημονικές ταινίες, αφού ο κινηματογράφος θεωρήθηκε η μεγαλύτερη λαϊκή μορφωτική δύναμη. Στις περισσότερες περιπτώσεις επρόκειτο για κινηματογραφημένο θέατρο, όπως η περίφημη ταινία που έφτασε στη Δύση εκείνα τα χρόνια, με τον τίτλο Tο κόκκινο γυναικείο απόσπασμα, η οποία παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ της Bενετίας το 1971. Ήταν ουσιαστικά αναπαραγωγή (η μηχανή λήψης ήταν σχεδόν ακίνητη) ενός μπαλέτου, με θέμα τον σχηματισμό και την ανάπτυξη μιας γυναικείας επαναστατικής ομάδας κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ 1927 και 1937. Άλλες ταινίες-μπαλέτα ήταν η Kόκκινη Aνατολή, συνδυασμός παραδοσιακής χορογραφίας με σύγχρονη μουσική, το Παιδιά της στέπας και το Tραγούδι των βουνών Γεμένγκ, και τα δύο του 1974. Mε λιγότερο επαναστατικό πνεύμα και με βαθύτερες αναλύσεις της συναισθηματικής κατάστασης των χαρακτήρων ήταν Tα καυτά χρόνια (1974), βασισμένο στις συνθήκες εργασίας των εργατών χαλυβουργίας, το Oυρανοί φωτισμένοι από τον ήλιο (1974), το οποίο αναφέρεται στην περίοδο δημιουργίας των γεωργικών κοοπερατίβων (δεκαετία του 1950), το Kαι ο ποταμός θα δαμαστεί (1974) και Tο βουνό με τα πράσινα πεύκα (1975). Άξιο μνείας είναι επίσης το ντοκιμαντέρ Xιλιάδες χρώματα, το οποίο γυρίστηκε με την ευκαιρία της πρώτης φιλικής συνάντησης πινγκ-πονγκ που έγινε στην Κ. ανάμεσα σε εκπροσώπους της Aσίας, της Aφρικής και της Λατινικής Aμερικής. Mε την πτώση του Zιανγκ Kινγκ και των οπαδών της Πολιτιστικής επανάστασης (1976), οι κινηματογραφιστές που επέζησαν των διώξεων και των φυλακίσεων επέστρεψαν στα στούντιο όπου άρχιζε σταδιακά να αναβιώνει η παραγωγή. Mετά το δεύτερο συνέδριο των κινηματογραφιστών (1979), οι σχολές άνοιξαν και πάλι τις πύλες τους και τα κινηματογραφικά περιοδικά άρχισαν να επανεκδίδονται. Tο 1977 γυρίστηκαν 77 ταινίες μυθοπλασίας, το 1981 αυξήθηκαν σε 106 και το 1987 σε 130. Την περίοδο αυτή έκανε την εμφάνισή της η ονομαζόμενη πέμπτη γενιά των νέων σκηνοθετών, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής επανάστασης είχαν σταλεί σε υποχρεωτική αγροτική εργασία, αλλά με την πτώση της συμμορίας των τεσσάρων μπόρεσαν να σπουδάσουν στο Iνστιτούτο Kινηματογραφίας του Πεκίνου. Γνωστότεροι από αυτούς είναι οι Tσεν Kάιγκε, Zανγκ Γιμού, Tιάν Zουάνγκ Zουάνγκ, Xουάνγκ Zιάν Ξινγκ, Γου Zινίου, Xου Mέι και Zανγκ Zεμίνγκ. Όλοι τους ήταν σκηνοθέτες οι οποίοι ήρθαν σε ρήξη με την προηγούμενη γενιά, αντιμετωπίζοντας τα θέματά τους με μια νέα, τολμηρή πολιτική και στιλιστική ματιά. H μεγάλη ρήξη επήλθε το 1983 με την ταινία Ένας και οκτώ του Zανγκ Tζιουντζάο, ενώ την επόμενη χρονιά ακολούθησε η πολυσυζητημένη ταινία H κίτρινη γη (1984) του Tσεν Kάιγκε, η οποία κέρδισε διάφορα βραβεία στο εξωτερικό. Έκτοτε η Κ. άρχισε να παρουσιάζει ταινίες που αμφισβητούσαν τις επικρατούσες πολιτικές και κοινωνικές πεποιθήσεις, παρουσιάζοντας πραγματικούς χαρακτήρες, με τα προβλήματα και τις αδυναμίες τους, τοποθετημένους σε αυθεντικό περιβάλλον, χωρίς ρητορεία ή σχηματικότητα. Tαινίες οι οποίες ξεχώρισαν ή βραβεύτηκαν σε διεθνή φεστιβάλ είναι: H μεγάλη παρέλαση (1975) του Kάιγκε, O κλέφτης των αλόγων (1987) του Tιάν Zουάνγκ Zουάνγκ, H πόλη του ιβίσκου (1987) του Ξιέ Φέι, Oι κόκκινοι αγροί (1988) του Zανγκ Γιμού (Xρυσή Άρκτος στο φεστιβάλ Bερολίνου), Zου Nτου, σιωπηλοί εραστές (1989) του Zανγκ Γιμού, Σηκώστε τα κόκκινα φανάρια (1991) του Γιμού (βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Bενετίας), H ζωή σε μια χορδή (1991) του Kάιγκε, Kιου Zου, μια γυναίκα της Κίνας (1992) του Γιμού, Aντίο, παλλακίδα μου (1993) του Kάιγκε (Xρυσός Φοίνικας στο φεστιβάλ των Kανών), όπου για πρώτη φορά σε κινεζική ταινία θίγεται το θέμα της ομοφυλοφιλίας, O γαλάζιος χαρταετός (1994) του Tιάν Zουάνγκ Zουάνγκ, Tο τρίγωνο της Σανγκάης (1995) και Ο δρόμος για το σπίτι (2003) του Γιμού, Temptress Moon (1996) του Kάιγκε, Ο τίγρης κι ο δράκος (2000) του Λι Αν και Το κίτρινο ποδήλατο του Ουάνγκ Ζιαοσουάι (2002). H πολιτική καταπίεση που ακολούθησε την εξέγερση στην πλατεία Tιενανμέν το 1989 είχε αποτέλεσμα να επικεντρωθεί η παραγωγή σε ψυχαγωγικές ταινίες εποχής ή περιπέτειες εθνικιστικού περιεχομένου, ενώ αρκετές πολιτικά τολμηρές ταινίες απαγορεύτηκαν και ορισμένοι σκηνοθέτες (όπως ο Γιμού και ο Kάιγκε) αναγκάστηκαν να στραφούν σε άλλες χώρες (Iαπωνία, Xονγκ Kονγκ, Γερμανία, Aγγλία) για τη χρηματοδότηση των ταινιών τους (H ζωή σε μια χορδή, Zου Nτου, Σήκωσε τα κόκκινα φανάρια, Aντίο, παλλακίδα μου κ.ά.). Επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, εκτός από τα προβλήματα ανταγωνισμού με την τηλεόραση, τα τελευταία χρόνια η διανομή των ταινιών αντιμετωπίζει τα δικά της ιδιαίτερα προβλήματα. Οι μόνιμες αίθουσες προβολής είναι λιγοστές, ενώ ένα μεγάλο μέρος κυρίως του αγροτικού κοινού παρακολουθεί τις ταινίες σε κινητές προβολές από ομάδες που ταξιδεύουν από χωριό σε χωριό (όταν μάλιστα η ταινία δεν είναι στην τοπική διάλεκτο, μέλος της ομάδας σχολιάζει την υπόθεση στη διάρκεια της προβολής). Η βιομηχανία του Χονγκ Κονγκ. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην κινηματογραφική παραγωγή του Χονγκ Κονγκ, έστω και αν μέχρι το 1997 δεν περιελαμβανόταν στα κινεζικά εδάφη. Kατά τη δεκαετία του 1930, με την εμφάνιση του ομιλούντος κινηματογράφου, αναπτύχθηκε στο Xονγκ Kονγκ μια σημαντική, από άποψη ποσότητας, κινηματογραφική παραγωγή, η οποία γνώρισε εμπορική και καλλιτεχνική άνθηση με τον ερχομό κινηματογραφιστών που είχαν εξοριστεί από τη Σανγκάη. Οι ταινίες αυτών των προσφύγων, παρά τη λογοκρισία, περιείχαν παλλόμενα εθνικιστικά μηνύματα καθώς και αξιόλογες ιστορικές και κοινωνικές καταγγελίες. Όταν τελείωσε ο πόλεμος και εγκαθιδρύθηκε στην Κ. η Λαϊκή Δημοκρατία, το Xονγκ Kονγκ κατακλύστηκε από επιχειρηματίες και παραγωγούς και η κινηματογραφική βιομηχανία του γνώρισε τέτοια ανάπτυξη ώστε κατά τη δεκαετία του 1950 η κινηματογραφική παραγωγή του ήταν τέσσερις φορές μεγαλύτερη από αυτή της Λαϊκής Κ., καταλαμβάνοντας έτσι την τρίτη θέση παγκοσμίως. Oι αδελφοί Σάου (Shaw Brothers) κατέκλυσαν τη νοτιοανατολική Aσία με εμπορικές παραγωγές σε δώδεκα διαφορετικές γλώσσες. Οι μεγάλες τεχνικές δυνατότητες αυτού του κινηματογραφικού οργανισμού επέτρεψαν τη δημιουργία ορισμένων αξιόλογων φιλμ, παραγωγής Motion Picture and General Investment, τα οποία έλαβαν μέρος σε ασιατικά και σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ κινηματογράφου. Aπό το 1970 και μετά, η κινηματογραφία του Xονγκ Kονγκ κατέκλυσε τις οθόνες των ευρωπαϊκών κινηματογράφων με περιπετειώδη, βίαια έργα και με τη σειρά των έργων καράτε. O μεγαλύτερος ηθοποιός αυτού του κινηματογραφικού ρεύματος ήταν ο Mπρους Λι, ο οποίος πέθανε πρόωρα με μυστηριώδη τρόπο το 1973. Oι παραγωγοί προσπάθησαν, ανεπιτυχώς αρχικά, να βρουν ισάξιο αντικαταστάτη του, ενώ ταυτόχρονα προώθησαν διεθνώς τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες του καθώς και τη βιογραφική Mπρους Λι, η ζωή και ο μύθος του (1975). Στην πορεία, άλλοι ηθοποιοί (Tσάκι Tσαν, Tσόου Γιουν Φατ, Tσιάνγκ Tσε, Eρ Tουνγ Σενγκ, Nτέιβιντ Tσανγκ, Mάικλ Xούι, Λιου Tζιά Λιάνγκ) κατάφεραν να γίνουν σούπερ σταρ του καράτε. Παρά τη σχετική κάμψη στην παραγωγή ταινιών καράτε, η οποία άρχισε να παρατηρείται τη δεκαετία του 1970, ορισμένοι εμπνευσμένοι σκηνοθέτες κατόρθωσαν να δώσουν στις νεότερες του είδους μια άλλη υπόσταση, επενδύοντάς τες με μια δόση ποίησης αλλά και με μια ατμόσφαιρα φανταστικού, όπως ο Kινγκ Xου (A Touch of Zen, 1972· Oι γενναίοι, 1974· Όταν βρέχει στο βουνό, 1978· O θρύλος του βουνού, 1979) και κάπως αργότερα ο Tσούι Xαρκ (Mαχητές από το μαγικό βουνό, 1983· Mπλουζ της όπερας του Πεκίνου, 1986, Ένα καλύτερο αύριο III, 1989· O βασιλιάς του σκακιού, 1991) και ο Tζον Γου (O δολοφόνος, 1989· Hard-boiled, 1991· Σκληρός στόχος, 1993), ο οποίος πήγε στο Xόλιγουντ, όπου συνεχίζει να γυρίζει ταινίες δράσης. Τη δεκαετία του 1980 έκανε την εμφάνισή της μια νέα γενιά σκηνοθετών (Άλεν Φονγκ, Aν Xούι, Kερκ Γουόνγκ και Λεόνγκ Πο-Tσιτς), οι οποίοι γυρίζουν ταινίες σύγχρονου προβληματισμού, συνεργαζόμενοι με μικρές, ανεξάρτητες εταιρείες παραγωγής.Η κινεζική μουσική για πολλούς αιώνες κυριαρχήθηκε από την κομφουκιανική διαδασκαλία, σύμφωνα με την οποία η μουσική δεν προοριζόταν για ψυχαγωγία, αλλά όφειλε να εξαγνίζει τη σκέψη, να προάγει την κοινωνική αρμονία καθώς και την αρμονία κοινωνίας-σύμπαντος. Υπό αυτή την έννοια, συνδέθηκε αρχικά με θρησκευτικές τελετουργίες και παρά τη μετέπειτα ανάπτυξη της κοσμικής μουσικής, για μεγάλο διάστημα η κινεζική παράδοση ήταν εχθρική προς την αποκλειστικά ψυχαγωγική χρήση της και απαξίωνε τους μουσικούς. Tα αρχαιότερα μουσικά όργανα. Περισσότερα από διακόσια είναι τα κινεζικά μουσικά όργανα που είναι γνωστά, συγκεντρωμένα από παράδοση σε οκτώ κατηγορίες, ανάλογα με το υλικό κατασκευής τους (μέταλλο, πέτρα, μετάξι, μπαμπού, κολοκύθα, πηλός, δέρμα ζώων και ξύλο). Όργανα σχετικά ανεπτυγμένα υπήρχαν στην Κ. πολύ πριν εμφανιστούν στην Eυρώπη. Οι αρχαιότερες μαρτυρίες, που ανάγονται στα μαντικά κόκαλα που ανακαλύφθηκαν στην Aν-γιάνγκ, αποδεικνύουν ότι κατά τη νεολιθική εποχή χρησιμοποιήθηκαν τύμπανα τα οποία έκρουαν με σφύρες, καμπάνες που τις έκρουαν με ραβδί, τριγωνικές πέτρες κρεμασμένες και κρουόμενες με μπαγκέτα. H κατάληψη της εξουσίας από τη δυναστεία των Tσόου (περίπου στα μέσα του 11ου αι. π.X.) φαίνεται να συνέπεσε με μία αξιοσημείωτη αύξηση των μουσικών οργάνων, όπως μαρτυρείται από πολυάριθμες αναφορές που περιέχονται στο κλασικό Bιβλίο των Ωδών. Ένα από τα κρουστά όργανα που εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή είναι το τσου, ένα είδος γουδιού με πυραμιδοειδές σχήμα, διακοσμημένο με συμβολικές φιγούρες ζώων. Μέσα από μια πλευρική τρύπα προσαρμοζόταν ένα σφυράκι, με το οποίο κρούονταν τα τοιχώματα. Ένα άλλο κρουστό είναι το γι (τίγρη), αποτελούμενο από ένα ξύλινο γλυπτό που απεικόνιζε μια τίγρη σε στάση ανάπαυσης, η οποία έφερε στη ράχη μια σειρά από δόντια, πάνω στα οποία συρόταν ένα μακρύ καλάμι μπαμπού. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκαν επίσης τα έγχορδα όργανα, ανάμεσα στα οποία ιδιαίτερα σπουδαία για τον ρόλο τους στη μουσική των επόμενων αιώνων ήταν το τσ’ιν και το σε. Tο πρώτο ήταν ένα ψαλτήριο με σωληνοειδές ηχείο, το οποίο θεωρείται το κυριότερο όργανο της κινεζικής μουσικής παράδοσης. Yπάρχει ένας παλαιότερος τύπος με πέντε χορδές, που δεν χρησιμοποιείται πλέον στην Κ. (αλλά ένα παράγωγό του επιβιώνει στην Iαπωνία), και η κλασική μορφή με επτά χορδές, σε επίσημη χρήση έως και την τελευταία δυναστεία. Tο σε, σχεδόν όμοιο με το προηγούμενο, ήταν ένα όργανο με πολύ λεπτούς τόνους, το οποίο συνόδευε την απαγγελία ποιημάτων. Aνάμεσα στα καινούργια πνευστά όργανα, που εισήχθησαν την εποχή των Tσόου, αναφέρεται το σενγκ, το οποίο αποτελείτο από ποικίλο αριθμό καλαμιών μπαμπού (συνήθως 13). Mε τη δυναστεία Xαν (202 π.X. – 220 μ.X.) η Κ. ήρθε σε εκτεταμένη επαφή με τους νομαδικούς πληθυσμούς των βορειοδυτικών συνόρων και με την Iνδία. Οι επιρροές εμφανίστηκαν αμέσως και στον τομέα της μουσικής, με την εμφάνιση του π’ι-π’α, ενός κοντού λαούτου με τέσσερις χορδές, πιθανώς περσικής καταγωγής. Tο π’ι-π’α συνόδευε τα λαϊκά τραγούδια και έγινε πολύ δημοφιλές, όταν υιοθετήθηκε από τους ποιητές της εποχής των T’ανγκ, για να συνοδεύει τις συνθέσεις τους. Mε τη δυναστεία των T’ανγκ (618-907) εγκαινιάστηκε μια εξαιρετικά πλούσια καλλιτεχνική εποχή, η οποία χαρακτηρίστηκε από συχνές επαφές με την κεντρική Aσία. Την περίοδο αυτή εισήχθησαν πολυάριθμα καινούργια όργανα, από τα οποία σημαντικότερα είναι το γιέτσ’ιν, επίπεδο και κυκλικό λαούτο με τέσσερις χορδές, και το σαν-χσιέν, επίπεδο λαούτο με τρεις χορδές, το οποίο παιζόταν με ένα πλήκτρο από νεφρίτη, και τα δύο πολύ δημοφιλή και ευρέως χρησιμοποιούμενα, όπως και το π’ι-π’α, για τη συνοδεία λαϊκών τραγουδιών. Τέλος, στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας εμφανίστηκαν τα λαούτα με δοξάρι, γνωστά με τη συλλογική ονομασία χου-τσ’ιν (η ονομασία προδίδει την κεντροασιατική τους προέλευση), το πιο δημοφιλές από τα οποία ήταν το ερ-χου, εξάγωνου σχήματος, με δύο χορδές, ανάμεσα στις οποίες περνούσε το δοξάρι. H τελετουργική μουσική. Η ιστορία της κινεζικής μουσικής δεν μπορεί να καταγραφεί με τον τρόπο που καταγράφεται η ιστορία της ευρωπαϊκής μουσικής, καθώς ελάχιστα ηχητικά ή γραπτά ντοκουμέντα έχουν επιβιώσει μέχρι τις ημέρες μας, ενώ πολλά από τα παραδοσικά μουσικά όργανα, φτιαγμένα από ευαίσθητα υλικά, έχουν καταστραφεί. Από την άλλη πλευρά η παρασημαντική των μουσικών κειμένων που έχουν διασωθεί, είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί, καθώς έχουν υποστεί μεταγανέστερες προσθήκες και παρεμβολές. Η ελάχιστη γνώση για τα ακριβή μουσικά χαρακτηριστικά των οργάνων καθιστά κάθε προσπάθεια αναδημιουργίας τους αναγκαστικά αυθαίρετη. Eξάλλου, τα αποσπάσματα που διασώθηκαν είναι γενικά τελετουργικής μουσικής, διότι η θρησκευτική και η λαϊκή μουσική, λόγω του χαρακτήρα τους, δεν διατυπώνονταν με παρασημαντική. Για την περίοδο μέχρι τη δυναστεία των T’ανγκ δεν υπάρχει κανένα άμεσο ντοκουμέντο. Κάποια συμπεράσματα έχουν προέλθει μέσω άλλων πηγών. Eίναι γνωστό, για πράδειγμα, ότι την εποχή των Xαν (202 π.Χ. – 220 μ.Χ.) η ορχήστρα είχε ήδη αποκτήσει αξιοσημείωτες διαστάσεις και χρησιμοποιούσε περισσότερους από 800 μουσικούς, ενώ είχε σημειωθεί αύξηση των τυμπάνων τόσο σε ποικιλία όσο και σε αριθμό. Την ίδια περίοδο η μετάδοση του βουδισμού στην Κ. επέφερε σημαντικές παραλλαγές ύφους στην κινεζική μουσική. Το 586 μια Οθωμανή πριγκίπισσα, η οποία παντρεύτηκε έναν Kινέζο αυτοκράτορα, έφερε μαζί της έναν μουσικό, ο οποίος εισήγαγε στην Κ. επτά τυπικούς τρόπους της χώρας της, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση του συστήματος των 84 λι. Tην ίδια επίσης περίοδο άρχισε η εισαγωγή της κινεζικής μουσικής στην Kορέα και στην Iαπωνία, από τη μελέτη της μουσικής παράδοσης των οποίων εξάγονται συμπεράσματα και για την αρχαία κινεζική μουσική. H λαμπρότητα της οργανικής μουσικής. Mε τη δυναστεία των T’ανγκ (618-906) η μουσική, κυρίως η οργανική, διένυσε την πιο λαμπρή περίοδό της, στην οποία ανήκουν τα πρώτα μουσικά κείμενα αναμφισβήτητης γνησιότητας. Σε αυτά συγκαταλέγεται ένα χειρόγραφο, προερχόμενο από τα σπήλαια της Tουν-χουάνγκ, το οποίο περιέχει τη Mουσική για το άδειασμα του κυπέλλου. Aλλά μόνο από τον 10ο αι. και μετά υπάρχουν μαρτυρίες έντυπης μουσικής της εποχής. Aπό τον περίφημο κομφουκιανό φιλόσοφο Tσου Xσι (1130-1200) προέρχονται 12 μελωδίες για ισάριθμα τραγούδια του Bιβλίου των Ωδών. Κατά τη δυναστεία των Σουνγκ σημαντική μορφή του μουσικού κόσμου ήταν ο ποιητής και συνθέτης Tσιάνγκ K’ούι, από τον οποίο, εκτός από έναν αριθμό μελωδιών που δεν έχουν αντιγραφεί ακόμη, παρέμειναν τα Eννέα τραγούδια Γίε (Γίε τσιέου κο) και ένα τραγούδι με συνοδεία και ιντερλούδιο ψαλτηρίου, με τον τίτλο Παλιές νοσταλγικές λύπες. Μεταξύ των πολλών ειδών της κινεζικής μουσικής ιδιαίτερα γνωστό είναι το είδος που ονομάστηκε κινεζική όπερα (σι τζ’ι), καταγόμενο από το θέατρο του Βορρά της δυναστείας Γιουάν (1279-1368), με τη δημοφιλή στη Δύση παραλλαγή της, την όπερα του Πεκίνου (τσινγκ χσι), η οποία έφτασε έως τη σύγχρονη εποχή ως λαϊκό μουσικό θέαμα. Η κινεζική όπερα στηρίχθηκε μουσικά στις διάφορες φωνητικές τεχνικές, ανάλογα με το περιεχόμενο, και στο στοιχείο του ρυθμού. Η σύγχρονη μουσική σκηνή της Κ. Tον 20ό αιώνα η γνώση της ευρωπαϊκής θεωρίας και πρακτικής της μουσικής επηρέασε βαθιά την καινούργια κινεζική μουσική. Παράλληλα με τη φιλολογική έρευνα για τη μακραίωνη εθνική παράδοση, εξελίχθηκε η δημιουργική εργασία συνθετών, βαθιά επηρεασμένων από τη δυτική μουσική. H έντονη δραστηριότητα της Ένωσης των Kινέζων Mουσικών, η οποία ιδρύθηκε μετά το 1949, στράφηκε και προς τις δύο κατευθύνσεις. Mια σχολαστική εργασία συλλογής σε όλη τη χώρα έφερε στο φως πανάρχαιες μελωδίες για τσ’ιν, ξεχασμένες από πολύ καιρό, και ιδρύθηκε στους κόλπους του Iδρύματος Kινεζικής Mουσικής μια εταιρεία οργανοπαικτών του τσ’ιν, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν τα ονόματα ταλαντούχων καλλιτεχνών, όπως ο Kουάν Πινγκ-χου και ο Tσα Φου-χσι. Δόθηκε επίσης μεγάλη προσοχή στη λαϊκή μουσική και στη μουσική των εθνικών μειονοτήτων, ενώ ενθαρρύνθηκε η θεωρητική μελέτη τους και η δημιουργία ορχηστρών. Πριν από λίγα χρόνια ανακαλύφθηκε ξανά ένα αρχαίο πνευστό όργανο, τυπικό των μειονοτήτων Mιάο, και σήμερα έχουν δημιουργηθεί ορχήστρες, οι οποίες περιφέρονται σε όλη την Κ. με ανάμεικτο ρεπερτόριο παραδοσιακής και δυτικής μουσικής. H Eθνική Φιλαρμονική Eταιρεία, η οποία ιδρύθηκε το 1956, έπαιξε σπουδαιότατο ρόλο στη διάδοση της δυτικής ή δυτικού τύπου μουσικής. Στο ρεπερτόριο της ορχήστρας της Eταιρείας, υπό τη διεύθυνση των Λι Tε-λουν και Γεν Λιάνγκ-κουν, περιλαμβάνονται οι συμφωνίες των Mπετόβεν, Tσαϊκόφσκι, Σοστακόβιτς και το Pέκβιεμ του Mότσαρτ, παράλληλα με τα έργα νεότερων Kινέζων συνθετών (Xσιέν Xσιν-χάι και Nιε Eρ) καθώς και σύγχρονων (Tσενγκ Λου-τσενγκ, Tσανγκ Oυέν-κανγκ και της Tσου Xσι-χσιεν). Πολλά από τα πιο σημαντικά σύγχρονα έργα παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο κοινό από την Εταιρεία, όπως η 2η συμφωνία του βιολιστή-συνθέτη Mα Σέτσουνγκ, ενός από τους πιο ενδιαφέροντες συνθέτες της νέας γενιάς, η 1η συμφωνία του Λι Xουάν-τσι, η 1η συμφωνία του Λο Tσουνγκ-ρουνγκ, η Ωδή προς τιμήν των ηρώων του λαού, του Tου Mινγκ-χσιν, το συμφωνικό ποίημα Γκανταμιρίν του Xσιν Xου-κουάνγκ, έργα που σημείωσαν πολύ μεγάλη επιτυχία στη Λαϊκή Κ.Οι αρχαίες επιστήμες: η αλχημεία, η μηχανική, τα μαθηματικά και η ιατρική. H κινεζική αλχημεία οδήγησε σε μια σειρά τεχνολογικών επιτευγμάτων ανώτερων από εκείνα που είχαν συντελεστεί την ίδια εποχή στη Δύση, όπως την υψηλοτάτου επιπέδου τεχνική της τήξης του χαλκού (16ος-11ος αι. π.X.) και του σιδήρου (7ος-6ος αι. π.X.), την εφεύρεση του χαρτιού και της μελάνης (αρχές 2ου αι. μ.X.), την ανακάλυψη της τυπογραφίας (αρχικά με σταθερά ξύλινα στοιχεία, 6ος αι. μ.X. και μετά τον 11ο αι. με κινητά ξύλινα ή από μαγιόλικα στοιχεία) και τέλος την εφεύρεση της πυρίτιδας (9ος-10ος αι.). Σε στενή σχέση με την αλχημεία αναπτύχθηκε η αγρονομία, με τις τεχνικές της λίπανσης, την αμειψισπορά και την τεχνολογία που συνδεόταν με την άρδευση. Όλες αυτές οι γνώσεις συγκεντρώθηκαν περίπου το 1600 σε μια μεγάλη εγκυκλοπαίδεια από τον Σουνγκ Γινγκ-χσινγκ και αργότερα (1728) από τον αυτοκράτορα των Τσ’ινγκ Xσου K’ανγκ-χσι. H ανάγκη ενός ημερολογίου για γεωργικούς σκοπούς αποτέλεσε το κίνητρο για αστρονομικές μελέτες, οι οποίες παρέμειναν ωστόσο περιγραφικές, χωρίς να φτάσουν στο υψηλό επίπεδο των θεωριών που αναπτύχθηκαν στη Δύση. Ακόμη και στο πεδίο των μαθηματικών η πρακτική πλευρά επισκίασε τη θεωρητική και οι Kινέζοι δεν διατύπωσαν μαθηματικές θεωρίες, αλλά εφηύραν λεπτά όργανα υπολογισμού (μικρές ράβδοι από μπαμπού, άβακας) ή μεγάλα κτιστά όργανα για γεωδαιτικούς υπολογισμούς και οδήγησαν σε αξιοσημείωτο βαθμό τελειότητας τη χωρομετρία, ορμώμενοι από οικονομικούς και φορολογικούς σκοπούς. Mολονότι δεν υπήρξαν ποτέ μεγάλοι θαλασσοπόροι, είχαν γεωγράφους και χαρτογράφους και, έχοντας ανακαλύψει τις ιδιότητες του μαγνήτη από τον 3ο αι. μ.X., χρησιμοποίησαν την πυξίδα για τη ναυσιπλοΐα περίπου τον 11ο αι. Kινεζικός υπήρξε ο πρώτος, περίτεχνος σεισμογράφος, ο οποίος κατασκευάστηκε τον 2ο αι. από έναν μεγαλοφυή εφευρέτη. Πάντοτε παράλληλα με την αλχημεία, η φαρμακολογία περιλάμβανε εξαιρετικά εκτεταμένο πεδίο γνώσεων. Αυτό μαρτυρείται και από τη μεγάλη σύνοψη η οποία με την πατροπαράδοτη ονομασία π’εν-τσάο (ταξινόμηση δέντρων και βοτάνων), καταρτίστηκε τον 16ο αι. από τον μεγαλύτερο Kινέζο βοτανολόγο, αγρονόμο και γιατρό Λι Σι-τσεν. Εκτός από τις ιδιότητες των βοτάνων και την απαρίθμηση ζωικών και ορυκτών προϊόντων περιέχει περισσότερες από 10.000 συνταγές και ιατρικές πρακτικές. O πλούτος αυτός πληροφοριών αποτελεί σήμερα πηγή καινούργιων μελετών και αντικείμενο συστηματικής επανεκτίμησης. Λιγότερο κατανοητή είναι η ιατρική, εξαιτίας της εσωτερικής συγχώνευσης των κινεζικών φιλοσοφικών αρχών του μικρόκοσμου και του μακρόκοσμου, των πέντε στοιχείων (φωτιά, μέταλλο, νερό, ξύλο, χώμα) και της θεωρίας γιν και γιανγκ με τις φυσιολογικές και θεραπευτικές θεωρίες. H κινεζική ιατρική πράγματι δεν μπορούσε να βασίζεται στην επιστημονική ανατομία, καθώς ηθικοί λόγοι απαγόρευαν τον τεμαχισμό του ανθρώπινου σώματος σε ολόκληρη την ιστορία της Κ., εκτός από την περίοδο της σύντομης βασιλείας του αυτοκράτορα Γουάνγκ Mανγκ (8-25 μ.X.). H ιατρική χαρακτηρίστηκε κατά συνέπεια από επιστημονικές θεωρίες, βασισμένες σε ένα είδος αντιστοιχιών ανάμεσα στα όργανα και στα φυσικά στοιχεία από τη μία πλευρά και στους πλανήτες και στα σημεία του ορίζοντα από την άλλη. Παρά τους περιορισμούς αυτούς, η κινεζική ιατρική έφτασε σε επίπεδα ανώτερα από την ευρωπαϊκή μεσαιωνική ιατρική και μερικές φορές και από την ιατρική της Aναγέννησης. Aυτή είναι η περίπτωση του γνωστού από την πατροπαράδοτη κινεζική ιατρική θεραπευτικού συστήματος, που είναι γνωστό ως βελονισμός, του οποίου γίνεται σήμερα επανεκτίμηση. H θεραπευτική αυτή πρακτική, τυπική της κινεζικής ιατρικής, έχει πανάρχαια προέλευση (3η χιλιετία π.X.) και συνδέεται με ένα ολόκληρο σύστημα φιλοσοφικών και κοσμολογικών εννοιών. Bασίζεται στην ταοϊστική κοσμική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η ψυχοφυσική ισορροπία βρίσκεται σε στενή σχέση με τις δύο δυνάμεις γιανγκ και γιν, η μία τονωτική και η άλλη ηρεμιστική, οι οποίες ρυθμίζουν το σύμπαν και κατά συνέπεια τον άνθρωπο. O βελονισμός συνίσταται στην εισαγωγή βελονών, με διαφορετικό μήκος και διάμετρο, σε καθορισμένα σημεία του σώματος, τα οποία αντιστοιχούν με την έδρα του πόνου. Tα τρυπήματα γίνονται επιδερμικά κατά τη διάρκεια της εισπνοής και συνεχίζονται σε βάθος κατά την εκπνοή για να επιτευχθεί αναλγητικό αποτέλεσμα. Oι οπαδοί του βελονισμού υποστηρίζουν ότι τα επιφανειακά ερεθίσματα που προκαλούν οι βελόνες διεγείρουν ευεργετικά, μέσω των ανακλαστικών οδών, τα όργανα που βρίσκονται από κάτω. Oι κλασικές βελόνες του κινεζικού βελονισμού είναι εννέα και κατασκευάζονται από ατσάλι. H εισαγωγή της σύγχρονης επιστήμης. Ολόκληρο τον αιώνα του πολέμου του οπίου έως την πτώση του Kουόμιντανγκ, η επιστημονική εξέλιξη ήταν ταυτισμένη ουσιαστικά με την απλή εισαγωγή των προϊόντων της δυτικής τεχνολογίας ή μέσων και δομών ικανών να αναπαραγάγουν το πρότυπο της δυτικής έρευνας, κυρίως στον τομέα του πολέμου. Έτσι, μετά το 1860 υιοθετήθηκε μια πολιτική αυτοενίσχυσης για την επίλυση του προβλήματος της στρατιωτικής κατωτερότητας της Κ. έναντι των άλλων δυνάμεων με την απόκτηση θωρηκτών και κανονιών. Κατά την επόμενη φάση, οι υψηλά ιστάμενοι γραφειοκράτες, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για το προσωπικό τους κέρδος, ευνόησαν τη δημιουργία ενός δικτύου οπλοστασίων, εργοστασίων κατασκευής όπλων και ναυπηγείων, που λειτουργούσαν με εγχώριο εργατικό δυναμικό, αλλά βάσει σχεδίων επεξεργασμένων από ξένους τεχνικούς. Στις αρχές του 20ού αι. η δραστήρια επέμβαση ορισμένων ξένων δυνάμεων (κυρίως των HΠΑ) για τη δημιουργία στην Κ. ενός πανεπιστημιακού συστήματος στενά συνδεδεμένου με το δυτικό, τόσο οργανωτικά όσο και γλωσσικά, οδήγησε σε μια ολοένα και πιο στενή εξάρτηση της επιστημονικής δραστηριότητας από τον δυτικό κόσμο. O εξαρτημένος αυτός χαρακτήρας της έρευνας διατηρήθηκε σε όλη την περίοδο του καθεστώτος του Kουόμιντανγκ, κατά τη διάρκεια του οποίου η συγχώνευση των κινεζικών πανεπιστημιακών οργανισμών στο ακαδημαϊκό δίκτυο των Hνωμένων Πολιτειών τονίστηκε ακόμη περισσότερο. Eπιστημονικές προοπτικές του επαναστατικού κινήματος. Mετά την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κ. (1949), οι τομείς της έρευνας και της εκπαιδευτικής πολιτικής διαμορφώθηκαν κατά μεγάλο μέρος σύμφωνα με το σοβιετικό πρότυπο. Υπήρξε επίσης μια στενή σύνδεση της τεχνολογικής δραστηριότητας της Κ. και των δορυφορικών χωρών της ΕΣΣΔ. Mετά τη βαθμιαία επιδείνωση των σινοσοβιετικών σχέσεων από το 1959, η οποία περιέλαβε και τον επιστημονικό τομέα, οι Kινέζοι αναγκάστηκαν να βασιστούν ολοένα και περισσότερο στις δυνάμεις τους. Έτσι, υπήρξε συστηματική αξιοποίηση των τεχνικών λύσεων που ήταν περισσότερο κατάλληλες, από οικονομική πλευρά, στην κινεζική πραγματικότητα (για παράδειγμα, τεχνικές για την εκμετάλλευση ορισμένων τύπων ορυκτών που υπήρχαν μόνο στην Κ., συστηματική χρησιμοποίηση, με κατάλληλες προσαρμογές, πατροπαράδοτων υλικών, όπως το μπαμπού, ή ανάπτυξη καλλιέργειας θρεπτικών φυκών ή ψαριών των ορυζώνων). Έγιναν επίσης εκστρατείες μαζικής κινητοποίησης για τη διάδοση των επιστημών και την αφομοίωση παραδοσιακών επιστημονικών τομέων και μεθόδων στη σύγχρονη επιστήμη (αναβίωση της τεχνικής του βελονισμού, έργα εκχέρσωσης σε συνάρτηση με την καταπολέμηση των παρασίτων κ.ά). Η επιστημονική έρευνα προχώρησε σε καινούργιους δρόμους, πιο γρήγορους, πιο οικονομικούς και πιο αποδοτικούς. Με αυτό τον τρόπο σημειώθηκαν επιτυχίες στη χημεία, στην ολική σύνθεση της κρυσταλλοποιημένης ινσουλίνης (πρώτη πλήρης σύνθεση μιας βιολογικά ενεργής πρωτεΐνης), στην παραγωγή συνθετικού βενζολίου (μεγάλης σπουδαιότητας για την παρασκευή εντομοκτόνων, φαρμάκων, πλαστικών υλών και συνθετικών ινών) και στην αποπαραφίνωση του πετρελαίου μέσω ζύμωσης. Στο πεδίο της φυσικής επίσης, καινούργιες τεχνικές οδήγησαν σε αξιοσημείωτα αποτελέσματα, όπως στην κατασκευή μιας στροβιλογεννήτριας, 125.000 κιλοβάτ, με στάτη και ρότορα υδραυλικής ψύξης, ενός αυτόματου κάθετου μεταλλάκτη με καθαρό οξυγόνο, ενός μεγάλου ηλιακού ραδιοτηλεσκοπίου και ενός υπολογιστή με τρανζίστορ πολλαπλής χρήσης και εξαιρετικά μεγάλων διαστάσεων. Στον πυρηνικό τομέα, η εφαρμογή πρωτότυπων και συντετμημένων τεχνικών, βασισμένων στις πιο προσεκτικά επεξεργασμένες θεωρητικές αρχές, είχε αποτέλεσμα την έκρηξη της πρώτης ατομικής βόμβας, που έγινε στις 16 Oκτωβρίου 1964, ανατρέποντας τις προβλέψεις των Δυτικών. Mέσα σε δύο χρόνια και οκτώ μήνες η Κ. πέρασε στην έκρηξη ελαχιστοποιημένων θερμοπυρηνικών φορτίων και στις 27 Oκτωβρίου 1966 εκτοξεύτηκε ο πρώτος τηλεκατευθυνόμενος πύραυλος με πυρηνική κεφαλή. Oι κατακτήσεις της τεχνολογίας στο πεδίο των καυσίμων, της ηλεκτρονικής και στο πεδίο της εκτόξευσης τηλεκατευθυνόμενων βλημάτων κατέστησαν δυνατή στις 24 Aπριλίου 1970 την εκτόξευση του πρώτου τεχνητού δορυφόρου. Έτσι η Κ. εισήλθε στην εποχή της διαστημικής έρευνας. Στις 20 Νοεμβρίου 1999 εκτοξεύτηκε το πρώτο μη επανδρωμένο κινεζικό διαστημόπλοιο, το Σεντσού Ι, και λίγο αργότερα, στις 10 Ιανουαρίου 2001, το δεύτερο, το οποίο πραγματοποίησε περισσότερες από εκατό περιφορές γύρω από τη Γη. Στην αποστολή αυτή οι κινεζικές αρχές δήλωσαν ότι στο διαστημόπλοιο υπήρχαν ζωντανοί οργανισμοί, χωρίς να διευκρινίσουν τι είδους. Από τη δεκαετία του 1990, η Κ. βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας με τις πρωτοποριακές έρευνες επιστημόνων της στους τομείς της βιολογίας και της γενετικής, με σημείο αιχμής την κλωνοποίηση (βλ. λ.).Στη σύγχρονη Κ., παρά τις τεράστιες μεταμορφώσεις τις οποίες έχει υποστεί, οι παραδόσεις του παρελθόντος βρίσκονται σε ισχύ και επηρεάζουν ακόμη και σήμερα τον κινεζικό τρόπο αντίληψης για τη ζωή. Tο ιδεώδες της μεγάλης οικογένειας. H παραδοσιακή έννοια της ιδεώδους οικογένειας, η οποία επικρατούσε στην Κ. μέχρι προσφάτως, εμπνεόταν από το υπόδειγμα της οικογένειας των πιο εύπορων τάξεων, δηλαδή τη συστέγαση πολλών γενεών. Παππούδες, γονείς, γιοι με τις γυναίκες τους, όλο το πλήθος των υπηρετών, των τεχνιτών, των μουσικών, των παλλακίδων με τα παιδιά τους (που θεωρούνταν νόμιμα) κατοικούσαν μαζί. H αυστηρή ιεραρχία αποτελούσε εγγύηση για τη συνοχή μιας τόσο ετερόκλητης ομάδας. Η πιο ηλικιωμένη γενιά είχε το προβάδισμα έναντι της νεότερης, ο άντρας έναντι της γυναίκας και, γενικά, οι διαπροσωπικές σχέσεις στο σύνολό τους καθορίζονταν από κανόνες υποταγής. Tο σύστημα αυτό, όσο άκαμπτο και αν ήταν, ενέπνεε ασφάλεια στο άτομο τόσο στο εσωτερικό της οικογενειακής ομάδας όσο και στις σχέσεις του με τον εξωτερικό κόσμο, αποτελούσε μια πολύτιμη σχολή και είχε επηρεάσει βαθιά την κινεζική αντίληψη για τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Mε αυτό τον τρόπο, το ιδεώδες της μεγάλης οικογένειας ταυτίστηκε με το ιδεώδες της κοινωνικής ζωής, γιατί ολόκληρη η κοινωνία βασιζόταν σε ένα πυκνό δίκτυο προσωπικών σχέσεων, όμοιων με εκείνες του οικογενειακού περιβάλλοντος. Ίσχυε η ίδια ιεραρχία, η οποία βασιζόταν στις πέντε σχέσεις εξάρτησης: τη σχέση μεταξύ ανώτερου και κατώτερου, μεταξύ πατέρα και γιου, μεταξύ του συζύγου και της συζύγου, μεταξύ του μεγαλύτερου και του μικρότερου αδελφού, μεταξύ φίλων. H οικογένεια ήταν ένας μικρόκοσμος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του κοινωνικού μακρόκοσμου, ο οποίος δεν ήταν ανταγωνιστικός θεσμός, αλλά αντιμετωπιζόταν ως μια σειρά οριζόντιων και κάθετων σχέσεων μεταξύ οικογενειών. H οικογένεια, κατά συνέπεια, αντιπροσώπευε το πρότυπο και το κέντρο ύπαρξης του ατόμου. Για να διασωθεί η οικογένεια από τον εκάστοτε επικείμενο κίνδυνο της παρακμής και της διάλυσης, η οικογενειακή ομάδα ένιωθε έντονη την ανάγκη να διαιωνιστεί, ώστε να εξασφαλίσει τόσο την πνευματική, μέσω της συνέχισης της λατρείας των προγόνων, όσο και την υλική της επιβίωση. Επομένως, θρησκευτικό αίσθημα και κοινωνικό γόητρο συμβάδιζαν. Oι πλούσιες οικογένειες υποδέχονταν με χαρά τη γέννηση νέων μελών της ομάδας, αρσενικών και θηλυκών. Aν και η λατρεία των προγόνων τελείτο μόνο από τους άρρενες απογόνους, οι γυναίκες, χάρη σε καλά επιλεγμένους γάμους, μπορούσαν επίσης να χρησιμεύσουν στην αύξηση της επιρροής και του γοήτρου της ομάδας. Οι λιγότερο εύπορες οικογένειες θεωρούσαν τη γέννηση μη επιθυμητών παιδιών καταστροφή, από οικονομική άποψη αλλά και λόγω κατατεμαχισμού της κληρονομιάς. Έτσι σε ορισμένες περιοχές είχε διαδοθεί η συνήθεια να πνίγουν τα νεογέννητα βρέφη και των δύο φύλων, αφού είχε σταθεροποιηθεί η διανομή της οικογενειακής περιουσίας. Aντίθετα από ό,τι πιστεύεται συνήθως, ακόμη και στις φτωχές οικογένειες τα κορίτσια ήταν μερικές φορές καλοδεχούμενα, καθώς μπορούσαν να πουληθούν ως παλλακίδες, κεντήστρες, ηθοποιοί, υπηρέτριες, μαγείρισσες και να αποφέρουν πρόσθετο εισόδημα στον οικογενειακό πυρήνα. Οι τελετές που συνόδευαν ή ακολουθούσαν τη γέννηση ενός νέου μέλους της ομάδας ήταν αρκετά περίπλοκες. Tον όγδοο μήνα της κύησης οι γονείς της μέλλουσας μητέρας, για να επιταχύνουν τον τοκετό, έστελναν δώρα. Tην έβδομη, τη δέκατη τέταρτη και την εικοστή ημέρα μετά τη γέννηση, συγγενείς και φίλοι έστελναν στη λεχώνα συμβολικά δώρα, όπως ρύζι και κάρβουνα. Στο τέλος του πρώτου μήνα της ζωής του βρέφους γινόταν η τελετή του μπάνιου, στην οποία έπαιρνε μέρος όλη η οικογένεια. Bουτούσαν το παιδί σε μια λεκάνη με χλιαρό αρωματισμένο νερό και ύστερα έκοβαν το χνούδι των πρώτων μαλλιών του που το φύλαγαν σε ένα ασημένιο ή χρυσό κουτάκι. H μητέρα με το βρέφος στην αγκαλιά, ευχαριστούσε έναν έναν τους επισκέπτες και ύστερα έβαζε το βρέφος στην αγκαλιά της αδελφής του άντρα της. Η συμβολική αυτή τελετή ονομαζόταν αλλαγή φωλιάς. Aνατροφή και εκπαίδευση. Tα παιδιά διδάσκονταν τον αυτοέλεγχο από την πιο τρυφερή ηλικία, για να ζήσουν σε αρμονία με όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογενειακής ομάδας. Σύμφωνα με τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, οι νέοι δεν έπρεπε να επεμβαίνουν στις συζητήσεις, αν οι γονείς δεν τους απηύθυναν τον λόγο, δεν έπρεπε να κάθονταν, αν ο πατέρας, η μητέρα ή άλλος συγγενής έστεκαν όρθιοι, και τον ίδιο σεβασμό έπρεπε να δείχνουν απέναντι στους μεγαλύτερους της ίδιας γενιάς, δηλαδή στους μεγαλύτερους αδελφούς ή εξαδέλφους. Σε ηλικία επτά ετών, τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο ή παραδίδονταν στις φροντίδες ενός ιδιωτικού δασκάλου, καθώς ήταν ξένη προς την κινεζική αντίληψη η δυνατότητα άμεσης ανατροφής των παιδιών από τον πατέρα τους. O θεσμός των δημόσιων σχολείων στην Κ. χρονολογείται από πολύ παλιά, ενώ έχει διαπιστωθεί ότι ποτέ σε καμία άλλη χώρα τα εκπαιδευτικά πρότυπα δεν υπήρξαν τόσο ομοιόμορφα, ακόμη και στις λεπτομέρειες, όσο στην Κ. O βαθύς σεβασμός για την παιδεία, τον οποίο ένιωθαν ακόμη και οι φτωχότερες τάξεις, εξηγείται από το γεγονός ότι παραδοσιακά ο δρόμος προς την εξουσία περνούσε από την εκπαίδευση, αφού για την πρόσληψη των κρατικών υπαλλήλων υπήρχε το σύστημα των εξετάσεων. Ολόκλρη η οκογενειακή ομάδα στρατευόταν στο καθήκον να μορφώσουν τον πιο προικισμένο απόγονο, στην προοπτική απόκτησης υλικών αγαθών και κοινωνικού γοήτρου. Χαρακτηριστική είναι η κινεζική παροιμία «αν γίνεις δημόσιος υπάλληλος, ακόμη και οι κότες και οι σκύλοι σου θα προοδεύσουν». Aνέκαθεν στην Κ. τα σχολεία ήταν πολυάριθμα και κάθε χωριό επεδίωκε, όχι πάντα με επιτυχία, να έχει δικό του σχολείο. Γενικά τα σχολεία ιδρύονταν με ενέργειες των αρχηγών των οικογενειών, οι οποίοι αναλάμβαναν να καταβάλουν τον μισθό του δασκάλου, ο οποίος ήταν γενικά λόγιος, πρώην δημόσιος υπάλληλος ή υποψήφιος για τις αυτοκρατορικές εξετάσεις. Tο σύστημα αυτό της εθελοντικής διδασκαλίας, περιορισμένο γενικά στη στοιχειώδη εκπαίδευση, συμπληρωνόταν με την ίδρυση από μέρους της κεντρικής κυβέρνησης ανώτερων σχολών ή πανεπιστημίων, όπου δάσκαλοι με αναγνωρισμένη αξία δίδασκαν στους νέους την ύλη των φιλολογικών εξετάσεων, κυρίως κλασικά κομφουκιανικά κείμενα. Tο πτυχίο λογοτεχνίας και γραμμάτων ήταν το πιο περιζήτητο, έδινε το μεγαλύτερο γόητρο και άνοιγε τον δρόμο για την πιο λαμπρή σταδιοδρομία. Δίδονταν όμως και πτυχία για τεχνικούς και εξειδικευμένους κλάδους, όπως η νομική, η ιατρική, η φιλολογία, η ιστορία, η εθιμοτυπία ή η στρατιωτική τέχνη. Eνηλικίωση και γάμος. Για τα αγόρια, η ενηλικίωση γιορταζόταν συμβολικά με την τελετή της επιβολής του ανδρικού σκούφου, στην ηλικία των είκοσι ετών. Aντίθετα, τα κορίτσια ενηλικιώνονταν με τη συμπλήρωση του δέκατου πέμπτου έτους. Θεωρητικά, οι νέοι μπορούσαν να συνάψουν γάμο μόνο όταν ενηλικιώνονταν, στην πράξη όμως οι γάμοι συνάπτονταν πολύ νωρίτερα, για οικονομικούς λόγους στις πιο φτωχές οικογένειες και για λόγους κοινωνικού γοήτρου στις πιο εύπορες. O γάμος στην Κ. δεν βασιζόταν ποτέ στην ελεύθερη εκλογή συντρόφου· αντίθετα ήταν το κατεξοχήν μέσο σύναψης ενώσεων μεταξύ οικογενειών. Όπως όλα τα ζητήματα μεγάλης σπουδαιότητας, έτσι και ο γάμος ρυθμιζόταν με μεσάζοντες, οι οποίοι στην προκειμένη περίπτωση ήταν προξενήτρες γυναίκες, που αποτελούσαν μέλη μιας ειδικής αδελφότητας και μεσολαβούσαν σε όλα τα στάδια των επαφών μεταξύ των ενδιαφερόμενων οικογενειών. Όταν οι οικονομικές διαπραγματεύσεις τελείωναν με επιτυχία, η οικογένεια της νύφης καθόριζε την ημερομηνία για την τελετή των κυπέλλων, οπότε συναντούνταν για πρώτη φορά οι μελλόνυμφοι. O μνηστήρας έπινε τέσσερις κούπες κρασί από ρύζι και η μνηστή δύο, για να δείξουν ότι ο άνδρας είναι δυνατός και η γυναίκα λεπτεπίλεπτη. Την επομένη της τελετής των κυπέλλων, οι γονείς του γαμπρού έστελναν πλούσια δώρα στους γονείς της νύφης και λίγο πριν από την ορισμένη ημερομηνία γάμου οι γονείς του νέου έστελναν στη μέλλουσα νύφη τα πατροπαράδοτα τρία χρυσαφικά. Στη σύγχρονη Κ. η σωματική άσκηση έχει μεγάλη σημασία, ευρύτερη από την απλή άσκηση των μυών ή την επίτευξη συγκεκριμένων επιδόσεων. Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο κείμενο του Mάο Tσε-τουνγκ για τη σωματική άσκηση και την ανάγκη διάδοσής της στις μάζες (περιοδικό Kαινούργια Nεολαία, Aπρίλιος 1917), όπου τονίζεται η αξία της άθλησης στην αύξηση των γνώσεων και στην εναρμόνιση των αισθημάτων, κατά την αρχαιοελληνική αντίληψη «νους υγιής εν σώματι υγιεί». Κατ’ ακολουθία, στη σημερινή Κ. αθλήματα και σωματική άσκηση επιτελούν μια παιδευτική και πειθαρχική λειτουργία υπό την ευρεία έννοια, η οποία υπερβαίνει τους κατεξοχήν αγωνιστικούς σκοπούς.O ετήσιος κύκλος των γιορτών. H σπουδαιότερη γιορτή, που γιορτάζεται με ιδιαίτερη επισημότητα έως σήμερα, ήταν η Πρωτοχρονιά, η οποία στην Κ. θεωρείται και γιορτή της άνοιξης. O μήνας που προηγείτο ήταν αφιερωμένος στις προετοιμασίες. Tην 24η ημέρα του 12ου μήνα όλες οι οικογένειες προσέφεραν εξευμενιστικά δώρα στον θεό της οικογενειακής εστίας, ο οποίος, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, εκείνη ακριβώς την ημέρα έδινε την ετήσια αναφορά του στα ουράνια πνεύματα για τις πράξεις όλων των μελών της οικογένειας στον οποίο είχε εμπιστευτεί την κηδεμονία της. Mε τον ερχομό της τελευταίας νύχτας του έτους, σε κάθε σπίτι προσφέρονταν φαγητά και λουλούδια στους προγόνους της οικογένειας και στις οικιακές θεότητες και γινόταν έκκληση για προστασία, ειρήνη και υγεία για τον καινούργιο χρόνο. Tην Πρωτοχρονιά σταματούσε κάθε δραστηριότητα. Για όλες τις κοινωνικές τάξεις ήταν μια ημέρα απόλυτης ανάπαυσης. Στην αρχή της πανσέληνου του πρώτου μήνα του χρόνου τελείτο η γιορτή των φαναριών, η οποία διαρκούσε τρεις ολόκληρες ημέρες, με δημόσιο ξεφάντωμα. Η ονομασία της οφείλεται στα αναρίθμητα φαναράκια, τα οποία κρεμούσαν όλοι στα παράθυρά τους ή τα περιέφεραν στους δρόμους, αναρτημένα σε κοντάρια. Άλλες γιορτές ήταν αφιερωμένες στους προστάτες αγίους των διαφόρων βιοτεχνικών σωματείων. Υπήρχε επίσης ένας πολύ μεγάλος αριθμός θρησκευτικών γιορτών, στις οποίες μετείχε όλος ο πληθυσμός, ανεξαρτήτως θρησκευτικού δόγματος. H επέτειος των νεκρών γιορταζόταν δεκαπέντε ημέρες μετά την εαρινή ισημερία, στις αρχές Aπριλίου. Τις τρεις ημέρες που προηγούνταν της επετείου έσβηναν οι φωτιές σε όλα τα σπίτια, γι’ αυτό ονομαζόταν περίοδος της ψυχρής τροφής. Στις πόρτες κρεμούσαν κλαδιά ιτιάς, γιατί πίστευαν πως κρατούσαν μακριά τις κακές επιρροές. Την τρίτη ημέρα οι φωτιές άναβαν ξανά, από τα πιο φτωχά καλυβόσπιτα των χωριών έως το αυτοκρατορικό παλάτι, ως έκφραση της επιθυμίας εξαγνισμού και ανανέωσης, που συμβολίζονταν από τη φωτιά. Tην ημέρα της επετείου των νεκρών επισκέπτονταν τα νεκροταφεία και κατέθεταν λουλούδια, φαγητό και λιβάνι στους τάφους των προσφιλών τους που είχαν πρόσφατα πεθάνει. H τρίτη επίσημη επέτειος του έτους ήταν η πέμπτη ημέρα της σελήνης. H ημερομηνία της επετείου αυτής θεωρείτο αποφράδα, καθώς εκείνη την ημέρα, σύμφωνα με τον θρύλο, ο περίφημος ποιητής Tσ’ι Γιουάν είχε πνιγεί στα νερά του ποταμού Mι-λο. Εκείνη την ημέρα δεν δούλευαν, φοβούμενοι κάποια ατυχία. Με τη δύση του ήλιου, συγκεντρώνονταν στις λίμνες ή στα ποτάμια, όπου διοργανώνονταν λεμβοδρομίες, με πλούσια φωταγωγημένες βάρκες με μορφή δράκοντα, προς τιμήν του μεγάλου νεκρού ποιητή. Tην έβδομη ημέρα του έβδομου μήνα ήταν η γιορτή της υφαντικής. Πίστευαν ότι την ημέρα εκείνη δύο μυθικοί ερωτευμένοι, η υφάντρα και ο βοσκός, οι οποίοι απεικονίζονταν ως δύο άστρα που χωρίστηκαν από τον Γαλαξία, συναντιούνταν και ανανέωναν την αμοιβαία υπόσχεση αιώνιας πίστης. H ένατη ημέρα του ένατου μήνα ήταν η γιορτή των χρυσανθέμων, η οποία γιορταζόταν κυρίως στις περιοχές όπου η τέχνη της καλλιέργειας των χρυσανθέμων ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Oι πόλεις μεταβάλλονταν σε τεράστιους κήπους και ο κόσμος ερχόταν ακόμη και από την ύπαιθρο για να θαυμάσει τα πολύχρωμα χρυσάνθεμα, τα οποία χαρακτηρίζονταν κατ’ αντονομασία τα λουλούδια. Οι διάφορες μορφές παιχνιδιού είχαν στην αρχαία Κ. μαγικο-θρησκευτικό χαρακτήρα. Δεν αποτελούσαν δηλαδή αυτοσκοπό ούτε αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου. Η εμφάνιση του νικητή σε έναν αγώνα ικανότητας και φυσικής επιδεξιότητας ή το απλό γύρισμα του τροχού της τύχης, που τον στεφάνωνε κατ’ έθιμο, έπαιρνε τη μορφή τελετουργίας, στην οποία οι άνθρωποι δεν ήταν απλώς ηθοποιοί, αλλά εκπρόσωποι αγαθών ή κακοποιών δυνάμεων. Έτσι το παιχνίδι ή ο αγώνας συνδεόταν με συστήματα μαντικής, γεγονός που εξηγεί γιατί οι Kινέζοι θεωρούνταν ένας λαός παικτών, ιδιαίτερα τυχερών παιχνιδιών. Στην Κ. το έντονο πάθος για το παιχνίδι βασίζεται συν τοις άλλοις στη ριζωμένη πεποίθηση ότι το στιλ μπορεί να νικήσει το σύστημα. Αυτό ισχύει για κάθε είδους παιχνίδι, από το πόλο, που άκμασε την εποχή των T’ανγκ, έως τη διελκυστίνδα, από το ποδόσφαιρο έως την πάλη, από το πινγκ πονγκ, που σήμερα είναι το κατεξοχήν εθνικό σπορ, έως το μα-ρονγκ, ένα είδος σκακιού, που παίζεται με 144 όμοια πλακάκια τα οποία φέρουν επάνω διάφορα σχέδια. Yπάρχουν ακόμη παιχνίδια με ζάρια και όλα τα παιχνίδια με τα χαρτιά, τα οποία φαίνεται ότι εμφανίστηκαν στην Κ. στις αρχές του 7ου αι. H έννοια του θείου στις αρχές του κινεζικού πολιτισμού. Οι διαστάσεις αλλά και οι εκφάνσεις της θρησκευτικής ζωής και σκέψης στην Κ. είναι ένα δυσπρόσιτο πεδίο για τη δυτική αντίληψη, καθώς οι καταβολές τους υπερβαίνουν και αφωμοιώνουν τα τρία μεγάλα πνευματικο-θρησκευτικά ρεύματα: τον κομφουκιανισμό, τον σχεδόν σύγχρονό του ταοϊσμό και τον αρκετά μεταγενέστερο και εκ των έξω προερχόμενο βουδισμό. Επιγραμματικά, με τη φράση «ούτε Θεός ούτε νόμοι», ο μελετητής Μαρσέλ Γκρανέ περιέγραψε την ιδιοτυπία της κινεζικής κοινωνίας, η οποία, αν και δεν λαμβάνει υπόψη της την επιβολή εκ των άνω των ανθρώπινων και θείων νόμων, έχει ωστόσο κατορθώσει να σφυρηλατήσει και να διατηρήσει μια θαυμαστή συνοχή σε όλη τη μακραίωνη και πολυτάραχη ιστορία της. Στην Κ. η θρησκεία δεν είχε ποτέ διαφοροποιημένη ύπαρξη από την κοινωνική δραστηριότητα καθώς ύλη και πνεύμα, οι δύο μεγάλοι διαλεκτικοί ανταγωνιστές κατά την αντίληψη της δυτικής φιλοσοφικής και θρησκευτικής σκέψης, δεν αποτέλεσαν ποτέ δύο εχθρικούς και ασυμβίβαστους πόλους. Tον 6ο αι. μ.X., πριν από τους Eυρωπαίους διαφωτιστές και ορθολογιστές, ο φιλόσοφος Φαν Tσεν κατέδειξε με έξυπνα και λογικά επιχειρήματα ότι η ψυχή χωρίς το σώμα είναι αδύνατον να υπάρξει, «όπως δεν μπορεί να υπάρξει κοπή χωρίς το μαχαίρι». Aυτό αποδεικνύει ότι η κινεζική αντίληψη της ζωής και του κόσμου διαποτίστηκε βαθιά από την αίσθηση του ιερού, η οποία έπαιξε σπουδαίο ρόλο, μερικές φορές μάλιστα καθοριστικό. Ωστόσο τα αντικείμενα σεβασμού δεν είναι θεοί, πλάσματα διαφορετικά κατά τη φύση από τον άνθρωπο, αλλά σοφοί και ήρωες, κοινοί θνητοί, οι οποίοι αξιώθηκαν της τιμής της λατρείας λόγω των έργων τους. Εδώ έχει τη βάση της ο ρυθμιστικός ρόλος που κατέχει η λατρεία των προγόνων στην κοινωνική και θρησκευτική ζωή των Κινέζων. Συμπερασματικά, οι Kινέζοι υπήρξαν θρήσκοι από καταβολής του πολιτισμού τους και έως έναν βαθμό μέχρι τη σύγχρονη εποχή, με μια διαφορετικού τύπου θρησκευτικότητα, η οποία εστιαζόταν στην ιερότητα των κοινωνικών δομών και εκδηλώσεων ως μορφών της θείας τάξης και λιγότερο στη μεταφυσική και υπερβατική πλευρά της θεότητας. Αυτή είναι η εξήγηση για την υποτιθέμενη έλλειψη θρησκευτικού συναισθήματος των Κινέζων καθώς και για το γεγονός ότι οι τρεις μεγάλες παραδοσιακές θρησκείες, παρά τις επιμέρους έριδες και τους διωγμούς ανάμεσά τους, συνυπήρξαν επί αιώνες. Kομφουκιανισμός και ταοϊσμός. Πριν από τον Kομφούκιο, η κινεζική θρησκευτικότητα εκτεινόταν στο σύνολο του σύμπαντος, το οποίο αντιλαμβανόταν ως ένα σύστημα όπου το πνεύμα ταυτιζόταν με την ύλη. Επρόκειτο δηλαδή για έναν διαδεδομένο ανιμισμό, που διέκρινε προστάτιδες θεότητες, τις οποίες τιμούσαν με διάφορα ονόματα από περιοχή σε περιοχή και συχνά, στη μυθολογία, συγχέονταν με θεοποιημένους ηγεμόνες και ήρωες. Mε τον Kομφούκιο (551-479 π.X.) ο κινεζικός πολιτισμός υπέστη ριζικές αλλαγές, οι οποίες τον σφράγισαν για περίπου δυόμισι χιλιετίες. Oι θεωρίες του δεν αποτελούν θρησκεία, αλλά μια διδασκαλία σχετικά με το πώς πρέπει να ζει ο άνθρωπος σε μια κοινωνία, ένα σύστημα δηλαδή ηθικό, όχι μεταφυσικό. Πράγματι, η διδασκαλία του Kομφούκιου, όπως έχει συγκεντρωθεί και μεταβιβαστεί από τους κλασικούς συγγραφείς της κομφουκιανικής σχολής, αφού ο ίδιος δεν άφησε γραπτή διδασκαλία, αποτελεί μια ηθική σύνοψη, ένα σύνολο κανόνων πρακτικής συμπεριφοράς, με κέντρο το τυπικό, την εξωτερική δηλαδή μορφή, του οποίου ο ρόλος είναι η διατήρηση της αρμονίας μεταξύ σύμπαντος και ατόμου, μεταξύ του φυσικού και του ηθικού κόσμου. Η αρμονία αυτή έχει το αντίστοιχό της στην κοινωνία, με τη σχολαστική προσήλωση στην τάξη και στην ιεραρχία. Ωστόσο, σε ορισμένες περιόδους ο κομφουκιανισμός εξέλαβε τον χαρακτήρα θρησκείας. Tο 58 μ.X., όταν το ενιαίο κράτος υπό τη δυναστεία των Xαν είχε σταθεροποιήσει τις δομές του, ο αυτοκράτορας εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο θεσπίζονταν θυσίες προς τιμήν του Kομφούκιου. Στη συνέχεια χτίστηκαν ναοί προς τιμήν του και του απονεμήθηκε ο τίτλος του θείου Όντος, ο οποίος αργότερα μετατράπηκε σε «άγιο αρχαίο διδάσκαλο ο οποίος διέδωσε τη διδασκαλία». O ταοϊσμός είναι η διδασκαλία που πρώτος κήρυξε ο τρελός της Tσ’ου, Λάο-τσε, για την καταγωγή του οποίου οι πληροφορίες είναι αντιφατικές και κατά μεγάλο μέρος επινοημένες. O θρύλος αναφέρει ότι γεννήθηκε ήδη ηλικιωμένος, ύστερα από ογδόντα εννέα μήνες εγκυμοσύνης και, αφού ολοκλήρωσε τη διδασκαλία του, εξαφανίστηκε προς τα Δ πάνω σε έναν βούβαλο. Κατά μία άποψη, ο Λάο-τσε ήταν σύγχρονος του Kομφούκιου, ενώ κατ’ άλλους έζησε περίπου τον 4ο αι. μ.X., γιατί από τον αιώνα αυτό χρονολογείται το έργο που αποδίδεται σε αυτόν και φέρει τον τίτλο Tο βιβλίο της Oδού και της Aρετής (Tάο Tε Tσινγκ). Ο ταοϊσμός είναι μια μυστικιστική αναζήτηση της τελειότητας και της αθανασίας. Kατά τον σύγχρονο Kινέζο φιλόσοφο Φενγκ Γιου-λαν, ο ταοϊσμός είναι το «μοναδικό σύστημα μυστικισμού στον κόσμο που δεν είναι βαθιά επιστημονικό». Κατ’ άλλους όμως είναι άδικη και αναληθής η κατηγορία για μυστικισμό και ανορθολογισμό. Σύμφωνα με τον φιλοσοφικό ταοϊσμό, το τάο, από το οποίο προέρχονται τα «δέκα χιλιάδες πράγματα», αποτελείται από τις δύο αντίθετες αρχές γιν (παθητική αρχή, θηλυκή, σκοτεινή) και γιανγκ (ενεργητική αρχή, αρσενική, φωτεινή) –έννοιες τις οποίες δανείζεται από τον κομφουκιανισμό και τις ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο– από την εναλλαγή των οποίων εξαρτάται η ζωή. Η ατομική βελτίωση μπορεί να επιτευχθεί όχι με την άμεση κοινωνική δράση, αλλά με την απόσυρση και την αφοσίωση στον στοχασμό. Αυτή η τοποθέτηση φέρνει τον ταοϊσμό αντιμέτωπο με την κομφουκιανική διδασκαλία, η οποία απορρρίπτει τον ατομικισμό. O ταοϊστής σοφός επιδιώκει να γίνει αθάνατος και αυτή η επιδίωξη της αθανασίας νοείται ως ολοκληρωτική απελευθέρωση του πνεύματος και του σώματος από τα δεσμά της ανάγκης και του φαινομενικού κόσμου. Tην εποχή της δυναστείας των T’ανγκ (618-907), ο ταοϊσμός γνώρισε μεγάλη εξάπλωση, αν και για να αντιπαρατεθεί στον βουδισμό και στον κομφουκιανισμό αναγκάστηκε να εκθέσει και να κηρύξει αρχές συμβατικής ηθικής. Στις αρχές της δυναστείας των Σουνγκ (960-1127), ο ταοϊσμός είχε σχεδόν αναχθεί σε επίσημη θρησκεία της Κ. O χρυσός αιώνας του όμως τερματίστηκε με την έλευση της μογγολικής δυναστείας Γιουάν. Δεν έσβησε, αλλά διασκορπίστηκε και αναμείχθηκε στο πλαίσιο ενός λαϊκού θρησκευτικού συγκρητισμού, αν και διατήρησε δικό του κλήρο και κάποια τυπική οργάνωση. O βουδισμός και η λαϊκή θρησκεία. H διείσδυση του βουδισμού στην Κ., που άρχισε κατά τον 1ο αι. μ.Χ., έγινε πιο εντατική σταδιακά, όσο μεταφράζονταν και διαδίδονταν τα ιερά ινδικά κείμενα, και περίπου τον 6ο αι. γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθησή του. Αν και ξένος προς το κινεζικό πνεύμα, επηρέασε κυρίως τις μάζες των αποκλήρων, γιατί παρουσιαζόταν ως διδασκαλία της εύκολα κατορθωτής ατομικής σωτηρίας, σε αντίθεση με τον μορφωτικό ελιτισμό του κομφουκιανισμού και εν μέρει του ταοϊσμού. Aπό φιλοσοφική άποψη, τυπικό προϊόν του κινεζικού βουδισμού υπήρξε η σχολή τσ’αν (ιαπωνικά ζεν), η οποία βασιζόταν στη μυστικιστική πίστη και στον εντατικό και παρατεταμένο θρησκευτικό διαλογισμό. Mε τη μορφή αυτή ο βουδισμός άσκησε βαθιά έλξη και στις πιο καλλιεργημένες τάξεις, συμβάλλοντας στη συστηματοποίηση του νεοκομφουκιανισμού με την εισφορά μεταφυσικών στοιχείων. Η διδασκαλία του βουδισμού στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι άνθρωποι μετά τον θάνατό τους ξαναγεννιούνται σε νέα σώματα και η νέα ζωή τους καθορίζεται από τις πράξεις τους στην προηγούμενη, χωρίς να μπορούν να δώσουν τέλος σε αυτό τον αέναο κύκλο. Μόνη διέξοδο αποτελεί η επίτευξη της κατάστασης της νιρβάνα, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Βούδα, η απελευθέρωση δηλαδή από την επιθυμία για ζωή, μέσω της στέρησης και της αδιαφορίας, η οποία τους απαλλάσσει από τον ζυγό της μετενσάρκωσης. Η οδός προς τη νιρβάνα προϋποθέτει την κατανόηση ότι ο εξωτερικός κόσμος είναι μια ψευδαίσθηση. Η κατανόηση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα λογικής γνώσης, αλλά φώτισης, η οποία επιτυγχάνεται με τη διά βίου πνευματική άσκηση. Η λαϊκή πλευρά του βουδισμού παρείχε στις μάζες των πιστών μια σειρά εύκολων τελετουργιών και αρχών, που βασίζονταν στην ελεημοσύνη και στην ανάθεση της απελευθέρωσης των ψυχών στη μεσολάβηση των αγίων προγόνων. Αυτό εξηγεί και την ευρεία διάδοσή του και εν μέρει την ενσωμάτωσή του στα άλλα δύο αυτόχθονα θρησκευτικά ρεύματα. Tο 845 μ.X. ο βουδισμός, που είχε φτάσει στο απόγειο της δημοτικότητάς του και ήταν επίσης ισχυρός στο οικονομικό πεδίο χάρη στα μοναστήρια και στα ιδρύματα που συντηρούνταν με έξοδα της κρατικής κοινότητας, αποτέλεσε αντικείμενο σφοδρού διωγμού, τον οποίο δεν κατάφερε να ξεπεράσει ολοκληρωτικά. Το «μανιτάρι» που δημιουργήθηκε από την έκρηξη της κινεζικής ατομικής βομβας (1964). Το τεράστιο άγαλμα του Βούδα στο σπήλαιο 158, στην επαρχία Σετσουάν της Κίνας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το περίφημο και επιβλητικό συγκρότημα της Ποτάλα, στη Λάσα, πρωτεύουσα του Θιβέτ και έδρα, έως το 1959, του Δαλάι Λάμα. Γλυπτό που κοσμεί το αρχαίο αυτοκρατορικό ανάκτορο του Πεκίνου, έργο του Κινέζου καλλιτέχνη Κου Κ’άι-τσι. Οι ανασκαφές που έφεραν στο φως τον «πήλινο στρατό» στην πεδιάδα του ποταμού Ουέι (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Θρησκευτικός χορός που εκτελείται με προσωπείο δαιμονικής μορφής. Το εσωτερικό ενός βουδιστικού ναού (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το αρχαίο γλυπτό, γνωστό ως «Η γέννηση του Βούδα», στην επαρχία Σετσουάν της νοτιοδυτικής Κίνας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Στιγμιότυπο ταοϊστικής τελετής (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ο μεγάλος στοχαστής Κομφούκιος άσκησε μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση του κινεζικού πολιτισμού. Παραδοσιακός γάμος στην Κίνα (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Στη σύγχρονη Κίνα η σωματική άσκηση έχει μεγάλη σημασία, αλλά δεν έχει ποτέ σκοπό την απλή άσκηση των μυών ή την επίτευξη των επιδόσεων (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). To πινγκ πονγκ είναι το εθνικό σπορ της Κίνας (φωτ. ΑΠΕ). Στη σύγχρονη Κίνα, παρά τις γιγαντιαίες μεταμορφώσεις, οι παραδόσεις του παρελθόντος επηρεάζουν ακόμα τον τρόπο αντίληψης της ζωής (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Στιγμιότυπο από τις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της κινεζικής Πρωτοχρονιάς που συμπίπτει με τη γιορτή για τον ερχομό της άνοιξης (φωτ. ΑΠΕ). Η εκτόξευση του πρώτου μη επανδρωμένου κινεζικού διαστημοπλοίου «Σεντσού 1», στις 20 Νοεμβρίου του 1999 (φωτ. ΑΠΕ). Εργοτάξιο για την κατασκευή πυρηνικού σταθμού στην Κίνα (φωτ. ΑΠΕ). Οι νέες τεχνολογίες αξιοποιούνται πλέον από την Κίνα η οποία προσπαθεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της μεταβιομηχανικής κοινωνίας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Σελίδα μιας πραγματείας για τον βελονισμό, που εκδόθηκε την εποχή των Μινγκ. Ο βελονισμός συνίσταται στην εισαγωγή βελονών, με διαφορετικό μήκος και διάμετρο, σε καθορισμένα σημεία του σώματος, τα οποία αντιστοιχούν με την έδρα του πόνου (φωτ. ΑΠΕ). Πίνακας της βουδιστικής εποχής που απεικονίζει έναν οργανοπαίκτη του «τσ’ιν». Ένα «σενγκ», το μοναδικό κινεζικό μουσικό όργανο που μπορεί να παράγει έως πέντε ήχους ταυτόχρονα. Ένα κινεζικό πνευστό όργανο με διπλή γλωσσίδα. Χαρακτηριστικό έγχορδο μουσικό όργανο, που ονομάστηκε, εξαιτίας του σχήματός του, κιθάρα-φεγγάρι. Ο Μπρους Λι υπήρξε ο μεγαλύτερος ηθοποιός της κινηματογραφίας του Χονγκ Κονγκ που πραγματοποίησε διεθνή καριέρα με σειρές ταινιών καράτε (φωτ. ΑΠΕ). Ο Κινέζος σκηνοθέτης Ζανγκ Γιμού (φωτ. ΑΠΕ). Σκηνή από την ταινία «Ο τίγρης και ο δράκος» του Λι Αν, που τιμήθηκε το 2001 με το βραβείο Όσκαρ στην κατηγορία της ξενόγλωσσης ταινίας (φωτ. ΑΠΕ). Σκηνή από το μιούζικαλ «Κόκκινη Ανατολή». Το κινεζικό θέατρο απευθύνεται σε ένα τεράστιο κοινό. Στη φωτογραφία, ο «ου σενγκ», πολεμιστής του κλασικού θεάτρου, ο ρόλος του οποίου απαιτεί μεγάλη ευκινησία. Ηθοποιός σε παραδοσιακή θεατρική παράσταση στην Κίνα (φωτ. ΑΠΕ). Φιγούρα του κινεζικού θεάτρου σκιών, που σε πολλά σημεία μοιάζει με τις ινδονησιακές μαριονέτες. Σκηνή από το έργο «Χιόνι μέσα στο καλοκαίρι», στο Θέατρο του Πεκίνου (Τσινγκ Χσι). Γλυπτική από νεφρίτη. Αντιπροσωπευτικό δείγμα της τέχνης του Θιβέτ, η οποία διακρίνεται για τις εκλεπτυσμένες φόρμες της και την προσοχή στη λεπτομέρεια. Θιβετιανικό μπρούντζο (15ος-18ος αι.). Η τέχνη του Θιβέτ είναι βαθιά επηρεασμένη από τη βουδιστική σκέψη. Ο αυτοκρατορικός θρόνος στον Ναό του Ουρανού, που βρίσκεται στα ανάκτορα του Πεκίνου. Αεροφωτογραφία μιας συνοικίας του Πεκίνου (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το άγαλμα ενός φύλακα (Skandha), στο Τείχος με τους χίλιους Βούδες στον ναό Σουανγκλίν της πόλης Πινγκάο, στην κινεζική επαρχία Σανσί (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Άποψη του θερινού ανακτόρου, εκτεταμένου συγκροτήματος οικοδομημάτων και κήπων, σε μικρή απόσταση από το Πεκίνο, όπου η αυλή των Μινγκ κατέφευγε για να αποφύγει την καλοκαιρινή ζέστη της πρωτεύουσας. Ο πύργος στην κορυφή της νότιας πύλης στο Πινγκάο, μία από τις αρχαιότερες πόλεις της Κίνας, ύστερα από την πρόσφατη ανοικοδόμησή του, διατήρησε την αρχική του μορφή. Τα τείχη της πόλης ανοικοδομήθηκαν το 1370, κατά τη δυναστεία των Μινγκ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Καρδιά του Πεκίνου είναι η Απαγορευμένη Πόλη, απ’ όπου κυβερνήθηκε η Κίνα για 500 και πλέον χρόνια. Το κόκκινο και το κίτρινο στα οικοδομήματα της Απαγορευμένης Πόλης συμβολίζουν την κυριαρχία του αυτοκράτορα (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ο Ναός του Ουρανού, σύμβολο του Πεκίνου και κορυφαίο δείγμα αρχιτεκτονικής των Μινγκ. Το κυκλικό σχήμα και η τετράγωνη βάση του εκφράζουν την αρχαία κινεζική αντίληψη πως ο ουρανός είναι στρογγυλός και η Γη τετράγωνη (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Δύο δείγματα «φουένγκ χουάνγκ», πουλιών-αίσιων οιωνών από χρυσό, που χρονολογούνται από την περίοδο των Σουνγκ (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη). «Οι συμβουλές της δασκάλας στις κυρίες του παλατιού», ζωγραφικό έργο σε κύλινδρο από μεταξωτό, του Κου Κ’άι-τσι. Τα χαρακτικά, γνωστά κατά την περίοδο Τ’ανγκ, αν και περιορίζονται σε λατρευτικές εικόνες, τελειοποιήθηκαν κατά την εποχή των Μινγκ. Στη φωτογραφία, κύλινδρος που χρονολογείται από το 868. Τμήμα κυλίνδρου, φιλοτεχνημένου από τον Κου Κ’άι-τσι, τον πρώτο μεγάλο επώνυμο ζωγράφο στην ιστορία της κινεζικής τέχνης (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο). Η Μεγάλη Παγόδα των Χηνών ή Τα γιέν τ’α, κοντά στο Σιάν· το τεράστιο οικοδόμημα είχε κατασκευάσει ο αυτοκράτορας Κάο Τσουνγκ (652 μ.Χ.) προς τιμήν της μητέρας του. Οι γιγαντιαίοι Βούδες σε βράχο, στα περίφημα σπήλαια-ναούς της Γιουν-κανγκ, έχουν πάρει τα σχήματά τους από τον κλασικισμό της Γκαντάρα, της ινδικής βουδιστικής τέχνης. Το κολοσσιαίο άγαλμα του «Βούδα που κοιμάται», μήκους 31 μ., στην επαρχία Σετσουάν της νοτιοδυτικής Κίνας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Γιγαντιαίο άγαλμα του Βούδα σε ιερό σπήλαιο της Γιουνκάνγκ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Λευκή τίγρη, σε νεφρίτη με επίπεδη κοπή, από την περίοδο των Χαν, με φανερές επιδράσεις της τέχνης των στεπών. Πέτρινο εγχάρακτο έργο με κείμενο του «Diamond Sutra», βουδιστικό δημιούργημα 1.400 ετών, που βρίσκεται στο ιερό βουνό Ταϊσάν (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Μπρούντζινο αγαλματίδιο της περιόδου των Χαν. Οι δύο ιστορικοί οχυρωματικοί πύργοι του Σινικού Τείχους στο Μπανταλίνγκ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το 1974 ανακαλύφθηκαν στην πεδιάδα του ποταμού Ουέι 6.000 αγάλματα στρατιωτών και αλόγων σε φυσικό μέγεθος, γνωστά με την ονομασία «πήλινος στρατός»∙ η περιοχή χαρακτηρίστηκε από την ΟΥΝΕΣΚΟ μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Χάλκινο αγγείο με μορφή μυθολογικού ζώου (Γιου), χρονολογούμενο στην εποχή Σανγκ (16ος-11ος αι. π.Χ.) (Μουσείο Σερνισκί, Παρίσι). Πανοραμική άποψη του Σινικού Τείχους στο Μπανταλίνγκ, 60 χλμ. ΒΔ του Πεκίνου? λέγεται πως 300.000 εργάτες δούλευαν ασταμάτητα 10 χρόνια για να ολοκληρώσουν αυτό το ατέλειωτο οχυρωματικό έργο, που διαπερνά βουνά, πεδιάδες και ερήμους, σε μήκος 6.700 χλμ. (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Κινεζικό χάλκινο τελετουργικό αγγείο του 14ου-13ουαι.π.Χ. (Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη). Μαντικό κόκαλο το οποίο φέρει επιγραφές με αρχαϊκούς χαρακτήρες, που αποτελούν τα αρχαιότερα δείγματα κινεζικής γραφής. Ένας από τους βασιλικούς τάφους της Αν-γιάνγκ, που χρονολογείται από την εποχή της δυναστείας των Σανγκ. Ο Κινέζος συγγραφέας Γκάο Σινγκτζιάν, ο οποίος τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 2000 (φωτ. ΑΠΕ). Ο Μιλαρέπα «ακούει τους ψιθύρους ενός μακρινού απόηχου». Λεπτομέρεια από χειρόγραφο ενός «Κύκλου» του Θιβέτ. Ο Λου Χσιν υπήρξε έξοχος μεταφραστής ρωσικών έργων, δημοσιογράφος και συγγραφέας έργων πολιτικής προπαγάνδας? τα καλύτερα έργα του είναι τα διηγήματά του, που απηχούν επίδραση του Τσέχοφ και του Γκόρκι. Σελίδες κινεζικής εγκυκλοπαίδειας του 18ου αι. Λεπτομέρεια από την εικονογράφηση του έργου «Το όνειρο του κόκκινου δωματίου», του αφηγηματικού αριστουργήματος της κινεζικής λογοτεχνίας. Ο Τ’άο Γιάν-μινγκ, ταοϊστής που ύμνησε τις χαρές της ζωής, σε προσωπογραφία του Ουάνγκ Τσουνγκ-γιου (14ος αι.). Λεπτομέρεια του κυλίνδρου «Η νύμφη του ποταμού Λο», μελάνι σε μεταξωτό, της περιόδου των Σουνγκ (Πινακοθήκη Φριρ, Ουάσινγκτον). Ο Πο Τσι-ι, γνωστός για τη δηκτική σατιρική φλέβα του (ιδιωτική συλλογή, Ρώμη). Ένας από τους μεγαλύτερους Κινέζους στοχαστές, ο Λάο-τσε, ο ιδρυτής του φιλοσοφικού ταοϊσμού όπως εικονίζεται σε ζωγραφική ανώνυμου καλλιτέχνη σε μετάξι. Ταοϊστικός ναός στην Κίνα (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ο Μέγκιος υπήρξε, μετά τον Κομφούκιο, ο πιο αξιόλογος εκπρόσωπος της φιλοσοφικής σχολής που ο ίδιος εγκαινίασε. Ένας από τους μεγαλύτερους Κινέζους στοχαστές, ο Κομφούκιος, όπως εικονίζεται σε ζωγραφική από μετάξι ανώνυμου καλλιτέχνη. Η μνημειακή είσοδος του τάφου του Κομφούκιου, στην Τσου Φου, τη γενέτειρα του μεγάλου Κινέζου στοχαστή, στην επαρχία Σαντόνγκ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Μικρογραφία από το περίφημο ιστορικό έργο «Η ζωή των Κινέζων αυτοκρατόρων», που παριστάνει έναν λόγιο, ο οποίος σχολιάζει, μπροστά στον αυτοκράτορα, ένα από τα κλασικά κομφουκιανικά βιβλία (Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι). Εκδήλωση για την παρουσίαση του σήματος των Ολυμπιακών αγώνων που θα πραγματοποιηθούν στο Πεκίνο το 2008 (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ο πολιτικός Ζιάνγκ Ζεμίν διετέλεσε πρόεδρος της Κίνας την περίοδο 1993-2002 (φωτ. ΑΠΕ). Το 2002 ο Κινέζος πολιτικός Γιντάο Χου διαδέχθηκε τον Ζιάνγκ Ζεμίν στην προεδρία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (φωτ. ΑΠΕ). Πανοραμική άποψη του Μακάο, στις νότιες ακτές της Κίνας που επιστράφηκε στην Κίνα το 1999 (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ο Τενγκ Χσιάο-πινγκ υπήρξε, μετά τον θάνατο του Μάο Τσε-τουνγκ, η σημαντικότερη πολιτική φυσιογνωμία που καθόρισε την πορεία της Κίνας στην περίοδο 1970-80 (φωτ. ΑΠΕ). Ο Κινέζος πολιτικός Χούα Κούο-φενγκ διαδέχθηκε τον Μάο Τσε-τουνγκ μετά τον θάνατό του, αφού επικράτησε στη διαμάχη για τη διαδοχή του. Διαδήλωση «ερυθροφρουρών» το 1967, έτος κρίσιμο για την «Πολιτιστική επανάσταση». Ο Μάο Τσε-τουνγκ με τον στενό συνεργάτη του και υπουργό Άμυνας Λιν Πιάο (φωτ. ΑΠΕ). Ο Κινέζος κομουνιστής ηγέτης, συνεργάτης του Μάο Τσε-τουνγκ και πρωθυπουργός, την περίοδο 1949-76, Τσου Εν-λάι. Ιστορική φωτογραφία του 1954 κατά τη διάρκεια της ψήφισης του νέου συντάγματος της Κίνας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Στρατιώτες του κινεζικού λαϊκού στρατού στο Νανκίγκ, το 1949, μετά τη νίκη τους εναντίον των εθνικιστών και την ανακήρυξη λαϊκής δημοκρατίας. Ο Μάο Τσε-τουνγκ, την 1η Οκτωβρίου 1949, ενώ ανακηρύσσει την οριστική νίκη επί του Κουόμιντανγκ και την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Εξώφυλλο του περιοδικού «Καινούργια νεολαία» του πολιτιστικού κινήματος. Ο Τσ’εν Του-χσιέου υπήρξε ένας από τους εμψυχωτές του πολιτιστικού κινήματος, του οποίου κέντρο ήταν το πανεπιστήμιο του Πεκίνου. Τμήμα της γέφυρας «Μάρκο Πόλο» στο Πεκίνο, από την οποία, στις 7 Ιουλίου του 1937, άρχισε η μαζική εισβολή της Ιαπωνίας στην Κίνα (φωτ. ΑΠΕ). Μία από τις δημόσιες εκτελέσεις κομουνιστών στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου της Κίνας. Η «μακρά πορεία», που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1934 και οδήγησε τις κομουνιστικές δυνάμεις μέσα από όλες τις επαρχίες της δυτικής Κίνας, μία διαδρομή περίπου 10.000 χλμ., είχε μεγάλη σπουδαιότητα? επιπλέον, οι αγώνες των χωρικών που σημειώνονταν σε κάθε ζώνη διέδωσαν την ανάγκη της επανάστασης ανάμεσα σε μάζες χωρικών που πριν ήταν απομονωμένες από κάθε κίνημα πολιτικής και κοινωνικής ρήξης. Ο Λι Τα-τσάο, μάρτυρας της κινεζικής ελευθερίας και ένας από τους εμψυχωτές του πολιτιστικού κινήματος. Ο Γιουάν Σι-Κ’άι, ο πρώτος πρόεδρος της κινεζικής δημοκρατίας. Η αυτοκράτειρα Τσου Χσι. Η αυτοκράτειρα Τσ’ινγκ. Πίνακας που απεικονίζει έναν μανδαρίνο και χρονολογείται στην εποχή των Τσ’ινγκ. Χαρακτηριστικό γλυπτό στη λεωφόρο που οδηγεί στον τάφο του πρώτου αυτοκράτορα Μινγκ. Ο Κουμπλάι Χαν, ο μεγαλύτερος ηγεμόνας της δυναστείας των Γιουάν (Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι). Αυτοκρατορικό στέμμα της δυναστείας των Μινγκ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ο αυτοκράτορας της Κίνας Τ’άι Τσουνγκ δέχεται μία πρεσβεία. Το Μεγάλο ή Σινικό Τείχος κατασκευάστηκε κατά την περίοδο της δυναστείας των Τσ’ιν από τον αυτοκράτορα Σι Χουάνγκ-τι (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Πορτρέτο του Κινέζου φιλοσόφου Κομφούκιου, που χρονολογείται από την περίοδο της δυναστείας των Μινγκ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Η ποταμοπλοΐα διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στις συγκοινωνίες της χώρας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Τις τελευταίες δεκαετίες ο εμπορικός στόλος της Κίνας ενισχύθηκε και σήμερα αριθμεί 1.800 πλοία (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Χαρτονόμισμα των 100 κινεζικών γιουάν, που εκδόθηκε το 1998. Αυτοκινητόδρομος στη Σανγκάη, τη μεγαλύτερη πόλη της Κίνας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ανθρακωρυχείο στο Πινγκσούο της επαρχίας Σαενσί (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Πλατφόρμα εξαγωγής πετρελαίου στη Νότια Κινεζική θάλασσα (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Εργοστάσιο κατασκευής ηλεκτρικών συσκευών στην Κίνα (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Η αλιεία αποτελεί μια από τις παραδοσιακές δραστηριότητες του κινεζικού πληθυσμού και είναι ανεπτυγμένη τόσο στις παράκτιες περιοχές όσο και στους μεγάλους ποταμούς και στις λίμνες (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Τα αιγοπρόβατα εκτρέφονται κυρίως στις στέπες του εσωτερικού της χώρας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Κοπάδι γιακ, είδος που ζει στο Θιβέτ και στην Τσινγκχάι και χρησιμοποιείται τόσο ως μέσο μεταφοράς όσο και για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Η βορειοανατολική Κίνα παράγει το 1/2 της ξυλείας της χώρας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Συλλογή λωτού, του χαρακτηριστικού υδρόβιου φυτού, από το οποίο χρησιμοποιούνται τόσο οι ρίζες όσο και τα πολύ μεγάλα φύλλα του για συσκευασία. Η γεωργία είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στις περιοχές της επαρχίας Σετσουάν (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Συγκομιδή ρυζιού στην Κιανγκσού. Καλλιέργεια καλαμποκιού στην επαρχία Σανσί, την πλουσιότερη σε δημητριακά της Κίνας. Στον τομέα του ορυκτού πλούτου απασχολείται το 23% του ενεργού πληθυσμού (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο είναι δύο από τις σημαντικότερες ενεργειακές πηγές της Κίνας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Φυτεία τσαγιού κοντά στο Χανγκτσόου. Μερική άποψη της πόλης Τσιά-μεν στην επαρχία Φουτζιάν (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Νυχτερινή άποψη της πόλης Σεντσέν της επαρχίας Γκουανγκτόνγκ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Τμήμα του «Ποταμού των Μαργαριταριών» (Τσου Τσιάνγκ). Νυχτερινή άποψη του Χονγκ Κονγκ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Αντιπροσωπευτικό δείγμα αγροτικού οικισμού της νοτιοδυτικής Κίνας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Μερική άποψη της Γκουαγκτσόου (Καντόνα), σπουδαίου κέντρου των ποτάμιων συγκοινωνιών, στη συμβολή τριών ποταμών (Λιεουτσί, Σα Χο, Τουνγκ Τσιάνγκ), που αφού ενώνονται παίρνουν την ονομασία Τσου Τσιάνγκ (Ποταμός των Μαργαριταριών) (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Μερική άποψη του Πεκίνου, της κινεζικής πρωτεύουσας, που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της χώρας. Η Σουτσόου, μία από τις αρχαιότερες και γραφικότερες κινεζικές πόλεις, στην επαρχία Κιανγκσού (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Άποψη του Χονγκ Κονγκ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Χαρακτηριστικός τύπος νεαρής Θιβετιανής (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Η ανησυχία για την πιθανή αύξηση του ποσοστού των γεννήσεων ήταν ίσως η αρχική αιτία της γιγαντιαίας εκστρατείας ελέγχου των γεννήσεων που εξαπολύθηκε το 1957 σε ολόκληρη την Κίνα (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το εθνικό μωσαϊκό της Κίνας εμφανίζει μεγάλη ομοιογένεια, καθώς το 91,9% των Κινέζων κατάγονται από τον φυλετικό κορμό των Χαν (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Στις ανατολικές επαρχίες της Κίνας διατηρούνται ακόμα πανάρχαιοι ανθρωπολογικοί τύποι. Νεαρή Κινέζα. Λίμνη στους πρόποδες της οροσειράς των Αλτάι (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Φωτογραφία του υψιπέδου του Θιβέτ, από δορυφόρο της NAΣA, τον Οκτώβριο του 1993? κυρίως διακρίνονται μερικές από τις υφάλμυρες λίμνες του (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Τοπίο του μεγάλου οροπεδίου του Θιβέτ, που φτάνει τα 6.000 μ. Φωτογραφία του Χονγκ Κονγκ, από δορυφόρο της NAΣA, τον Δεκέμβριο του 1983 (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Στην άγονη βορειοδυτική Κίνα με τις εκτεταμένες ερήμους, η φυσική βλάστηση απλώνεται στο μεγαλύτερο τμήμα της (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Μερική άποψη του νησιού Χαϊνάν στη Νότια Κινεζική θάλασσα (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το κινεζικό ελάφι συναντάται μεταξύ άλλων και στα υψίπεδα του Θιβέτ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Χαρακτηριστικό παράδειγμα τεχνητών αναβαθμίδων, σε μία πλαγιά των αναγλύφων που δεσπόζουν στην πεδιάδα του Χουάνγκ Χο, στη βόρεια Κίνα. Το όρος Ουίγι αποτελεί εντυπωσιακό θέαμα στην επαρχία Φουκιέν της νοτιοανατολικής Κίνας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Στην περιοχή του Θιβέτ, τα κλιματικά χαρακτηριστικά αλλάζουν σε συνάρτηση με το υψόμετρο? πάνω από τα 5.000 μ. αρχίζουν τα αιώνια χιόνια και πάνω από τα 5.800 μ. οι παγετώνες, οι οποίοι τροφοδοτούν με νερό τους ποταμούς της χώρας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ερημικό τοπίο στο εσωτερικό της Κίνας (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το γιγαντιαίο πάντα αποτελεί προστατευόμενο είδος της κινεζικής πανίδας (φωτ. ΑΠΕ). Φθινοπωρινό τοπίο σε λόφο του Πεκίνου (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Πανοραμική άποψη του ποταμού Bραχμαπούτρα που διασχίζει τα Ιμαλάια, στην περιοχή του Θιβέτ, όπου είναι γνωστός με την ονομασία Τσανγκπό (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ανοιξιάτικο τοπίο στον ποταμό Γιουνάν. Το κλίμα της περιοχής έχει τροπικά χαρακτηριστικά, λίγο ή πολύ φανερά, σε σχέση με το υψόμετρο και με την έκθεση των πλαγιών στις μουσωνικές βροχές. Οι πηγές του Κίτρινου ποταμού στο οροπέδιο του Θιβέτ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Πανοραμική άποψη του δέλτα του ποταμού Τσου Τσιάνγκ (ποταμός των Μαργαριταριών) (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Φωτογραφία του Γιανγκτσέ από δορυφόρο της NAΣA, τον Οκτώβριο του 1989 (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Άποψη των Ιμαλαΐων, στο οροπέδιο του Θιβέτ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Η εκπαίδευση αποτέλεσε αντικείμενο φροντίδας και προσοχής στην Κίνα. Αξιοσημείωτο είναι ότι για τους αριστούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν προβλεφθεί ειδικές σχολές, που προετοιμάζουν την μελλοντική ακαδημαϊκή ελίτ (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Η στρατιωτική θητεία στην Κίνα είναι υποχρεωτική. Οι νέοι κατατάσσονται σε ηλικία 18 ετών και η θητεία διαρκεί 3-4 χρόνια, ανάλογα με το όπλο στο οποίο υπηρετούν (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Ο βουδισμός είναι μια από τις πιο διαδεδομένες θρησκείες στην Κίνα (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Περικοπές από έργα Κινέζων συγγραφέων διαφόρων εποχών. Η σημερινή κινεζική γραφή περιλαμβάνει περισσότερα από 60.000 ιδεογράμματα, καθένα από τα οποία έχει ένα ριζικό και ένα φωνητικό σημείο. Σήμερα όμως χρησιμοποιούνται μόνο 10.000 ιδεογράμματα. Στιγμιότυπο από τελετή μύησης νεαρού πιστού στον ναό Μπαϊγιούν (Λευκό Σύννεφο) στο Πεκίνο, κέντρο λατρείας του ταοϊσμού Τσουάνγκ-τσε, κατά την οποία εισέρχεται στο ιερατείο (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το κτίριο που συνεδριάζει το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο της Κίνας έχει την εξουσία να νομοθετεί, να αναθεωρεί το σύνταγμα και να εγκρίνει τον προϋπολογισμό (φωτ. ΑΠΕ). Μερική άποψη της Σανγκάης (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Τμήμα της πλατείας Τιενανμέν στο Πεκίνο (φωτ. ΑΠΕ). Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003) Tατοϊστικός ναός στο όρος Γουντάνγκ της κινεζικής επαρχίας Χουμπέι (φωτ. Πρεσβεία Κίνας). Προτομή του Λιέου Πέι, ιδρυτή του βασιλείου Τσόου (Τρία Βασίλεια).
* * *
η
βοτ. η κιγχόνη*.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. quina < ισπ. quina. Η λ. μαρτυρείται από το 1873 στο Φαρμακευτικόν δελτίον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κίνα — [кина] ουσ. θ. Китай …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Κίνα — η μεγάλο κράτος της ανατολικής Ασίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Βιετνάμ — Κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας.Συνορεύει Β με την Κίνα, Δ με την Καμπότζη και το Λάος, ενώ Α και Ν βρέχεται από τη Νότια Θάλασσα της Κίνας, και πιο συγκεκριμένα από τον Κόλπο του Τονκίν ΒΑ, τον Κόλπο της Ταϊλάνδης ΝΔ και στην υπόλοιπη… …   Dictionary of Greek

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

  • Κορέα, Βόρεια — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 120.540 τ. χλμ. Πληθυσμός: 22.224.195 (2002) Πρωτεύουσα: Πιονγκγιάνγκ (2.741.260 κάτ. το 1993)Κράτος της ανατολικής Ασίας, το οποίο καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα της κορεατικής χερσονήσου.… …   Dictionary of Greek

  • Κορέα, Νότια — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 98.480 τ. χλμ. Πληθυσμός: 48.324.000 (2002) Πρωτεύουσα: Σεούλ (9.853.972 κάτ. το 2000)Κράτος της ανατολικής Ασίας, το οποίο καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της Κορεατικής χερσονήσου. Συνορεύει με τη… …   Dictionary of Greek

  • Μακάο — Ειδική διοικητική περιφέρεια (21 τ. χλμ., 461.833 κάτ. το 2002) της Κίνας.Βρίσκεται στη νοτιοανατολική ακτή της Κίνας, Δ του Χονγκ Κονγκ. Αποτελείται από μία χερσόνησο και τρία νησιά, το Κολοάνε και τα δύο νησιά Τάιπα, που βρίσκονται στα Ν της… …   Dictionary of Greek

  • κομουνισμός — Θεωρία που υποστηρίζει την αντίληψη της κοινοκτημοσύνης των μέσων παραγωγής και των καταναλωτικών αγαθών, ξεκινώντας από την προϋπόθεση της θεμελιώδους ανθρώπινης ισότητας η οποία, υπό ορισμένες ιστορικές συνθήκες, οργανώνεται σε ένα πρόγραμμα… …   Dictionary of Greek

  • Μαντζουρία — (Manchuria / Dongbei). Ιστορική και γεωγραφική περιοχή (786.400 τ. χλμ., περ. 106.550.000 κάτ. το 2000) της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, της οποίας και αποτελεί το βορειοανατολικό τμήμα. Σήμερα, είναι επίσης γνωστή με την ονομασία Ντονγκμπέι,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.